ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Του Γιώργου Τοζίδη

 Το 1982, ο γνωστός σκιτσογράφος Γ. Ιωάννου είχε δημοσιεύσει ένα σκίτσο όπου ο Α. Παπανδρέου αναρωτιόταν ποια ήταν η τάξη που είχε τα πιο άμεσα αιτήματα από το σοσιαλισμό και στον προθάλαμο περίμεναν οι βιομήχανοι… Με το ξέσπασμα της σημερινής κρίσης, την αντίστοιχη προτεραιότητα στη σωτηρία διεκδικούν οι ελληνικές τράπεζες. Ποια ήταν, όμως, η πορεία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος τα τελευταία χρόνια για να διεκδικεί σήμερα την ενίσχυσή του με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων;

 

Η απελευθέρωση των επιτοκίων και η απορύθμιση

Τον Ιούνιο του 1980, η Τράπεζα της Ελλάδος καθόρισε για τελευταία φορά τα τραπεζικά επιτόκια στη χώρα μας. Ο καθορισμός των επιτοκίων ίσχυσε μέχρι το 1987, οπότε τα ανώτατα όρια επιτοκίων καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με ελάχιστα όρια ενώ από το 1994 καταργήθηκαν και όλα τα ελάχιστα όρια που μέχρι τότε ίσχυαν.

Στο διάστημα των 20 χρόνων που μεσολάβησαν από την πρώτη απελευθέρωση των επιτοκίων μέχρι σήμερα, το τραπεζικό σύστημα στη χώρα μας απορρυθμίσθηκε πλήρως. Ειδικότερα :

1. Καταργήθηκαν σταδιακά όλοι οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και όλοι οι διοικητικοί περιορισμοί της λειτουργίας των τραπεζών.

2. Μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, των εξαγορών και των συγχωνεύσεων δημιουργήθηκε ένα ολιγοπωλιακό τραπεζικό σύστημα, που σταδιακά κατέκτησε δεσπόζουσα θέση στην οικονομία (μεταξύ 1994 και 2005 η προστιθέμενη αξία που παράγεται από τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε από 3% του Α.Ε.Π. σε 5,5%[ΙΝΕ/ΓΣΕΕ/2007]) ενώ μειώθηκε δραστικά η δυνατότητα παρέμβασης του κράτους. Ο βαθμός συγκέντρωσης είναι υψηλότερος από το γενικό μέσο όρο του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.Τ./2008) και παρ΄ όλα αυτά προωθείται από κυβέρνηση και τραπεζίτες η άποψη ότι θα πρέπει να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση.

Η απορρύθμιση της λειτουργίας των τραπεζών και η ολιγοπωλιακή δομή του συστήματος είχαν σαν αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, και τη διαμόρφωση επιτοκίων καταθέσεων και δανεισμού που εύστοχα έχουν χαρακτηρισθεί «ληστρικά» από τους συναλλασσόμενους. Στην προσπάθειά της να καταρρίψει αυτήν την κατηγορία η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών (Ε.Ε.Τ.) κυκλοφόρησε τον Ιούλιο φέτος μελέτη για τη «Συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην ελληνική οικονομία» όπου επιχειρεί να δικαιολογήσει και την απόκλιση που υπάρχει μεταξύ των επιτοκίων στην Ελλάδα και την ευρωζώνη με τα ακόλουθα επιχειρήματα (Ε.Ε.Τ./2008):

1. η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας

2. ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού

3. οι συνθήκες ζήτησης και προσφοράς στην ελληνική τραπεζική αγορά

4. το λειτουργικό κόστος των τραπεζών

5. το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας των ελληνικών τραπεζών

6. οι περιορισμοί στη λειτουργία του Συστήματος Συγκέντρωσης Κινδύνων της εταιρίας ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και

7. η πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών.

 

Ο αντίλογος

 

Τα παραπάνω επιχειρήματα της Ε.Ε.Τ. δύσκολα αντέχουν σε κριτική :

1. Η επίκληση της «πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας μας» και του «ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας των ελληνικών τραπεζών» καταρρίπτονται από το γεγονός ότι οι χορηγήσεις τους αντιστοιχούν σε ποσοστό 81,5% των καταθέσεων (Ε.Ε.Τ. /2008, στοιχεία 2007) και άρα δεν προκύπτει άμεση ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό όπου, πράγματι, τα επιτόκια (π.χ. των διατραπεζικών αγορών) καθορίζονται και από την πιστοληπτική ικανότητα των χωρών. Η ανάγκη για προσφυγή στο διατραπεζικό ανταγωνισμό προκύπτει από τις επενδύσεις των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό όπου τα δάνεια υπερκαλύπτουν τις καταθέσεις σε ποσοστό 150% έως 170%.

Όσον αφορά το «ρυθμιστικό πλαίσιο» αρκεί να αναφέρουμε ότι είναι τόσο αυστηρό που δίνει το «δικαίωμα» στις τράπεζες να μην εφαρμόζουν τις αποφάσεις του Άρειου Πάγου αλλά και το νόμο για την απαλοιφή των καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις και την κατάργηση εξόδων και προμηθειών που επιβαρύνουν τους πελάτες τους.

2. Η επίκληση της χαμηλότερης πιστοληπτικής ικανότητας των ίδιων των τραπεζών είναι ένας παράγοντας που ουδόλως ενδιαφέρει τους δανειολήπτες, αφού οι τράπεζες είχαν τη δυνατότητα βελτίωσης της αξιολόγησής τους, αν χρησιμοποιούσαν τα τεράστια κέρδη τους (οι ελληνικές τράπεζες είχαν, το 2007, την υψηλότερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων στην Ε.Ε.) για να ενισχύσουν τα ίδια κεφάλαιά τους, να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους και να αποκτήσουν συστήματα και μέσα εκτίμησης του πιστωτικού κινδύνου ώστε να μην κινδυνεύουν από επισφαλή δάνεια. Αντί για αυτά τα μέτρα, οι τράπεζες επέλεξαν τη διανομή υψηλών μερισμάτων για τους μετόχους τους και bonus για τα υψηλόβαθμα στελέχη τους.

3.  Η Ε.Ε.Τ., στην ίδια μελέτη της,  επικαλείται ακόμη τον υψηλότερο κίνδυνο που εμπεριέχουν τα καταναλωτικά δάνεια και οι πιστωτικές κάρτες. Η πρώτη επισήμανση αφορά στο ότι απόκλιση στα επιτόκια, με βάση το μέσο όρο της Ε.Ε., καταγράφεται σε όλα τα δάνεια και όχι μόνο σε αυτές τις δύο κατηγορίες. Η δεύτερη αφορά στην ευθύνη των τραπεζών να αξιολογούν τους πελάτες τους και να εκτιμούν τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν. Άρα είναι στη διακριτική ευχέρειά τους το αν θα χορηγήσουν δάνειο σε έναν πελάτη τους ή όχι. Το επιχείρημά τους ότι χρηματοδοτούν με αυξημένα επιτόκια τα δάνεια που εμπεριέχουν μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο είναι αντιφατικό : με τα υψηλότερα επιτόκια δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την αποπληρωμή δανείων από πελάτες που, σύμφωνα με την αξιολόγησή τους, βρίσκονται σε οριακό σημείο όσον αφορά στη δυνατότητά τους να αποπληρώνουν τα δάνεια που παίρνουν. Επιπρόσθετα οι τράπεζες χρεώνουν με τα υψηλότερα επιτόκιά τους τις πιστωτικές κάρτες, την ίδια στιγμή που προβάλλουν ως έναν από τους λόγους για το αυξημένο λειτουργικό τους κόστος, τη μικρότερη χρήση των πιστωτικών καρτών στη χώρα μας σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. (!)

4. Το λειτουργικό κόστος των τραπεζών μειώθηκε σημαντικά την περίοδο μετά το 2000. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (2007) το ετήσιο κόστος εργασίας ανά απασχολούμενο στις τράπεζες μειώθηκε σε σταθερές τιμές κατά 5% όταν στην Ε.Ε. -15 αυξήθηκε κατά 10% και στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας κατά 7%. Όσον αφορά στην παραγωγικότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, «προκύπτει από τα στοιχεία του Ο.Ο.Σ.Α. ότι η πρόοδος που συντελέστηκε στην Ελλάδα μεταξύ 1995 και 2003 ήταν σημαντική και αποτέλεσε μια από τις καλύτερες επιδόσεις διεθνώς: ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας ανήλθε σε 4,4%» (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, 2008).

Ενδεικτικά όσον αφορά στο λειτουργικό κόστος των τραπεζών είναι και τα στοιχεία απασχόλησης, τόσο τα συνολικά όσο και των 4 μεγάλων τραπεζών. Το 1998 στο σύνολο των χρηματοπιστωτικών εταιριών απασχολούνταν 61.052 άτομα (στοιχεία από την  ιστοσελίδα της Ε.Ε.Τ. www.hba.gr) και 10 χρόνια μετά, το 2007 απασχολούνταν 67.113 άτομα. Αύξηση μικρότερη του 10% σε μια περίοδο που το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα γιγαντώθηκε ως προς τις εργασίες και τα κέρδη του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως ο Πίνακας 1 που δείχνει την απασχόληση στις 6 μεγαλύτερες τράπεζες.

                                       ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΤΡΑΠΕΖΑ

1998

2007

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΕΘΝΙΚΗ*

16.181

14.327

-1.854

ALPHA**

8.566

6.960

-1.606

EUROBANK***

6.313

7.695

1.382

ΠΕΙΡΑΙΩΣ****

3.554

4.878

1.324

ΑΓΡΟΤΙΚΗ

5.364

5.801

437

ΕΜΠΟΡΙΚΗ

7.671

5.930

-1.741

ΣΥΝΟΛΟ

47.649

45.591

-2.058

Σημείωση για την απασχόληση το 1998: *περιλαμβάνεται και η ΕΤΕΒΑ** περιλαμβάνεται και η ΙΟΝΙΚΗ *** περιλαμβάνονται και οι Εργασίας, Κρήτης και Αθηνών **** περιλαμβάνονται και οι Μακεδονίας-Θράκης, Χίου και ΕΤΒΑ (επεξεργασία Γ.Τ.).

Τη 10ετία που οι 6 μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας παρουσίασαν τα υψηλότερα κέρδη στην ιστορία τους, κατέγραψαν παράλληλα μείωση της απασχόλησης κατά 4,3% περίπου.

5. Η δικομματική συναίνεση στην ενίσχυση της κερδοφορίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος προκύπτει από την καταγραφή των φορολογικών και ασφαλιστικών ελαφρύνσεων των τραπεζών από το 2002 και μετά. Το 2002 ψηφίζεται ο Ν. 2992/2002 που προβλέπει υψηλές απαλλαγές φόρων (μείωση των συντελεστών μεταξύ 14% και 25% έναντι 32%) για όσες τράπεζες προχώρησαν σε συγχωνεύσεις. Προκειμένου να κάνουν χρήση αυτών των διατάξεων οι τράπεζες προχώρησαν σταδιακά στην απορρόφηση των ποικιλώνυμων θυγατρικών τους… Η κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε ένα βήμα παραπέρα μειώνοντας συνολικά τους συντελεστές φορολόγησης στο 25%. Στη μελέτη της Ε.Ε.Τ., προκειμένου να τεκμηριωθεί η υψηλή (!) φορολογική επιβάρυνση των ελληνικών τραπεζών, η σύγκριση γίνεται με τους φορολογικούς συντελεστές που ισχύουν στη Βουλγαρία (!!!). Η ωφέλεια των τραπεζών από τη φορολογική ελάφρυνση τους καταγράφεται στον Πίνακα 2.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΤΡΑΠΕΖΑ

2004

2005

2006

2007

(ποσά σε εκατ. ευρώ) ΚΕΡΔΗ (προ φόρων) ΦΟΡΟΙ ΚΕΡΔΗ (προ φόρων) ΦΟΡΟΙ ΚΕΡΔΗ (προ φόρων) ΦΟΡΟΙ ΚΕΡΔΗ (προ φόρων) ΦΟΡΟΙ
ΕΘΝΙΚΗ

347,15

112,25

622,87

148,55

840,07

155,80

1.031,86

117,26

ALPHA

421,80

115,84

467,41

89,54

716,03

139,84

613,64

150,25

EUROBANK

398

106

561

127

644

169

854

149

ΠΕΙΡΑΙΩΣ

88,89

19,46

265,98

4,38

404,39

64,30

498,10

74,91

ΣΥΝΟΛΑ 1.255,84 353,55 1.917,26 369,47 2.604,49 528,94 2.997,60 491,42

Πηγή : Δημοσιευμένες Οικονομικές Καταστάσεις (επεξεργασία Γ.Τ.)

 

Από τον παραπάνω Πίνακα προκύπτει ότι ενώ το 2004 ο μέσος φορολογικός συντελεστής των 4 τραπεζών ήταν 28,15% το 2007 ήταν 16,4% (!).

Η δικομματική στήριξη της κερδοφορίας των τραπεζών γίνεται ακόμα πιο εξόφθαλμη στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού καθεστώτος των εργαζομένων στις τράπεζες. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις που ξεκίνησαν με το νόμο Ρέππα και συνεχίσθηκαν με τους νόμους της Ν.Δ. για την ένταξη των ταμείων κύριας ασφάλισης των τραπεζών στο Ι.Κ.Α. και την κατάργηση των προσυνταξιοδοτικών συστημάτων, όπου αυτά ίσχυαν, είχαν σαν αποτέλεσμα την επιδότηση των κερδών των τραπεζών με δισεκατομμύρια ευρώ (σε χρονικό διάστημα 10 ετών) και την ανάλογη επιβάρυνση του Ι.Κ.Α. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Φεβρουάριο του 2004, λίγες μόνο ημέρες πριν από τις εκλογές, η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. «χάρισε» εκατομμύρια ευρώ στη διοίκηση της ALPHA με την ψήφιση σχετικής τροπολογίας στη Βουλή.

 

Η αύξηση του δανεισμού και οι εισπρακτικές εταιρίες

Κατά την περίοδο 2003 – 2007, σύμφωνα με έκθεση της Merryl Lynch, στην Ελλάδα καταγράφηκε η μεγαλύτερη αύξηση καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων στην ευρωζώνη (+189%). Για την επίτευξη αυτής της τεράστιας μεγέθυνσης των εργασιών τους, οι τράπεζες ξεκίνησαν μια τεράστια διαφημιστική εκστρατεία, που σε πολλές περιπτώσεις λειτούργησε παραπλανητικά για τους υποψήφιους δανειολήπτες, αφού σε όλες τις περιπτώσεις τονιζόταν η δυνατότητα απόκτησης πολυτελών αγαθών ή υπηρεσιών και ποτέ η υποχρέωση και, κυρίως, οι όροι αποπληρωμής των δανείων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι διαφημίσεις των εορτοδανείων και διακοποδανείων ή η πρόσφατη διαφήμιση όπου η φοιτητική ζωή παρουσιάζεται ως ξενύχτια και χοροί που χρηματοδοτούνται με την απόκτηση πιστωτικής κάρτας. Όλα αυτά παρά την υποτιθέμενη υιοθέτηση, στα πλαίσια της αυτορρύθμισης (!), ενός κώδικα δεοντολογίας για τη διαφημιστική προβολή χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. Με αυτόν τον τρόπο οι τράπεζες οδήγησαν στον υπερδανεισμό των ελληνικών νοικοκυριών. Η χορήγηση των στεγαστικών δανείων συνδυάσθηκε με τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, με αποτέλεσμα ο συνολικός δανεισμός να φθάνει σε κάποιες περιπτώσεις και στο 130% της εμπορικής αξίας του ακινήτου όταν 10 χρόνια πριν το ποσοστό ανέρχονταν το πολύ σε 80% (!).

Όπως ήταν αναμενόμενο, η υπέρμετρη χρηματοδότηση των νοικοκυριών είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση επισφαλειών ιδιαίτερα στα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Στην προσπάθειά τους να πιέσουν τους δανειολήπτες για να επιτύχουν την αποπληρωμή των δανείων τους, οι τράπεζες αναθέτουν τη βρώμικη δουλειά στις εισπρακτικές εταιρίες. Μια πρακτική που κινείται στα όρια της νομοθεσίας καθώς με αυτόν τον τρόπο παραβιάζεται το τραπεζικό απόρρητο και κοινοποιούνται σε τρίτους προσωπικά δεδομένα (από τα τηλέφωνα μέχρι την περιουσιακή κατάσταση) των δανειοληπτών χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν αυτές οι εταιρίες «στοιχειοθετούν παραβίαση των αρχών της ευπρέπειας και του σεβασμού της προσωπικότητας του οφειλέτη» καθώς σε αυτές «περιλαμβάνεται η άσκηση διαρκούς ψυχολογικής πίεσης» τόσο του οφειλέτη όσο και των οικείων του (Συνήγορος του Καταναλωτή, 2007). Αξίζει να σημειωθεί ότι αμφισβητείται η νομιμότητα σύστασης και λειτουργίας των εισπρακτικών εταιριών (Ψυχομάνης, 2003) ενώ μόνο πρόσφατα και μετά από πολυάριθμες καταγγελίες όχι μόνο δανειοληπτών αλλά και του Συνηγόρου του Καταναλωτή (01/11/2007), συγκροτήθηκε επιτροπή που θα καθορίσει τον τρόπο λειτουργίας και κυρίως εποπτείας αυτών των εταιριών. Την τελευταία περίοδο, οι τράπεζες φαίνεται να επιλέγουν τη μέθοδο «πώλησης» των επισφαλών δανείων τους (επιχειρηματικών και ιδιωτικών) σε εισπρακτικές εταιρίες. Με αυτήν την τακτική επιχειρούν να αποφύγουν τις ευθύνες για τις μεθόδους είσπραξης εξακολουθούν όμως να είναι νομικά εκτεθειμένες καθώς δημοσιοποιούν προσωπικά δεδομένα των δανειοληπτών ή των φορέων των εταιριών και ηθικά υπόλογες καθώς οι δανειολήπτες επέλεξαν μια τράπεζα για την κάλυψη των δανειακών αναγκών τους επειδή εκτίμησαν τη θέση της στην αγορά αλλά και την ικανότητά της να καλύψει τις ανάγκες τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και όλα αυτά συμβαίνουν την περίοδο της κρίσης που υποτίθεται ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την ανακούφιση των δανειοληπτών…

Με το παρόν άρθρο έγινε μια συνοπτική προσπάθεια για την καταγραφή των κυριότερων χαρακτηριστικών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ώστε να γίνει ακόμη πιο καθαρό σε ποιες επιχειρήσεις θα κατευθυνθούν τα 28 δισεκατομμύρια ευρώ της κρατικής ενίσχυσης.

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s