Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ποιες αλλαγές φέρνει η ανακεφαλαιοποίηση

 Του Γιώργου Τοζίδη

Πως ξεκίνησαν όλα…

 

Η διεθνής οικονομική κρίση ξεκίνησε με τις μαζικές επισφάλειες των ενυπόθηκων δανείων στην οικονομία των Η.Π.Α., που οδήγησε στη συνέχεια στο σπάσιμο της φούσκας των ακινήτων και κατ΄ επέκταση σε σημαντικές ζημιές των χρηματοπιστωτικών εταιριών. Μετά το αρχικό σοκ, ακολούθησαν οι παράπλευρες συνέπειες που είχαν να κάνουν με την έλλειψη εμπιστοσύνης και ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα που επεκτάθηκε στο σύνολο της οικονομίας, οδήγησε σε νέες ζημιές κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε ο φαύλος κύκλος διεύρυνσης των ζημιών και επέκτασης της κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μέχρι το τέλος της 10ετίας του 1970, το κύριο έργο των τραπεζών ήταν να  δανείζουν τις παραγωγικές επιχειρήσεις και τα κέρδη τους ήταν μέρος της υπεραξίας που αυτές (οι παραγωγικές επιχειρήσεις) αποσπούσαν από τους εργαζόμενους. Οι νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις επέφεραν αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων, μειώνοντας αντίστοιχα τις δανειακές ανάγκες τους ενώ η εξέλιξη της πληροφορικής είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών, οπότε η προσφυγή στον τραπεζικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών και λειτουργικών δαπανών των επιχειρήσεων, μειώθηκε σημαντικά. Για να αντικαταστήσουν τα δάνεια που δεν μπορούσαν να χορηγήσουν, πλέον, προς τις επιχειρήσεις, οι εμπορικές τράπεζες στράφηκαν στη στεγαστική και καταναλωτική πίστη. Οι κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της στροφής ήταν βαθιές. Με τη μετατροπή της  στέγης σε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο για την ικανοποίηση στεγαστικών ή καταναλωτικών αναγκών, μεγάλο ποσοστό των κερδών των τραπεζών προέρχονταν απευθείας από τους μισθούς και αυτό αποτέλεσε τη βασική αντίφαση που οδήγησε σε κρίση το σύστημα. Στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, οι μισθοί και τα ημερομίσθια αντιμετωπίζονται σαν κόστος που πρέπει άμεσα ή έμμεσα να μειωθεί. Δηλαδή, από θέση αρχής, το ίδιο το σύστημα έθεσε σε αμφισβήτηση την πηγή αποπληρωμής των δανείων που χορήγησε.

Η επέκταση των δραστηριοτήτων των τραπεζών είχε ως προαπαιτούμενο την απορρύθμιση του τραπεζικού συστήματος με την ουσιαστική κατάργηση των εποπτικών ελέγχων και τη συμμετοχή των εμπορικών τραπεζών στην έκδοση και πώληση χρεογράφων. Επιπλέον, καθιερώθηκε η «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών από τον πολιτικό έλεγχο. Ούτε οι ρυθμιστικές αρχές με την υιοθέτηση των ρυθμίσεων που συμπεριλαμβάνονταν στη «Βασιλεία Ι» και «Βασιλεία ΙΙ»,  ούτε, πολύ περισσότερο η αγορά και ο ανταγωνισμός αποδείχθηκαν αποτελεσματικοί στον έλεγχο των κινδύνων που αναλάμβαναν τα πιστωτικά ιδρύματα.

Οι αλλαγές στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα

 

Ανάλογη πορεία ακολούθησε και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Τον Ιούνιο του 1980, η Τράπεζα της Ελλάδος καθόρισε για τελευταία φορά τα τραπεζικά επιτόκια στη χώρα μας. Ο καθορισμός των επιτοκίων ίσχυσε μέχρι το 1987, οπότε τα ανώτατα όρια επιτοκίων καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με ελάχιστα όρια ενώ από το 1994 καταργήθηκαν και όλα τα ελάχιστα όρια που μέχρι τότε ίσχυαν.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μόλις πριν από είκοσι χρόνια, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα υπήρχαν εννέα (9) κρατικές εμπορικές τράπεζες, η Αγροτική Τράπεζα (Α.Τ.Ε.), τρεις (3) κρατικές επενδυτικές (Ε.Τ.Β.Α., Ε.Τ.Ε.Β.Α. και Τρ. Επενδύσεων) και δύο (2) κρατικές στεγαστικές (Κτηματική και Εθνική Στεγαστική). Το σύνολο των κρατικών τραπεζών έλεγχε ποσοστό μεγαλύτερο του 85% της αγοράς ενώ το υπόλοιπο ελεγχόταν από τις επτά (7) ιδιωτικές, τις δεκαεννιά (19) ξένες και τη μία ιδιωτική στεγαστική τράπεζα (Ασπίς).

Στο χρονικό διάστημα των 20 χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, το τραπεζικό σύστημα στη χώρα μας απορρυθμίσθηκε πλήρως. Ειδικότερα :

1. Καταργήθηκαν σταδιακά όλοι οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και όλοι οι διοικητικοί περιορισμοί της λειτουργίας των τραπεζών.

2. Μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, των εξαγορών και των συγχωνεύσεων δημιουργήθηκε ένα ολιγοπωλιακό τραπεζικό σύστημα (με κυριαρχία των ιδιωτικών τραπεζών), που σταδιακά κατέκτησε δεσπόζουσα θέση στην οικονομία (μεταξύ 1994 και 2005 η προστιθέμενη αξία που παράγεται από τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε από 3% του Α.Ε.Π. σε 5,5%[ΙΝΕ/ΓΣΕΕ/2007]) ενώ μειώθηκε δραστικά η δυνατότητα παρέμβασης του κράτους. Ο βαθμός συγκέντρωσης είναι υψηλότερος από το γενικό μέσο όρο του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.Τ./2008) και παρ΄ όλα αυτά προωθείται από κυβέρνηση και τραπεζίτες η ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωσή του μέσω της ανακεφαλαιοποίησης.

Η απορρύθμιση της λειτουργίας των τραπεζών, η ιδιωτικοποίηση και η ολιγοπωλιακή δομή του συστήματος συνετέλεσαν τόσο στην παραγωγική αποδιάρθρωση [π.χ. η απόκτηση της Ε.Τ.Β.Α. από την Τρ. Πειραιώς συνετέλεσε στη μετατροπή των βιομηχανικών περιοχών (ΒΙ.ΠΕ.) σε νεκροταφεία επιχειρήσεων] όσο και στη διαμόρφωση επιτοκίων καταθέσεων και δανεισμού που εύστοχα έχουν χαρακτηρισθεί «ληστρικά» από τους συναλλασσόμενους. Μόνο την περίοδο 2004 – 2009, οι τέσσερις «συστημικές» τράπεζες παρουσίασαν καθαρά κέρδη 11,4 δις ευρώ (βλέπε Πίνακα 1).

 

Πίνακας 1

ΚΕΡΔΗ ΚΑΙ ΦΟΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (2004-2009)

ΤΡΑΠΕΖΑ

ΚΕΡΔΗ*

ΦΟΡΟΙ*

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ

ΕΘΝΙΚΗ

3.879,12

819,72

21%

ALPHA

3.182,48

658,63

20,7%

EUROBANK

2.720

575

21%

ΠΕΙΡΑΙΩΣ

1.595,46

214

13%

ΣΥΝΟΛΟ

11.377,06

2.267,35

20%

*Ποσά σε εκατομμύρια ευρώ

Πηγή : Ισολογισμοί τραπεζών – Επεξεργασία στοιχείων Γ.Τ.

 

Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των κερδών προέκυψε από τη ραγδαία αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών όπως φαίνεται από τον Πίνακα 2 :

 

Πίνακας 2

ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ

(ποσά σε εκατομμύρια ευρώ)

ΣΥΝΟΛΟ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

2000

59.330

42.360,30

16.969,7

2010

257.846

123.244

118.119

ΜΕΤΑΒΟΛΗ

335%

191%

596%

Πηγή : (Έκθεση Διοικητή Τ.τ.Ε., 2011)

 

Πως προέκυψαν οι ανάγκες για την ανακεφαλαιοποίηση

 

Οι ανάγκες για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών προέκυψαν από τις ζημιές από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων, τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων και από τα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων των νοικοκυριών και της τεράστιας ύφεσης που πλήττει την ελληνική οικονομία.

Από την «Έκθεση για την Ανακεφαλαιοποίηση και Αναδιάταξη του Ελληνικού Τραπεζικού Τομέα» (στη συνέχεια η «Έκθεση») της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.), που στηρίχθηκε στη διαγνωστική μελέτη της BlackRock, προκύπτουν τα ακόλουθα:

1. Οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες για την κάλυψη των ζημιών από το PSI+ και τα επισφαλή δάνεια ανέρχονται σε 40,5 δισ. ευρώ. Μόνο για τις «συστημικές» τράπεζες (Εθνική, Alpha, Eurobank και Πειραιώς) οι κεφαλαιακές ανάγκες ανέρχονται σε 27,5 δισ. ευρώ (68% του συνόλου).

2. Οι καθαρές ζημιές από τη συμμετοχή των τραπεζών στην ανταλλαγή ομολόγων του ελληνικού δημοσίου και την απομείωση (προκειμένου να ιδιωτικοποιηθούν χωρίς βάρη) επιλεγμένων δανείων σε Δ.Ε.Κ.Ο. (Ο.Α.Σ.Α., ΤΡΑΜ Α.Ε., Ο.Σ.Ε., Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα) ανέρχονται σε 31,9 δισ. ευρώ μετά την αφαίρεση των ήδη σχηματισμένων για το λόγο αυτό ειδικών προβλέψεων (5,8 δισ. ευρώ).

3. Οι προβλεπόμενες ζημιές πιστωτικού κινδύνου από τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί στην Ελλάδα, ανέρχονται σε 36,8 δισ., στο εξωτερικό σε 8,2 δισ. και  σχετιζόμενες με το ελληνικό δημόσιο σε 1,8 δισ. ευρώ. Για την κάλυψη των ζημιών από τα παραπάνω δάνεια, οι τράπεζες έχουν σχηματίσει προβλέψεις συνολικού ύψους 24,7 δισ. ευρώ, (ποσοστό 53% – στοιχεία Δεκ. 2011). Σημειώνεται ότι οι έλληνες φορολογούμενοι θα επιβαρυνθούν με το ποσό των 8,2 δισ. ευρώ για την κάλυψη των ζημιών που έχουν οι ελληνικές τράπεζες που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό (!).

 

Πίνακας 4 Δάνεια σε καθυστέρηση

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

121.125

14,2%

17.199,75

ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ

74.634

20,2%

15.076

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΑ

30.236

36,3%

10.975,7

ΛΟΙΠΑ

1.660

 

 

ΣΥΝΟΛΟ

227.655

 

43.251,45

Πηγή: Έκθεση Διοικητή Τράπεζας της Ελλάδος 2012 (στοιχεία 31.12.2012)

 

4. Επιβεβαιώνονται, και με τα στοιχεία της «BlackRock», τόσο το σκάνδαλο της «παράδοσης»   της Α.Τ.Ε. στην Τρ. Πειραιώς όσο και το κυοφορούμενο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (Τ.Τ.). Τα οικονομικά προβλήματα των δύο τραπεζών προέκυψαν από τη συμμετοχή τους στην ανταλλαγή των ομολόγων και όχι από τα επισφαλή δάνεια. Αντίθετα, η Τρ. Πειραιώς (όπως και οι Alpha και Eurobank) θα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ακόμη και αν δεν είχε συμμετάσχει στο PSI+  αφού οι καθαρές εκτιμώμενες ζημιές από επισφαλή δάνεια (3,7 δισ. ευρώ) υπερβαίνουν τα ίδια κεφάλαια που διέθετε η τράπεζα κατά την 31.12.2011 (2,6 δισ. ευρώ).

5. Η εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών στηρίχθηκε και σε προβλέψεις για την εξέλιξη βασικών μακροοικονομικών μεγεθών όπως είναι το Α.Ε.Π. και ο δείκτης ανεργίας. Επειδή αυτές οι προβλέψεις έγιναν τον Νοέμβριο 2011 και έχουν ήδη ξεπεραστεί, οι κεφαλαιακές ανάγκες, λόγω πιστωτικού κινδύνου, θα είναι ακόμη μεγαλύτερες. Στον Πίνακα 5 παρουσιάζονται οι προβλέψεις στις οποίες στηρίχθηκε η μελέτη και οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις και προβλέψεις για τα αντίστοιχα μεγέθη :

 

Πίνακας 5

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΕΚΘΕΣΗΣ

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

Α.Ε.Π.

Δείκτης Ανεργίας

Α.Ε.Π.

Δείκτης Ανεργίας

2012

-3%

17%

-6,9%

27%

2013

1%

17%

-4,5%

30%

2014

2%

15%

0,4%

30%

 

Η συνέχιση της ύφεσης και η αύξηση της ανεργίας θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις ζημιές από επισφαλή δάνεια που ήδη διευρύνονται με γεωμετρική πρόοδο. Επιπλέον, η απόλυση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων  μέχρι το 2014, που θεωρούνταν οι καλύτεροι δανειολήπτες θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες στην εξυπηρέτηση των δανείων που έχουν λάβει. Η εκτιμώμενη διεύρυνση των ζημιών από επισφαλή δάνεια θα απαιτήσει και νέα κεφάλαια για την κάλυψή τους καθώς το απόθεμα των 5 δισ. ευρώ που προβλέπεται στη μελέτη θα καλύψει τις απώλειες των τραπεζών από την πρόσφατη επαναγορά ομολόγων (Δεκέμβριος 2012).

 

Το σκάνδαλο της ανακεφαλαιοποίησης

 

Ενώ η ανακεφαλαιοποίηση θα γίνει με κεφάλαια που θα επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος, η διοίκηση των τριών τραπεζικών ομίλων θα ασκείται είτε από τους ιδιώτες μετόχους (εφόσον ανταποκριθούν και καλύψουν το 10% της απαιτούμενης αύξησης κεφαλαίου) είτε από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ.), μέσω του οποίου θα διατεθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια. Ακόμη και στη δεύτερη περίπτωση, το ελληνικό δημόσιο δεν ασκεί κανέναν έλεγχο αφού το Τ.Χ.Σ. δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Επιπλέον η διοίκηση του ταμείου (τα 3 εκτελεστικά μέλη) διορίζεται με απόφαση του υπ. Οικονομικών, μετά από έγκριση του Euroworking Group.

Σημειώνεται ότι στη διοίκηση των τραπεζών συμμετέχουν, ήδη,  διεθνείς εταιρείες – ελεγκτές που έχουν διορισθεί από το Τ.Χ.Σ. ως επίτροποι και οι οποίοι έχουν αυξημένες αρμοδιότητες (δικαίωμα βέτο) όσον αφορά στον έλεγχο των δανείων (προς επιχειρήσεις, πολιτικά κόμματα, μετόχους κλπ), τον καθορισμό των όρων ρυθμίσεων και διαγραφών των δανείων σε καθυστέρηση και της επιτοκιακής πολιτικής. Έχουν, επίσης, λόγο στη διαμόρφωση της πολιτικής μισθών, των εργασιακών σχέσεων και της συνταξιοδοτικής πολιτικής.

Η ανάληψη αυτών των αρμοδιοτήτων από τους επιτρόπους σημαίνει ότι η πιστωτική πολιτική των τραπεζών θα καθορίζεται σύμφωνα με τα συμφέροντα της τρόικας παρά το γεγονός ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών γίνεται με δάνεια που θα κληθούν να αποπληρώσουν οι έλληνες φορολογούμενοι. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην οποία τοποθετούνται επίτροποι στις τράπεζες με απαίτηση της τρόικας. Ούτε στην Ιρλανδία (που η κρίση προήλθε από τις τράπεζες), ούτε στην Ισπανία (που η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της γίνεται με κεφάλαια του Ε.Μ.Σ.) τοποθετήθηκαν επίτροποι στις τράπεζες που ενισχύθηκαν.

Οι ιδιώτες μέτοχοι που θα συμμετέχουν στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, θα αποκτήσουν το δικαίωμα αγοράς εννέα επιπλέον μετοχών, εντός 5ετίας, έτσι ώστε να μπορέσουν να ανακτήσουν τον πλήρη έλεγχο των τραπεζών. Το σκάνδαλο έγκειται ότι η τιμή των νέων μετοχών προσδιορίζεται στο 50% του μέσου όρου των τελευταίων 50 συνεδριάσεων, δηλαδή σε πολύ χαμηλά επίπεδα καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα υπήρξε κύμα υποτιμητικής κερδοσκοπίας για τις μετοχές του τραπεζικού τομέα. Σύμφωνα με εκτίμηση της Alpha Bank, που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της, η απόδοση του δικαιώματος της μετοχής κυμαίνεται από 10% το πρώτο έτος μέχρι 358% (!) το πέμπτο.

Η ενδεχόμενη μη ανταπόκριση των μετόχων των τραπεζών δεν έχει να κάνει τόσο με την εκτίμηση ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα απαιτήσει και νέα κεφάλαια λόγω της ραγδαίας αύξησης των επισφαλειών (εξαιτίας της παρατεινόμενης ύφεσης και της αύξησης της ανεργίας) αλλά με την προσδοκία ότι θα τις αποκτήσουν πολύ πιο φθηνά μέσω του Τ.Χ.Σ.

Όμως η στήριξη των τραπεζών δεν εξαντλείται στην ανακεφαλαιοποίησή τους. Με την καθιέρωση του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών και μάλιστα σε επίπεδο ομίλου και όχι σε επίπεδο μητρικής σε συνδυασμό με την αύξηση του συντελεστή φορολογίας των τραπεζών από 20% σε 26%, οι τέσσερις «συστημικές» τράπεζες ενισχύονται με 4,9 δισ. ευρώ σε βάρος των φορολογικών εσόδων.

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν πρόκειται να συμβάλλει στην αναπτυξιακή διαδικασία, καθώς τα νέα κεφάλαια δεν πρόκειται να διατεθούν σε δάνεια προς την εσωτερική αγορά. Τα κεφάλαια προορίζονται για τη λογιστική εξυγίανση των τραπεζών με σκοπό να διατηρηθεί ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας στο 9% και τη μείωση της εξάρτησής τους από την Ε.Κ.Τ. και τον E.L.A. (Τ.τ.Ε.).

 

Πίνακας 6

Οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών

ΤΡΑΠΕΖΑ

ΑΥΞΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ*

 

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΙΔΙΩΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ*

ΕΘΝΙΚΗ

9.756

975,6

ΟΜΙΛΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

7.335

733

ΟΜΙΛΟΣ ALPHA

4.571

550

EUROBANK

5.839

0**

*Ποσά σε εκατ. ευρώ  ** Τα απαιτούμενα κεφάλαια θα καλυφθούν εξ ολοκλήρου από το Τ.Χ.Σ.

Πηγή: Μελέτη Τράπεζας της Ελλάδος

 

Η ένταση της συγκέντρωσης στον τραπεζικό τομέα

 

Με πρόσχημα τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία συγκέντρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος που είναι πρωτοφανής σε παγκόσμιο επίπεδο. Τους τελευταίους μήνες είχαμε :

Α. Τη σκανδαλώδη παράδοση της Αγροτικής Τράπεζας στην Τρ. Πειραιώς η οποία στη συνέχεια απέκτησε τη Γενική Τράπεζα, τα καταστήματα των τριών κυπριακών τραπεζών (Κύπρου, Λαϊκή, Ελληνική) και την Millenium Bank. Σημειώνεται ότι με βάση τα stress-tests που διενήργησε η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, η Τρ. Πειραιώς ήταν ουσιαστικά μια πτωχευμένη τράπεζα.

Β. Την απόκτηση από την Alpha Bank της Εμπορικής Τράπεζας, έναντι συμβολικού τιμήματος, από τη γαλλική Credit Agricole.

Γ. Τη συγχώνευση της Εθνικής με τη Eurobank. Για το θέμα αυτό γίνεται αναλυτική αναφορά πιο κάτω.

Παραμένει, πάντα σε εκκρεμότητα το θέμα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που αποτελεί «μήλον της έριδος» λόγω της μεγάλης καταθετικής βάσης που διαθέτει.

Οι παραπάνω εξελίξεις έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία τραπεζικών ομίλων που το ενεργητικό τους, ως ποσοστό του ελληνικού Α.Ε.Π., κυμαίνεται μεταξύ 40 και 100%. Την ίδια περίοδο που, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η συζήτηση σε όλο τον κόσμο είναι για το πώς θα βρεθούν τρόποι να σμικρύνουν τα μεγέθη των τραπεζών (διαχωρισμό δραστηριοτήτων, αυστηρότερη εποπτεία, σχέση ίδιων προς ξένα κεφάλαια, συνθήκες ανταγωνισμού) ώστε να μην ισχύει το αξίωμα «πολύ μεγάλος για να πτωχεύσει», στην Ελλάδα ακολουθείται μια αντίστροφη πορεία.

 

Η συγχώνευση Ε.Τ.Ε. – EUROBANK

 

Η αναστολή/ ματαίωση της συγχώνευσης Εθνικής – Eurobank, λόγω αντιρρήσεων της τρόικας, δημιούργησε πολλά ερωτήματα. Επισημαίνεται ότι:

1. Η διαδικασία απόκτησης της Eurobank από την Ε.Τ.Ε.  είχε σχεδόν ολοκληρωθεί αφού η δεύτερη είχε αποκτήσει ποσοστό 84,4% του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης.

2. Ήταν γνωστό από την αρχή και είχε γίνει αποδεκτό από την τρόικα, ότι δημιουργείται μια πολύ μεγάλη τράπεζα με ενεργητικό ίσο με το εγχώριο Α.Ε.Π.

3. Οι αντιρρήσεις της τρόικας μάλλον έχουν να κάνουν με τα σχέδια πώλησης της Εθνικής στο ξένο τραπεζικό κεφάλαιο, χωρίς την επιβάρυνση που θα προκύψει από τη συγχώνευση αφού πρόκειται ουσιαστικά για διάσωση της Eurobank.

4. Βασικός μέτοχος ελέγχοντας, άμεσα ή έμμεσα, το 23,9% του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής, εξακολουθεί να είναι το ελληνικό δημόσιο, με τα ασφαλιστικά ταμεία να ελέγχουν ποσοστό 13% που θα εκμηδενιστεί αν δεν συμμετέχουν στην α.μ.κ. Η μη συμμετοχή των ασφαλιστικών ταμείων στην αύξηση του μ.κ. της Εθνικής θα έχει σαν συνέπεια τόσο την απώλεια του ελέγχου της τράπεζας από το ελληνικό δημόσιο όσο και τη νέα μείωση της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων (μετά το «κούρεμα» των ομολόγων). Ήδη η τρόικα φέρεται να έχει διαμηνύσει προς την κυβέρνηση ότι δεν είναι αποδεκτή οποιαδήποτε συμμετοχή φορέα που σχετίζεται με το ελληνικό δημόσιο, στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου των «συστημικών» τραπεζών.

Η τοποθέτηση υπέρ ή κατά της συγχώνευσης των δύο τραπεζών εξαρτάται άμεσα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Εάν η ανακεφαλαιοποίηση γινόταν με την απόκτηση από το κράτος του ελέγχου της νέας τράπεζας αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια θετική εξέλιξη όσον αφορά στον έλεγχο των πόρων που διαχειρίζονται, στον τρόπο διευκόλυνσης των επιχειρήσεων και νοικοκυριών ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις τους και θα συνέβαλε στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Θα ήταν δυνατός ο διαχωρισμός της εμπορικής από την επενδυτική δραστηριότητα και θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα για την αυστηρότερη εποπτεία της λειτουργίας της (π.χ. δεσμεύσεις στην Τ.τ.Ε., σχέση ίδιων προς ξένα κεφάλαια). Αυτά τα μέτρα θα προσέδιδαν μεγαλύτερη αξιοπιστία στη νέα τράπεζα και θα προσέλκυαν και νέα κεφάλαια.

Η ίδια τράπεζα υπό τον έλεγχο του ιδιωτικού κεφαλαίου, είτε άμεσα με τη συμμετοχή των μετόχων στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είτε έμμεσα μέσω του Τ.Χ.Σ., θέτει σε δοκιμασία τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Η δημιουργία μιας τράπεζας «πολύ μεγάλης για να πτωχεύσει» που θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο του ιδιωτικού, ξένου ή εγχώριου, τραπεζικού κεφαλαίου και θα διαχειρίζεται πόρους ίσους με το Α.Ε.Π. της χώρας αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για το σύνολο της οικονομίας.

Όμως η ματαίωση της συγχώνευσης των δύο τραπεζών δεν έγινε για την αποτροπή του συστημικού κινδύνου. Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Εγγύησης των καταθέσεων όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών προϋποθέτει τον έλεγχό τους και δεν υπάρχει καλύτερος έλεγχος από την ιδιοκτησία των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών από το γερμανικό τραπεζικό κεφάλαιο.

 

Τα διδάγματα από την Κύπρο

 

Το «κούρεμα» των καταθέσεων στην Κύπρο, προϊδεάζει για τον τρόπο περιορισμού του τραπεζικού συστήματος που θα επιχειρηθεί και στην Ελλάδα γιατί θα αποδειχθεί, πολύ σύντομα, ότι οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης είναι σημαντικά μεγαλύτερες (λόγω ύφεσης, συνεχιζόμενης αύξησης της ανεργίας και μείωσης των εισοδημάτων). Η σμίκρυνση των ελληνικών τραπεζών θα επιδιωχθεί είτε με «κούρεμα» των καταθέσεων, ανάλογου με αυτό που έγινε στην Κύπρο είτε με το ξεπούλημα των μη τραπεζικών συμμετοχών που κατέχουν (π.χ. ξενοδοχεία, ασφαλιστικές, εταιρείες διαχείρισης ακινήτων) και του δικτύου εξωτερικού των ελληνικών τραπεζών που λειτουργούν άκρως ανταγωνιστικά με τράπεζες του γερμανικού τόξου (κύρια γερμανικές και αυστριακές). Ήδη οι ελληνικές τράπεζες έχουν προχωρήσει σε «αναγκαστική» (λόγω της έλλειψης ρευστότητας) πώληση θυγατρικών τους στο εξωτερικό που είναι σημαντικές πηγές των κερδών που εμφανίζουν τα 3 τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, μέχρι τώρα, η Eurobank πώλησε τη θυγατρική της (TEFKENBANK) στην Τουρκία, η Πειραιώς τη δική της στην Αίγυπτο (PIRAEUS BANK EGYPT) ενώ έχει δημοσιοποιηθεί, εδώ και μήνες, η πρόθεση της Εθνικής να πωλήσει σημαντικό ποσοστό της θυγατρικής της στην Τουρκία (FINANSBANK).

Το επιχείρημα που προβάλλεται περί ευθύνης ΚΑΙ των καταθετών για τις επενδυτικές επιλογές των τραπεζών είναι αποκαλυπτικό των πραγματικών προθέσεων των εμπνευστών του. Επιδιώκουν την απόσυρση των κεφαλαίων από τις τράπεζες του ευρωπαϊκού νότου και την αντίστοιχη ενίσχυση των γερμανικών τραπεζών. Δεν αρκούνται στη μέχρι σήμερα μεταφορά κεφαλαίων αλλά επιδιώκουν τη συνολική εξασθένηση των τραπεζών ώστε να γίνει πιο εύκολος ο έλεγχός τους. Γνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν οι απλοί καταθέτες να αξιολογούν τις τράπεζες και να πληρώνουν το ανάλογο κόστος, όταν η ίδια η Ε.Κ.Τ. (ή άλλες κεντρικές τράπεζες) δανειοδοτεί τις ίδιες τράπεζες χωρίς να αναλαμβάνει κανέναν κίνδυνο. Μόνη λύση είναι ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων των τραπεζών και η εγγύηση των καταθέσεων να ισχύει για τις τράπεζες που δεν ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα και περιορίζονται σε αμιγώς τραπεζικές εργασίες.

Μια επιπλέον παράμετρος που προέκυψε από τις εξελίξεις στην Κύπρο είναι ότι στα δύο κράτη του ελληνισμού εφαρμόσθηκαν μέτρα, το «κούρεμα» των ομολόγων και των καταθέσεων, που δεν έχουν εφαρμοσθεί, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, σε κανένα άλλο κράτος της ευρωζώνης.

 

Έλεγχος των τραπεζών από το ξένο κεφάλαιο

 

Γιατί είναι σημαντική η εθνικότητα του τραπεζικού συστήματος;

Οι τελευταίες εξελίξεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα άνοιξαν τη συζήτηση για ορισμένα κρίσιμα ζητήματα όσον αφορά στον «αφελληνισμό» του.

«Εγώ θέλω καλές τράπεζες. Δεν με νοιάζει αν είναι γαλλικές, αμερικανικές κλπ.» Η παραπάνω τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.) Γ. Προβόπουλου δεν εξέπληξε κανέναν. Άλλωστε ο ίδιος, ως πρόεδρος της Εμπορικής τράπεζας, υλοποίησε την πώλησή της στη γαλλική Credit Agricole (το 2006), προκειμένου να ενισχυθεί ο τραπεζικός ανταγωνισμός (!). Μετά από έξι χρόνια η Credit Agricole (C.A.) αποχώρησε από την Ελλάδα αφού, όμως, πρώτα κατέστρεψε το 50% των θέσεων εργασίας στην Εμπορική (περίπου 3.500).

Οι τράπεζες διαχειρίζονται πόρους που προέρχονται, κυρίως, από το εσωτερικό της χώρας. Ακόμη και στην Κύπρο, το 70% περίπου των καταθέσεων προέρχονταν από Ελλαδίτες και Κύπριους καταθέτες. Αυτοί οι πόροι (καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών) είναι πολλαπλάσιοι των ιδίων κεφαλαίων που τοποθετούν οι μέτοχοι. Ο τρόπος αξιοποίησης των καταθέσεων συνδέεται άμεσα με την εθνικότητα των κεφαλαίων που ελέγχουν την τράπεζα.

Η εμπειρία της C.A. (αλλά και της Societé Generale) έδειξε την «απέχθεια» των ξένων τραπεζιτών προς τις παραγωγικές επενδύσεις. Όπως αναφέρει ο Κ. Λαπαβίτσας, σε άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (14.04.2013), «ο δανεισμός για παραγωγικές επενδύσεις απαιτεί γνώση των συνθηκών του παραγωγικού ιστού, οι οποίες έχουν συγκεκριμένο εθνικό και τοπικό χαρακτήρα. Οι ξένες τράπεζες συνήθως δεν έχουν την ειδική γνώση που απαιτείται και άρα προτιμούν να δανείσουν για άλλους σκοπούς». Στα έξι χρόνια παρουσίας της στην Ελλάδα, η C.A. είχε σαν κύριο σκοπό τη μεταφορά πόρων (καταθέσεων) στη Γαλλία μέσω της προτροπής προς τους πελάτες της Εμπορικής να επενδύσουν σε προϊόντα της μητρικής.

Σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος από ξένα κεφάλαια, θα έχει σαν αποτέλεσμα την αποστέρηση της χώρας από τους απαραίτητους πόρους για τη χρηματοδότηση του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης που έχει ανάγκη. Όμως, σε μια οικονομία που, σύμφωνα με το υλοποιούμενο σχέδιο της τρόικας, οι υποδομές, οι στρατηγικές επιχειρήσεις ακόμη και η ακίνητη περιουσία του δημοσίου ανήκουν στο ξένο κεφάλαιο, είναι «φυσιολογικό» και οι τράπεζες να ελέγχονται από ξένους επενδυτές. Πολύ περισσότερο όταν με αυτόν τον έλεγχο, λόγω του υπερδανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων, αποκτάται ο έλεγχος και αυτών των επιχειρήσεων από το ξένο κεφάλαιο που θα τις μετατρέψει είτε σε υποκαταστήματα πολυεθνικών είτε σε τόνους από παλιοσίδερα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ  

 

Η επιχειρούμενη ανακεφαλαιοποίηση και συγκέντρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα έχει σαν αποτέλεσμα, τον άμεσο ή έμμεσο, έλεγχό του από το ξένο κεφάλαιο. Το ελληνικό παράδοξο, η διάσωση των τραπεζών να γίνεται με κεφάλαια που δανείζεται το ελληνικό δημόσιο και ο έλεγχός τους να μεταβιβάζεται σε ξένους πρέπει να αποτραπεί. Η κατάργηση των μνημονίων και η επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης θα πρέπει να έχει ως προμετωπίδα την εθνικοποίηση με εργατικό και  κοινωνικό έλεγχο όλων των τραπεζών που θα διασωθούν με κρατικά κεφάλαια.

Όμως με τον τρόπο που επιχειρείται η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών δυσκολεύει σημαντικά η εθνικοποίησή τους από μια κυβέρνηση της αριστεράς και κατά συνέπεια  απαιτείται η εκπόνηση συγκεκριμένου σχεδίου για τη διαδικασία και τα μέσα που θα απαιτηθούν ώστε οι τράπεζες να περάσουν στον έλεγχο του δημοσίου και της κοινωνίας και να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία χρηματοδότησης του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Για την αναστροφή της κατάστασης θα απαιτηθεί η αλλαγή του νόμου συγκρότησης του ταμείου αλλά και πάλι θα μείνει ανοικτό το ζήτημα καθώς οι ιδιώτες που θα συμμετάσχουν στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου θα αποκτήσουν το δικαίωμα αγοράς των μετοχών που κατέχει το ταμείο με προνομιακούς όρους εντός της επόμενης 5ετίας.

Ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος είναι απαραίτητος :

1. Γιατί αποτελεί τον έναν από τους πυλώνες του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης που έχει ανάγκη η χώρα προκειμένου να υπάρξει διέξοδος από την κρίση που θα ευνοεί τα φτωχά λαϊκά στρώματα και

2. Γιατί μόνο στα πλαίσια ενός τραπεζικού συστήματος που ελέγχεται από το κράτος μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ρύθμιση των δανείων των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που και το πρόβλημα να λύνει και να βοηθά στην ανάκαμψη της οικονομίας.

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s