Κάθε λιμάνι και καημός…

ΟΛΘ

Η ΟΛΘ Α.Ε. είναι ο φορέας διαχείρισης του Λιμένα Θεσσαλονίκης. Εχει -μέχρι το 2051- το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης της θαλάσσιας και χερσαίας ζώνης του λιμένα.

Το δικαίωμα επί της χερσαίας λιμενικής ζώνης αφορά το σύνολο των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στο ελληνικό Δημόσιο και έχουν παραχωρηθεί στην ΟΛΘ Α.Ε. Ο λιμένας Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει χώρο έκτασης 1.550 στρεμμάτων, εκτείνεται σε μήκος 3,5 χιλιομέτρων και βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον αστικό ιστό της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης βρίσκεται σε κομβική στρατηγική θέση στο σύστημα των Διευρωπαϊκών Δικτύων Μεταφορών (ΔΕΔ-Μ), σύμφωνα με την κατάταξη του οποίου ανήκει στον Διευρωπαϊκό Διάδρομο (ΔΔ) Ανατολής – Ανατολικής Μεσογείου, ο οποίος συνδέει τις θαλάσσιες πύλες της Βόρειας Θάλασσας, της Βαλτικής, της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου.

Βρίσκεται, επίσης, στο σημείο τομής των δύο βασικών οδικών αξόνων της χώρας, του ΠΑΘΕ (άξονας Βορρά – Νότου) και της Εγνατίας Οδού (άξονας Ανατολή – Δύση) ενώ συνδέεται και με τους ευρωπαϊκούς διαδρόμους ΙΧ και ΙV. Η στρατηγική σημασία και οι προοπτικές του λιμανιού είχαν επισημανθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, όταν οι Οθωμανοί ανέθεσαν σε γαλλική εταιρεία την κατασκευή της πρώτης προβλήτας με σκοπό τη διακίνηση εμπορευμάτων από και προς την Κεντρική Ευρώπη.

Τα οικονομικά στοιχεία της ΟΛΘ Α.Ε. είναι άριστα και χαρακτηρίζονται από την υψηλή κερδοφορία (ως ποσοστό επί των πωλήσεων), τις μηδενικές υποχρεώσεις και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, και την καθιστούν ως την εταιρεία με τα καλύτερα οικονομικά στοιχεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών και μία από τις καλύτερες εταιρείες στην Ευρώπη.

Ενδεικτικά, το σύνολο των διανεμόμενων κερδών την πενταετία 2011-2015 ανήλθε σε 81.244.800 ευρώ (από τα οποία το 74,27% ήτοι 60,3 εκατ. ήταν το μερίδιο του ελληνικού Δημοσίου). Επιπλέον, την ίδια χρονική περίοδο, το ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε 5,2 εκατ. ευρώ περίπου (2% επί του κύκλου εργασιών) ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσης του λιμένα.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιτυχημένη πορεία της εταιρείας έχουν παίξει μέχρι σήμερα οι σταθερές εργασιακές σχέσεις στον λιμένα Θεσσαλονίκης που διέπονται από τον Κανονισμό Οργάνωσης και Λειτουργίας, τον Κανονισμό Προσωπικού και τις κλαδικές και επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις.

Μια επένδυση με παρελθόν…

Το 2011, η εταιρεία Deloitte εκπόνησε για λογαριασμό της ΟΛΘ Α.Ε. ένα επιχειρησιακό σχέδιο (Business Plan), οι κυριότερες διαπιστώσεις του οποίου ήταν οι ακόλουθες:

  1. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης εμφανίζεται να διαθέτει την καλύτερη ανταγωνιστική θέση μεταξύ όλων των λιμανιών που μπορούν να εξυπηρετήσουν τη διαμετακόμιση εμπορευματοκιβωτίων από και προς τα Νότια Βαλκάνια. Συνεπώς, η διαμετακομιστική κίνηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα έτη.
  2. Η ανταγωνιστική θέση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης ενισχύεται σημαντικά τόσο από τις υποδομές και τον εξοπλισμό του όσο, κυρίως, και από το χαμηλό μεταφορικό κόστος από και προς τις αγορές-στόχους. Ο παράγοντας του μεταφορικού κόστους θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός και προσδίδει σημαντικό πλεονέκτημα στη Θεσσαλονίκη.
  3. Μελλοντικά ο ανταγωνισμός για τα διαμετακομιζόμενα φορτία της περιοχής εκτιμάται ότι θα προκύψει κυρίως από τα λιμάνια της Ριέκας, της Βάρνας, της Κονστάντσας και του Πειραιά, με τα δύο τελευταία να επικεντρώνονται στη μεταφόρτωση.

Συνεπώς, για να διατηρήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστική του θέση, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαιτείται να προχωρήσει σε επενδύσεις επέκτασης και ενίσχυσής του.

Για την ανάδειξη των παραπάνω δυνατοτήτων, η τότε διοίκηση της ΟΛΘ Α.Ε. αποφάσισε την υλοποίηση επενδυτικού προγράμματος συνολικού ύψους 234,9 εκατομμυρίων ευρώ που περιλάμβανε την επέκταση της έκτης προβλήτας (σταθμός εμπορευματοκιβωτίων) και την προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού.

Η χρηματοδότηση της επένδυσης ήταν εξασφαλισμένη από τη διαθέσιμη ρευστότητα της ΟΛΘ Α.Ε. και την προβλεπόμενη κερδοφορία της και συμπληρωματικά από εγκεκριμένο δάνειο της ΕΤΕπ (που είχε κρίνει επιλέξιμο το έργο) για το 50% της επένδυσης με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους (εικοσαετής περίοδος αποπληρωμής, πενταετής περίοδος χάριτος, χαμηλό επιτόκιο).

Ομως, η υλοποίηση του παραπάνω επενδυτικού προγράμματος ματαιώθηκε έπειτα από επιστολή του ΤΑΙΠΕΔ (9.1.2013), στην οποία αναφερόταν ότι εν όψει της «σχεδιαζόμενης αποκρατικοποίησης» οι εν λόγω επενδύσεις αναμένεται να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν από τους ιδιώτες επενδυτές.

Σήμερα, το θέμα της ακύρωσης της παραπάνω επένδυσης βρίσκεται στα χέρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς…

Το παρόν στα ίχνη του παρελθόντος

Στις 25.8.2014, η διοίκηση της ΟΛΘ Α.Ε. αποφάσισε τη σύνταξη Αναπτυξιακού Προγράμματος και Μελέτης Διαχείρισης (στη συνέχεια Master Plan) σύμφωνα με τον Ν. 4150/2013. Για την τεκμηρίωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του λιμένα ανατέθηκε στη διεθνή εταιρεία Ocean Shipping Consultants (O.S.C.), η εκπόνηση σχετικής μελέτης.

Το τελικό συμπέρασμά της είναι ότι «τα μελλοντικά μεγέθη του λιμένα είναι σε συνάρτηση με την επένδυση για την αύξηση της δυναμικότητάς του. Η ανάγκη επέκτασης του λιμένα είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη».

Το παραπάνω συμπέρασμα της O.S.C. ενισχύεται από την πρόσφατη εξέλιξη στις ναυτιλιακές μεταφορές που προέκυψε από τη διεύρυνση της Διώρυγας του Σουέζ που ευνοεί τη διέλευση φορτηγών πλοίων μεγαλύτερου όγκου τα οποία, όμως, απαιτούν μεγαλύτερα βάθη για την προσόρμισή τους, τα οποία δεν διαθέτει ο λιμένας Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα με τη σύνταξη του Master Plan, ανατέθηκε στην εταιρεία Deloitte η εκπόνηση νέου Business Plan για την κρίσιμη πενταετία 2017-2021, που είναι και η περίοδος που ο ιδιώτης παραχωρησιούχος θα δεσμευτεί να υλοποιήσει τις υποχρεωτικές επενδύσεις.

Στην τελική εκδοχή, που εγκρίθηκε από το Δ.Σ. της ΟΛΘ Α.Ε. και συμπεριελήφθη στο σχέδιο για τη νέα Σύμβαση Παραχώρησης Ελληνικού Δημοσίου – ΟΛΘ Α.Ε., προβλέπονται επενδύσεις συνολικού ύψους 308,9 εκατομμυρίων των οποίων η υλοποίηση τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση την οικονομική κατάσταση της ΟΛΘ Α.Ε., τη δυνατότητα χρηματοδότησης του επενδυτικού προγράμματος και, κυρίως, τις αναπτυξιακές δυνατότητες του λιμένα Θεσσαλονίκης.

Είναι χαρακτηριστικό το ενδιαφέρον που έδειξαν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων της ΟΛΘ Α.Ε. διεθνείς επενδυτικοί οίκοι κατά το πρόσφατο συνέδριο «TEN-T DAYS 2016» που διεξήχθη στο Ρότερνταμ (21-22/06/16) και οργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Με βάση τα παραπάνω, η μείωση από το ΤΑΙΠΕΔ (χωρίς σχετική απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου) του ύψους των δεσμευτικών επενδύσεων για την πρώτη πενταετία, που η αναγκαιότητά τους τεκμηριώνεται στο Master Plan, η χρηματοοικονομική δυνατότητα υλοποίησης στο Business Plan της ΟΛΘ Α.Ε. και έχει ομόφωνα (υπουργεία Οικονομικών και Ναυτιλίας και ΟΛΘ) συμπεριληφθεί στο σχέδιο της νέας Σύμβασης Παραχώρησης, γεννά σοβαρά και εύλογα ερωτήματα για τη σκοπιμότητά της:

  1. Με δεδομένα ότι: α) το 2012, στο μέσον της κρίσης, ο δημόσιος ΟΛΘ ήταν σε θέση, τεκμηριωμένα, να υλοποιήσει επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους 238,9 εκατ. και β) σήμερα ο δημόσιος ΟΛΘ εκτιμάται τεκμηριωμένα ότι μπορεί να υλοποιήσει επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους τουλάχιστον 308,9 εκατ. κατά την πενταετία 2017-2021, για ποιο λόγο το ΤΑΙΠΕΔ μειώνει τις υποχρεωτικές επενδύσεις που θα υλοποιήσει ο ιδιώτης παραχωρησιούχος (που υποτίθεται ότι θα «αξιοποιήσει» το λιμάνι) στο ύψος 190 εκατ. (χωρίς κανείς να διασφαλίζει ότι και αυτό το ποσό δεν θα μειωθεί περαιτέρω εάν το ζητήσουν οι «επενδυτές»);
  2. Επειδή η μη υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος οδηγεί σε σημαντική μείωση του μελλοντικού κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας της ΟΛΘ Α.Ε., που θα μειώσουν ανάλογα την παρούσα αξία της εταιρείας, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη μείωση της αξίας ενός τόσο σημαντικού δημόσιου περιουσιακού στοιχείου;
  3. Ποιος ωφελείται από τη μη υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος της ΟΛΘ Α.Ε. και τη συνεπαγόμενη ανάπτυξη του λιμένα Θεσσαλονίκης;
  4. Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη του λιμένα Θεσσαλονίκης θα επηρεάσει θετικά την τοπική και περιφερειακή οικονομία, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, σε μια περιοχή που μαστίζεται από την παραγωγική αποδιάρθρωση και είναι πρωταθλήτρια στην ανεργία, να υπονομεύσει αυτήν την προοπτική;

Η «αναγκαστική» παραχώρηση σε ιδιώτες της χρήσης του λιμένα Θεσσαλονίκης μπορεί και πρέπει να αντισταθμιστεί με την ανάδειξη και υλοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του όπως αυτές τεκμηριώνονται διαχρονικά από όλες τις σχετικές μελέτες. Οι προσπάθειες απαξίωσης του λιμένα Θεσσαλονίκης, από όποιους και αν προέρχονται, όποια συμφέροντα και εάν εξυπηρετούν, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Οσο πιο γρήγορα λάβουν το σχετικό μήνυμα τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς…

*οικονομολόγος, μέλος Δ.Σ. Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης Α.Ε.

Advertisements

ΟΙ  ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Του Γιώργου Τοζίδη

Η δημοσίευση από την ΕΛΣΤΑΤ των στοιχείων για τις εμπορευματικές συναλλαγές της Ελλάδας την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2015 διέψευσε την προπαγάνδα για τις δήθεν καταστροφικές συνέπειες της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων στις οικονομικές συναλλαγές. Αναλυτικά:

  1. Η συνολική αξία των εισαγωγών – αφίξεων ανήλθε στο ποσό των 43.580,9 εκατ. ευρώ έναντι 48.131,1 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2014, παρουσιάζοντας μείωση 9,5%. Η αντίστοιχη μεταβολή χωρίς τα πετρελαιοειδή, που επηρεάστηκαν από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, παρουσίασε αύξηση κατά 245,9 εκατ. ευρώ (+0,8%). Δηλαδή, παρά τους περιορισμούς στην κίνηση των κεφαλαίων, οι εισαγωγές όχι μόνο δεν μειώθηκαν αλλά, έστω οριακά, αυξήθηκαν.
  2. Η συνολική αξία των εξαγωγών – αποστολών ανήλθε στο ποσό των 25.804,4 εκατ. ευρώ έναντι 27.196,0 εκατ. ευρώ το 2014, παρουσιάζοντας μείωση 15,1%. Όμως, χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση κατά 1.135,6 εκατ. ευρώ (+7,3%).
  3. Το αποτέλεσμα των παραπάνω μεταβολών ήταν το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου να παρουσιάσει μείωση κατά 15,1% συνολικά ή κατά 7,3% χωρίς τα πετρελαιοειδή, σε σύγκριση με το 2014.

Εάν η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου το 2015 διέψευσε τους κινδυνολόγους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της δομής του κατά τη μνημονιακή περίοδο (μετά το 2008).  Από τους πίνακες Ι και ΙΙ προκύπτουν τα ακόλουθα:

  1. Οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 19.364 εκατ. ευρώ ή κατά 31%. Η αντίστοιχη μεταβολή χωρίς τα πετρελαιοειδή ήταν μείωση κατά 17.270 εκατ. ευρώ ή κατά 35%.
  2. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 7.867 εκατ. ευρώ ή κατά 44%. Όμως σε αυτήν την αύξηση συνέβαλε η αύξηση των εξαγωγών πετρελαιοειδών καθώς χωρίς αυτά, οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση κατά 2.324 εκατ. ευρώ ή κατά 14,6%.
  3. Όσον αφορά στη δομή των εισαγωγών, χωρίς τα πετρελαιοειδή, η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στα «Μηχανήματα και υλικό μεταφορών» (-47,6%), στα «Διάφορα Βιομηχανικά Είδη» (-40,8%) και στα «Βιομηχανικά Είδη» (-40,6%) και είναι αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης και της πτώσης της παραγωγικής δραστηριότητας.
  4. Στην αντίστοιχη δομή των εξαγωγών, η αύξηση των εξαγωγών «Τροφίμων και ζώντων ζώων» (1.032,8 εκατ. ευρώ) κάλυψε το 44,4% της συνολικής αύξησής τους με αποτέλεσμα το ποσοστό τους στο σύνολο των εξαγωγών να ανέλθει από 18% το 2008 σε 21,4% το 2015.

Τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι η συνολική κατεύθυνση ενός προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης θα πρέπει, σε πρώτη φάση, να είναι η υποκατάσταση των εισαγωγών και η διατροφική αυτάρκεια της χώρας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΤΑ ΕΤΗ 2008 – 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ 2008 2015
  ΠΟΣΑ (εκατ. €) % ΠΟΣΑ (εκατ. €) %
Τρόφιμα και ζώντα ζώα 5.380 8,5 5.085,8 11,7
Ποτά και καπνός 771 1,2 562 1,3
Πρώτες ύλες, μη βρώσιμες, εκτός καυσίμων 1.697 2,7 1.109,3 2,6
Ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά κλπ. 13.475 21,4 11.380,6 26,1
Έλαια και λίπη, ζωικής ή φυτικής προέλευσης 305 0.5 270,3 0,6
Χημικά προϊόντα 8.414 13,4 6.783,9 15,5
Βιομηχανικά είδη 8.188 13,0 4.859,6 11,1
Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 16.694 26,5 8.750,1 20,1
Διάφορα βιομηχανικά είδη 7.909 12,6 4.681,7 10,8
Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα 112 0,2 97,8 0,2
ΣΥΝΟΛΟ 62.945 100,0 43.580,9 100,00

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΤΑ ΕΤΗ 2008 – 2015

ΕΞΑΓΩΓΕΣ 2008 2015
  ΠΟΣΑ (εκατ. €) % ΠΟΣΑ (εκατ. €) %
Τρόφιμα και ζώντα ζώα 2.854 5,0 3.886,8 15,1
Ποτά και καπνός 598 3,3 667,1 2,6
Πρώτες ύλες, μη βρώσιμες, εκτός καυσίμων 783 4,4 1.031,1 4,0
Ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά κλπ. 2.056 11,5 7.599,4 29,5
Έλαια και λίπη, ζωικής ή φυτικής προέλευσης 362 2,0 718,8 2,8
Χημικά προϊόντα 2.339 13,0 2.721,4 10,5
Βιομηχανικά είδη 4.000 22,3 4.135,7 16,0
Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 2.474 13,8 2.617,9 10,1
Διάφορα βιομηχανικά είδη 1.989 11,1 1.826,7 7,1
Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα 481 2,7 599,6 2,3
ΣΥΝΟΛΟ 17.937 100 25.804,4 100,0

 

 

 

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως παλιά

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως παλιά

       

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Στο τεύχος Ιανουαρίου του περιοδικού Monthly Review δημοσιεύθηκε άρθρο του Christian Fuchs (1) με τίτλο Digital Labor and Imperialism (Ψηφιακή Εργασία και Ιμπεριαλισμός), στο οποίο ο συγγραφέας αναδεικνύει τις ομοιότητες του ιμπεριαλισμού του 21ου αιώνα με αυτόν του 20ου, που εύστοχα ανέδειξαν με τις μελέτες τους ο Λένιν (Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»), ο Μπουχάριν (Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια οικονομία) και η Λούξεμπουργκ (Συσσώρευση του κεφαλαίου).

Οι παγκόσμιες επικοινωνίες, με τη μορφή του τηλέγραφου και των διεθνών πρακτορείων ειδήσεων, έπαιζαν ήδη ρόλο στον ιμπεριαλισμό τον καιρό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, συμβάλλοντας στην οργάνωση του εμπορίου, των επενδύσεων, της συσσώρευσης, της εκμετάλλευσης της εργασίας και του ίδιου του πολέμου. Εκατό χρόνια αργότερα, έχουν αναδυθεί ποιοτικά διαφορετικά εργαλεία πληροφόρησης και επικοινωνίας όπως οι υπερυπολογιστές, το Διαδίκτυο, οι φορητοί υπολογιστές, τα κινητά τηλέφωνα και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Αλλά, όπως και στο παρελθόν, η υπερεκμετάλλευση της εργασίας στην περιφέρεια είναι αυτή που παράγει τα υπέρογκα κέρδη των δυτικών, κυρίως, πολυεθνικών (βλέπε σχετικό πίνακα).

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Apple. Σύμφωνα με τον κατάλογο του περιοδικού Fortune, η Apple είναι η 12η μεγαλύτερη πολυεθνική εταιρία. Τα κέρδη της αυξήθηκαν από 37 δισ. το 2013 σε 44,5 δισ. δολάρια το 2015. Το 56% των πωλήσεων της εταιρίας προέρχεται από τα iPhones, το 17% από τα iPads, το 13% από τα Macs και οι υπόλοιπες πωλήσεις αφορούν στα iTunes και λοιπές υπηρεσίες. Το μερίδιο της αμοιβής των Κινέζων εργατών στην τιμή του iPhone είναι μόλις 1,8% ενώ τα κέρδη της Apple αντιστοιχούν στο 58,5% της τιμής και των προμηθευτών της, μεταξύ των οποίων και η ταϊβανέζικη εταιρία Foxconn (τρίτου μεγαλύτερου εργοδότη στον κόσμο, που έγινε γνωστή λόγω των δεκαεπτά αυτοκτονιών εργατών της το 2010) στο 14,3% της τιμής. Δηλαδή, ένα iPhone6Plus δεν κοστίζει 299 δολάρια εξαιτίας του κόστους εργασίας αλλά λόγω των υπερκερδών της Apple που κερδίζει 175 δολάρια περίπου από την πώλησή του. Το υψηλό κόστος των προϊόντων της «νέας» οικονομίας οφείλεται στους ίδιους παράγοντες με αυτούς της «παλιάς»: στην υψηλή κερδοφορία και την υπερεκμετάλλευση της εργασίας.

Το παράδειγμα της Apple έχει και άλλες πλευρές τις οποίες ανέδειξε στο εξαιρετικό βιβλίο της, Το Επιχειρηματικό Κράτος-Ανατρέποντας Μύθους (Εκδόσεις Κριτική) η Μ. Mazzucato. Τα προϊόντα της Apple έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με τη χρήση των καινοτόμων τεχνολογιών, που έχουν αναπτυχθεί ευρέως μέσω της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης και έρευνας. Ποια ήταν τα έσοδα του αμερικανικού Δημοσίου από την αξιοποίηση αυτών των καινοτομιών; Η Apple, όπως κάθε πολυεθνική που σέβεται τους μετόχους της, μετέφερε το μεγαλύτερο ποσοστό των κερδών της σε φορολογικούς παραδείσους με αποτέλεσμα να φορολογείται στις ΗΠΑ μόνο για το 30% των συνολικών κερδών της.

Υπερκέρδη για τις πολυεθνικές, μειούμενα δημόσια έσοδα για τα κράτη λόγω της φοροδιαφυγής τους, λιτότητα, φτώχεια και ανασφάλεια για τους λαούς, καταστροφή του περιβάλλοντος. Το δίλημμα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» είναι, όσο ποτέ, επίκαιρο.

 

(1) Καθηγητής Κοινωνικών Μέσων στο Πανεπιστήμιο του Westminster και συνεκδότης του περιοδικού Τriple: Communication, Capitalism & Critique.

 

Οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη και ο παρασιτικός χαρακτήρας των ελληνικών επιχειρήσεων

Οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη και ο παρασιτικός χαρακτήρας των ελληνικών επιχειρήσεων

    

Του Γιώργου Τοζίδη

 

 

Σε πρόσφατο εράνισμα (φ. 283/24-10-2015) ασκήθηκε κριτική στην επιλογή των άμεσων ξένων επενδύσεων ως λύσης για την έξοδο από την κρίση. Στο σημερινό εράνισμα θα αξιοποιηθούν τα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat για τις δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) για το 2014 για να δειχθεί η «αδυναμία» και του επιχειρηματικού τομέα να παίξει αυτόν το ρόλο.

  1. Το 2014 τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δαπάνησαν περίπου 283 δισεκατομμύρια ευρώ για την Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α). Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 2,03% του ΑΕΠ της Ε.Ε. και είναι αυξημένο σε σύγκριση με το 2004 (1,76%). Το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανά η Ε.Ε. για Ε&Α είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό της Ν. Κορέας (4,15%/2013), της Ιαπωνίας (3,47%/2013) και των ΗΠΑ (2,81%/2012), είναι παρόμοιο με αυτό της Κίνας (2,08%/2013) ενώ είναι σημαντικά υψηλότερο της Ρωσίας (1,15%).
  2. Ο στόχος της Ε.Ε. είναι τα κράτη-μέλη να δαπανούν το 3% του ΑΕΠ για την Ε&Α. μέχρι το 2020. Το 2014, μόλις σε τρία κράτη-μέλη οι δαπάνες Ε&Α υπερέβαιναν το 3% (Φινλανδία 3,17%, Σουηδία 3,16% και Δανία 3,08%). Καθόλου τυχαία και οι τρεις παραπάνω χώρες κατατάσσονται μεταξύ των πρώτων στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.
  3. Ο τομέας των επιχειρήσεων πρωταγωνιστεί στις δαπάνες Ε&Α στην Ε.Ε. καθώς οι δαπάνες που πραγματοποιεί αντιστοιχούν στο 64% των συνολικών δαπανών ακολουθούμενος από την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (23%), την κυβέρνηση (12%) και τον μη κερδοσκοπικό ιδιωτικό τομέα (1%).
  4. Το ποσοστό των δαπανών Ε&Α στην Ελλάδα (0,83% του ΑΕΠ) είναι ένα από τα χαμηλότερα μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. παρά την αύξησή του σε σύγκριση με το 2004 (0,53%). Μόλις πέντε κράτη-μέλη (Ρουμανία, Κύπρος, Λετονία, Κροατία, Βουλγαρία) έχουν χαμηλότερα ποσοστά από τη χώρα μας. Τα αντίστοιχα ποσοστά των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου ήταν Ισπανία: 1,20%, Ιταλία: 1,29% και Πορτογαλία: 1,29%.
  5. Όμως μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των δαπανών Ε&Α ανά τομέα στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών-μελών, το ποσοστό των δαπανών του επιχειρηματικού τομέα (34% επί του συνόλου των δαπανών) υπολείπεται του ποσοστού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (38%) και είναι το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. (μόνο η Κύπρος και η Λιθουανία έχουν χαμηλότερα ποσοστά) ενώ είναι υψηλό και το ποσοστό της κυβέρνησης (27%).
  6. Το γεγονός ότι το ποσοστό των δαπανών Ε&Α της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι υψηλότερο, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του επιχειρηματικού τομέα και της κυβέρνησης, είναι αξιοσημείωτο λόγω της σημαντικής μείωσης της επιχορήγησής τους από το Ελληνικό Δημόσιο και αποστομώνει τους επικριτές του δημόσιου πανεπιστημίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ερευνητικές δημοσιεύσεις των ελληνικών ΑΕΙ αυξήθηκαν από 3.000 το 1993 σε περισσότερες από 10.000 το 2008 (αντιστοιχούσαν στο 1,2% των συνολικών δημοσιεύσεων των χωρών ΟΟΣΑ και στο 2,5% της Ε.Ε.).

Η ουσιαστική άρνηση του επιχειρηματικού τομέα να επενδύσει στην Ε&Α, παρά τη σημαντική επιδότηση των σχετικών δαπανών από εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, είναι μία ακόμη απόδειξη του παρασιτικού χαρακτήρα του και της συνεχούς υποβάθμισής του στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Ο ιδιωτικός τομέας, παρά τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (ή δραχμών παλιότερα) που αφαίμαξε από το Ελληνικό Δημόσιο και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, όχι μόνο δεν οδήγησε την ελληνική οικονομία στην ανάπτυξη και αναβάθμιση αλλά κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος στην κρίση (αφού φρόντισε πρώτα να μεταφέρει τις καταθέσεις των επιχειρήσεων και των μετόχων στο εξωτερικό). Ακόμη και σήμερα, ο Σύνδεσμος Εταιριών Βιομηχανιών ζητιανεύει τις επιχορηγήσεις του ΣΕΣ 2014-2020 και του νέου αναπτυξιακού νόμου, προκειμένου να επενδύσει στη χώρα. Η ενίσχυση των συνεταιρισμένων παραγωγών ως κυρίαρχου υποκειμένου της παραγωγικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας και η συνεργασία τους με τα ερευνητικά κέντρα των ΑΕΙ είναι μονόδρομος…

 

Γιατί πρέπει να προστατευθεί η μικρή επιχείρηση

Γιατί πρέπει να προστατευθεί η μικρή επιχείρηση

     

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Οι πολύ μικρές, καθώς επίσης και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), θεωρούνται οι βασικοί συντελεστές της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), σύμφωνα με σχετικό δελτίο τύπου της Eurostat (17/11/2015). Το 2012, η συντριπτική πλειοψηφία (92,7%) των 22,3 εκατομμυρίων επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, ανήκε στην κατηγορία των πολύ μικρών επιχειρήσεων (από 0 μέχρι 9 εργαζομένους), το 7,1% ήταν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (από 10 μέχρι 249 εργαζόμενους) και μόλις το 0,2% ήταν μεγάλες επιχειρήσεις (με περισσότερους από 250 εργαζομένους).

Τα υψηλότερα ποσοστά πολύ μικρών επιχειρήσεων (μέχρι 9 εργαζόμενοι) καταγράφηκαν στην Ελλάδα (96,7%), τη Σλοβακία (96,5%), την Τσεχία (96%), την Πολωνία και την Πορτογαλία (95,2%), την Ιταλία (94,9%) και τη Γαλλία (94,8%). Το μερίδιο των μικρών επιχειρήσεων (10-49 εργαζόμενοι) ήταν μικρότερο του 10% σε όλα τα κράτη-μέλη εκτός από τη Γερμανία (14,7%), την Αυστρία (10,9%), το Λουξεμβούργο (10,6%) και τη Ρουμανία (10,2%). Σε αυτά τα τέσσερα κράτη-μέλη καταγράφηκαν και τα υψηλότερα ποσοστά μεσαίων επιχειρήσεων (50-249 εργαζόμενοι). Το ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων (τουλάχιστον 250 εργαζόμενοι) ήταν μικρότερο του 0,5% σε όλα τα κράτη-μέλη, για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία.

Στην πλειοψηφία των κρατών-μελών, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούσαν αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων. Το υψηλότερο ποσοστό (άνω του 40%) καταγράφηκε στα κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού νότου: Ελλάδα (58,6%), Ιταλία (46,4%), Πορτογαλία (42,3%) και Ισπανία (40,8%). Αντίθετα, μόλις ένας στους πέντε εργαζόμενους απασχολείτο σε πολύ μικρή επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο (17,3%), Λουξεμβούργο (18,0%) και Γερμανία (19%). Σε επίπεδο Ε.Ε., οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν οι μεγαλύτεροι εργοδότες (απασχολούσαν το 33% όλων των εργαζομένων), ακολουθούμενες από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (29,2%), τις μικρές επιχειρήσεις (20,8%) και τις μεσαίες επιχειρήσεις (17,2%).

Το 2012 δημιουργήθηκαν 2,3 εκατομμύρια νέες επιχειρήσεις στην Ε.Ε. Οι χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό νεοφυών επιχειρήσεων ήταν η Γαλλία (308.000), η Ιταλία (275.000), η Ισπανία (248.000), το Ηνωμένο Βασίλειο (242.000), η Γερμανία (238.000) και η Πολωνία (229.000). Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι νεοφυείς επιχειρήσεις δεν απασχολούσαν ούτε ένα εργαζόμενο. Το υψηλότερο ποσοστό τους καταγράφηκε στη Γαλλία (92,3%), την Πολωνία (86,9%), την Ολλανδία (86,4%) και την Τσεχία (86,1%). Μόνο σε τρία κράτη-μέλη, η πλειοψηφία των νεοφυών επιχειρήσεων απασχολούσε από έναν μέχρι τέσσερις εργαζομένους: το Ηνωμένο Βασίλειο (80,5%), την Κύπρο (67,7%) και την Κροατία (47,7%). Σε επίπεδο Ε.Ε., το 70,8% των νεοφυών επιχειρήσεων δεν απασχολούσαν ούτε ένα εργαζόμενο, το 26,4% από έναν μέχρι τέσσερις, το 1,9% από πέντε μέχρι εννέα και μόλις το 0,9% περισσότερους από δέκα εργαζομένους. Σε επίπεδο Ε.Ε., οι νεοφυείς επιχειρήσεις χωρίς κανένα εργαζόμενο αντιστοιχούσαν στο 46,9% της απασχόλησης σε αυτήν την κατηγορία των επιχειρήσεων, όσες απασχολούσαν από έναν μέχρι τέσσερις στο 31,1%, από πέντε μέχρι εννέα στο 8,3% και περισσότερους από δέκα εργαζόμενους απασχολούσε το 14,3% των νεοφυών επιχειρήσεων. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για τη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα ενώ η Eurostat δεν αναφέρει και τους κλάδους στους οποίους δημιουργούνται αυτές οι επιχειρήσεις.

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει η σπουδαιότητα των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων τόσο για την Ελλάδα όσο και για το σύνολο της Ε.Ε. (ιδιαίτερα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους απασχολούνταν σε αυτές τις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων το 2012 ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. ήταν 50%. Η σωτηρία αυτών των επιχειρήσεων, που γίνεται και πάλι επίκαιρη με τη συζήτηση για τα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια, αποκτά εξαιρετική σπουδαιότητα και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

 

O μύθος των ξένων επενδύσεων

O μύθος των ξένων επενδύσεων

 Γιώργου Τοζίδη

Με αφορμή την επίσκεψη του προέδρου Ολάντ και των υποψήφιων Γάλλων «επενδυτών» στην Ελλάδα, η στήλη ανατέμνει το ζήτημα των ξένων επενδύσεων που επιχειρείται να μετατραπεί στη μνημονιακή «Μεγάλη Ιδέα του Έθνους» για την έξοδο από την κρίση.

  1. Τι ορίζεται ως άμεση ξένη επένδυση (ΑΞΕ); Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «είναι η διεθνής επένδυση που πραγματοποιείται από μία οντότητα (άμεσος επενδυτής) με σκοπό την απόκτηση διαρκούς συμμετοχής σε μία άλλη οντότητα που δραστηριοποιείται σε διαφορετική χώρα από αυτήν του άμεσου επενδυτή. Η διαρκής συμμετοχή υφίσταται εφόσον το ποσοστό που αποκτάται είναι τουλάχιστον 10% του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης».
  2. Η διεθνής συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή για τις ΑΞΕ. Σύμφωνα με το World Investment Report (2014), που εκδίδεται από τη Διάσκεψη για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη του ΟΗΕ (UNCTAD), οι εισροές των παγκόσμιων ΑΞΕ μειώθηκαν κατά 16% το 2014 σε σύγκριση με το 2013. Η μείωση αυτή αποδίδεται στην ευθραυστότητα της παγκόσμιας οικονομίας, την πολιτική αβεβαιότητα και τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια χρονιά άλλα μακροοικονομικά μεγέθη, όπως το ΑΕΠ, το εμπόριο, η απασχόληση και οι ακαθάριστες επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά, βελτιώθηκαν. Οι παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά τις ΑΞΕ επιδεινώθηκαν και την τρέχουσα χρονιά ενώ εκτιμάται ότι δεν θα βελτιωθούν ούτε το 2016 καθώς όλοι οι διεθνείς οργανισμοί σπεύδουν να μεταβάλλουν τις προβλέψεις τους για τα μακροοικονομικά μεγέθη προς το χειρότερο.
  3. Ανάλογα είναι τα συμπεράσματα και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που στο μηνιαίο δελτίο του Δεκεμβρίου 2014 αναφέρει: «Η έντονη μείωση των επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ είναι γενικευμένο φαινόμενο για όλες τις συνιστώσες των επενδύσεων. Οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν λόγω του πολύ περιορισμένου δημοσιονομικού περιθωρίου ελιγμών. Όσον αφορά τις επενδύσεις σε κατοικίες, ουσιαστικά δεν υπάρχουν ενδείξεις ανάκαμψης και η υπό εξέλιξη διαδικασία προσαρμογής στην αγορά κατοικιών αναμένεται να εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό ανασχετικό παράγοντα. Επιπλέον, οι παρατηρούμενες χαμηλές επιχειρηματικές επενδύσεις συμπίπτουν με ιδιαίτερα πενιχρές εξαγωγικές επιδόσεις και αυξημένη αβεβαιότητα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη μελλοντική πολιτική που θα ακολουθήσουν οι κυβερνήσεις. Όσον αφορά το μέλλον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη συγκρατημένη αύξηση του ΑΕΠ και την ανάγκη για περαιτέρω απομόχλευση στο Δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, η ανάκαμψη των επενδύσεων είναι πιθανόν να παραμείνει υποτονική στο εγγύς μέλλον. Οι αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις επίσης αποτελούν καθοδικό κίνδυνο».
  4. Επιπλέον, τα στατιστικά στοιχεία για τις εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα δεν δικαιολογούν την εναπόθεση της σωτηρίας της χώρας στις ΑΞΕ καθώς ιστορικά το ποσοστό τους ήταν εξαιρετικά χαμηλό. Ακόμη και την περίοδο πριν από την κρίση (2000-2008) που σημαδεύτηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την ιδιωτικοποίηση μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων (π.χ. ΟΤΕ, Εμπορική Τράπεζα, Γενική Τράπεζα), οι εισροές ΑΞΕ ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 18.710 εκατομμυρίων δολαρίων όταν στην Πορτογαλία το αντίστοιχο ποσό ήταν 46.321 εκατ. και στην Ε.Ε. ήταν 4,37 τρισεκατομμύρια δολάρια (στοιχεία ΟΟΣΑ). Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι επιπτώσεις στις θέσεις εργασίας που είχαν οι παραπάνω επενδύσεις. Για παράδειγμα η απόκτηση του ΟΤΕ από τη Deutsche Telekom είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση 7.817 (-53%) θέσεων εργασίας τη δεκαετία 2005-2014 ενώ ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η περίπτωση της Εμπορικής Τράπεζας. Η απόκτησή της από την Credit Agricole (μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο) είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνισή της από τον τραπεζικό χάρτη της χώρας και την κατάργηση 6.500 περίπου θέσεων εργασίας.

Το ζήτημα των άμεσων ξένων επενδύσεων αλλά και γενικότερα των επενδύσεων που έχει ανάγκη η χώρα δεν εξαντλείται στα πλαίσια ενός ερανίσματος. Η στήλη δεσμεύεται ότι θα επανέλθει στο θέμα…

 

To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;


To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;

    

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την αποδοχή του νέου μνημονίου είναι ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η συνακόλουθη καταστροφή της οικονομίας. Είτε πρόκειται για συγγνωστή ή ασύγγνωστη πλάνη, τα αποτελέσματα και του νέου μνημονίου θα είναι μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια και ολοκλήρωση της μετατροπής της χώρας σε τουριστικό θέρετρο, φθηνό γηροκομείο και οικόπεδο για τη διακίνηση εισαγόμενων προϊόντων και ενεργειακών πόρων. Εάν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, δεν θα έχει σημασία εάν η χώρα βρίσκεται εντός ή εκτός της ευρωζώνης…

Τα προηγούμενα μνημόνια στηρίχθηκαν στο παρακάτω τρίπτυχο:

  1. Δανεισμός για την αποπληρωμή δανείων. Το ορατό αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του δημόσιου χρέους και του σχετικού δείκτη (χρέος/ ΑΕΠ) στο 177% το 2014. Το νέο πρόγραμμα θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος με ένα επιπλέον 25% του ΑΕΠ με αποτέλεσμα να εκτιμάται ότι, μετά από δύο χρόνια, θα προσεγγίζει, σε ονομαστικούς όρους, το 200% του ΑΕΠ.
  2. Προσήλωση στην αυστηρή λιτότητα (δραστική μείωση μισθών και συντάξεων) και τη σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή με στόχο την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα μείωση κατά 25% του ΑΕΠ πρωτοφανή ανεργία και φτώχεια.
  3. Δομικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική ασφάλιση, στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με κοινό παρονομαστή την κατάργηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και την απορρύθμιση των αγορών ώστε να κτυπηθεί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Στο παραπάνω τρίπτυχο στηρίζεται και το νέο μνημόνιο. Όμως είναι ο ορισμός της βλακείας να πιστεύεις ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική, που τα πέντε προηγούμενα χρόνια παρήγαγε ύφεση, ανεργία και φτώχεια, τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά (ανάπτυξη και ευημερία) επειδή τα μέτρα θα υλοποιούνται από μία «αριστερή» κυβέρνηση. Άλλωστε τα πρώτα μέτρα ήταν ενδεικτικά για το τι πρόκειται να επακολουθήσει: ο ΦΠΑ αυξήθηκε σε προϊόντα και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης και όχι π.χ. σε προϊόντα και υπηρεσίες πολυτελείας, οι τράπεζες αναγορεύθηκαν σε προνομιακούς δανειστές σε βάρος του δημοσίου, των ασφαλιστικών ταμείων και των εργαζομένων και από τη νομοθετική υιοθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τις τράπεζες αφαιρέθηκαν οι διατάξεις για τον σεβασμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την τήρηση των υποχρεώσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την ανάγκη ουσιαστικής διαβούλευσης με τα σωματεία των εργαζομένων.

Η ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς τεκμηριώνει την εκτίμηση για την αποτυχία του προγράμματος. Δεν υπάρχει προηγούμενο παράδειγμα βελτίωσης της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τη διευκόλυνση των τραπεζών να προχωρούν σε πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων σε μία αγορά που έχει καταρρεύσει. Αντίθετα, οι συνέπειες θα είναι αρνητικές για τις τράπεζες καθώς τα έσοδα από τους πλειστηριασμούς θα υπολείπονται σημαντικά των ενυπόθηκων αξιών που είναι εγγεγραμμένες στα χαρτοφυλάκιά τους με αποτέλεσμα οι ζημίες τους να αυξάνονται και να αναγκάζονται σε πρόσθετες προβλέψεις και επί των εξυπηρετούμενων δανείων.

Ιδιωτικοποιήσεις

Η αμφισβήτηση για την επιτυχία του νέου προγράμματος επεκτείνεται και στο νέο ταμείο για τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακόμη και οπαδοί των ιδιωτικοποιήσεων εκτιμούν ότι ζητείται από την Ελλάδα να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις «με το πιστόλι στον κρόταφο», αμφισβητούν την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ενώ επισημαίνουν και τον κίνδυνο των εξευτελιστικών τιμών ενώ στηλιτεύουν και το γεγονός ότι το 75% των εσόδων θα κατευθυνθεί άμεσα ή έμμεσα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύγλωττα. Πώς θα εκτιμηθεί η παρούσα αξία υποδομών (όπως ο σιδηρόδρομος και τα λιμάνια) που μπορούν να αξιοποιήσουν ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξή τους αφού έχουν, ήδη, ενταχθεί στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών; Πώς θα συμβάλλουν οι ιδιωτικοποιήσεις στην ανάπτυξη όταν, μέχρι τώρα, η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ) αλλά και από την εξαφάνισή τους από την αγορά (π.χ. Εμπορική Τράπεζα);

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει ήδη υλοποιήσει μέτρα σκληρής λιτότητας, το ΑΕΠ έχει καταρρεύσει και έχει εισέλθει σε έναν κύκλο χρέους – αποπληθωρισμού. Στη θεωρία, το αντίδοτο είναι η αναθέρμανση της οικονομίας για να διαρραγεί αυτός ο κύκλος και να επανέλθει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης. Αντί για την αναθέρμανση, το νέο μνημόνιο επιβάλλει τη λήψη και άλλων μέτρων λιτότητας και απορρύθμισης των αγορών. Για να μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις, τα μέτρα που απαιτεί το ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης (ώστε να εκπληρωθεί ο σχετικός όρος που προβλέπεται στο άρθρο 13 του καταστατικού του ΕΜΣ) είναι σαφή: Όχι κατάργηση των προηγούμενων αντεργατικών ρυθμίσεων για τον βασικό μισθό, τη διαιτησία, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και λήψη επιπλέον μέτρων για τις ομαδικές απολύσεις και την κήρυξη απεργιών. Ακόμη το ΔΝΤ ζητά την περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών όταν, σύμφωνα με την Eurostat, το 2014 μειώθηκαν κατά 10,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης στην Ε.Ε.-28).

Πέρα, όμως, από την αποτυχία ή επιτυχία του νέου προγράμματος, το πρόβλημα είναι η ίδια η δημοκρατία. Το ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχει καμία εξουσία να νομοθετεί χωρίς την έγκριση των δανειστών αλλά μόνο να εφαρμόζει τα θελήματά τους. Όπως έγραψε ο P. Mason: «Εάν η δημοκρατία δεν μπορεί να εκφράσει ψευδαισθήσεις και τρελές ελπίδες· εάν δεν μπορεί να εμπεριέχει αφηγήσεις συναισθημάτων και ιδανικών, πεθαίνει». Θα αφήσουμε τη δημοκρατία να πεθάνει στην πατρίδα μας;

 

*** Continue reading