Εδώ ο κόσμος καίγεται…

Εδώ ο κόσμος καίγεται…

Του Γιώργου Τοζίδη       

Ενώ η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μία φάση αναταραχής με άγνωστη την τελική κατάληξη και οι χώρες της Ενωμένης Ευρώπης (Ε.Ε.) αντιμετωπίζουν, για πρώτη φορά μετά την ίδρυσή της, τρεις μεγάλες κρίσεις ταυτόχρονα (υψηλό δημόσιο χρέος, οικονομική στασιμότητα και Προσφυγικό), η πρόσφατη «ανάκριση» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ε.Κ.) του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.) M. Draghi κατέδειξε τις δογματικές εμμονές των Γερμανών που οδηγούν, με μαθηματική βεβαιότητα, την Ε.Ε. σε διάλυση.

Αρχικά, ερωτήθηκε ο M. Draghi εάν αληθεύουν οι συζητήσεις της ΕΚΤ με την ιταλική κυβέρνηση για την ένταξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μεδ) των ιταλικών τραπεζών στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ο M. Draghi απάντησε ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται να αγοράσει μεδ απευθείας αλλά μπορεί να τα κάνει αποδεικτά ως εξασφαλίσεις για την παροχή δανειακών κεφαλαίων (σημ. μία εξέλιξη που εξυπηρετεί και τις ελληνικές τράπεζες). Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ένταξη των μεδ στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία απλή επέκταση του προγράμματος με στόχο την αποτροπή οικονομικής καταστροφής. Όμως οι Γερμανοί φοβούνται ότι με αυτόν τον τρόπο, η ΕΚΤ θα πλημμυρίσει από τοξικά δάνεια του ευρωπαϊκού νότου και οι ζημίες θα διαχυθούν στο σύνολο της ευρωζώνης.ΟM. Draghiέχει δείξει την αποφασιστικότητά του να αντιπαρατεθεί στη γερμανική κυβέρνηση στο παρελθόν και η δήλωσή του ότι η ΕΚΤ θα κάνει αποδεκτά τα μεδ ως εξασφαλίσεις για την παρεχόμενη ρευστότητα, αποδεικνύει ότι το ίδιο πρόκειται να πράξει και τώρα.

Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα καθώς ο πρόεδρος της ΕΚΤ ερωτήθηκε για την πρόταση του Συμβουλίου των Γερμανών Σοφών,με την υποστήριξη του W. Schaeuble και της Bundesbank,που υιοθετεί τον τρόπο διάσωσης των ευρωπαϊκών τραπεζών που ισχύει από φέτος και στην περίπτωση που ένα κράτος-μέλος αδυνατεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος.Για παράδειγμα, εάν η Πορτογαλία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της, οι κάτοχοι των πορτογαλικών ομολόγων θα είναι οι πρώτοι που θα υποστούν το κόστος αυτής της αθέτησης. ΟM. Draghi αρνήθηκε να απαντήσει διότι η υιοθέτηση αυτής της πρότασης θα προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων και θα εκτινάξει τα επιτόκια δανεισμού των χωρών, κυρίως, του ευρωπαϊκού νότου. Άλλωστε, θα έπρεπε να θυμίσει ότι εάν ίσχυε κάτι ανάλογο το 2010, οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες θα έπρεπε να «κουρέψουν» τα ελληνικά ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους με άγνωστες συνέπειες για την οικονομική ευρωστία τους.

Η συζήτηση στο Ε.Κ. είναι η τελευταία εξέλιξη της αντιπαράθεσης που έχει διαιρέσει την Ευρώπη μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Από τη μία πλευρά είναι ο ευρωπαϊκός βορράς, καθοδηγούμενος από τη Γερμανία, που επιθυμεί να επιβάλλει δημοσιονομική πειθαρχία με μηδενισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και δραστικό περιορισμό των δημόσιων χρεών. Από την άλλη είναι ο Ευρωπαϊκός Νότος, με κύριο εκπρόσωπο την Ιταλία, που δεν βλέπει, πλέον, άλλη διέξοδο από την κρίση παρά μόνο την αύξηση των διαθέσιμων δημόσιων πόρων που προέρχονται από την ΕΚΤ και κατευθύνονται σε επενδύσεις στις υποδομές, την παιδεία, την καινοτομία, την υγεία και την πρόνοια.

Η αντιπαράθεση Βορρά-Νότου στην Ευρωζώνη έχει εισέλθει, πλέον, στην τελική φάση καθώς επηρεάζεται άμεσα και από την παγκόσμια αναταραχή. Η υιοθέτηση των προτάσεων της ιταλικής κυβέρνησης σημαίνει την παροχή εγγυήσεων και ρευστότητας από την ΕΚΤ προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα. Αντίθετα, η επιβολή των γερμανικών θέσεων σημαίνει ακόμη αυστηρότερους όρους διαχείρισης του δημόσιου χρέους και δημοσιονομικής προσαρμογής. Η κατάληξη της αντιπαράθεσης θα προσδιοριστεί, όπως πάντα, από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, με όποιον τρόπο αυτός επιλέξει…

 

Advertisements

Γιατί πρέπει να προστατευθεί η μικρή επιχείρηση

Γιατί πρέπει να προστατευθεί η μικρή επιχείρηση

     

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Οι πολύ μικρές, καθώς επίσης και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), θεωρούνται οι βασικοί συντελεστές της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), σύμφωνα με σχετικό δελτίο τύπου της Eurostat (17/11/2015). Το 2012, η συντριπτική πλειοψηφία (92,7%) των 22,3 εκατομμυρίων επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, ανήκε στην κατηγορία των πολύ μικρών επιχειρήσεων (από 0 μέχρι 9 εργαζομένους), το 7,1% ήταν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (από 10 μέχρι 249 εργαζόμενους) και μόλις το 0,2% ήταν μεγάλες επιχειρήσεις (με περισσότερους από 250 εργαζομένους).

Τα υψηλότερα ποσοστά πολύ μικρών επιχειρήσεων (μέχρι 9 εργαζόμενοι) καταγράφηκαν στην Ελλάδα (96,7%), τη Σλοβακία (96,5%), την Τσεχία (96%), την Πολωνία και την Πορτογαλία (95,2%), την Ιταλία (94,9%) και τη Γαλλία (94,8%). Το μερίδιο των μικρών επιχειρήσεων (10-49 εργαζόμενοι) ήταν μικρότερο του 10% σε όλα τα κράτη-μέλη εκτός από τη Γερμανία (14,7%), την Αυστρία (10,9%), το Λουξεμβούργο (10,6%) και τη Ρουμανία (10,2%). Σε αυτά τα τέσσερα κράτη-μέλη καταγράφηκαν και τα υψηλότερα ποσοστά μεσαίων επιχειρήσεων (50-249 εργαζόμενοι). Το ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων (τουλάχιστον 250 εργαζόμενοι) ήταν μικρότερο του 0,5% σε όλα τα κράτη-μέλη, για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία.

Στην πλειοψηφία των κρατών-μελών, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούσαν αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων. Το υψηλότερο ποσοστό (άνω του 40%) καταγράφηκε στα κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού νότου: Ελλάδα (58,6%), Ιταλία (46,4%), Πορτογαλία (42,3%) και Ισπανία (40,8%). Αντίθετα, μόλις ένας στους πέντε εργαζόμενους απασχολείτο σε πολύ μικρή επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο (17,3%), Λουξεμβούργο (18,0%) και Γερμανία (19%). Σε επίπεδο Ε.Ε., οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν οι μεγαλύτεροι εργοδότες (απασχολούσαν το 33% όλων των εργαζομένων), ακολουθούμενες από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (29,2%), τις μικρές επιχειρήσεις (20,8%) και τις μεσαίες επιχειρήσεις (17,2%).

Το 2012 δημιουργήθηκαν 2,3 εκατομμύρια νέες επιχειρήσεις στην Ε.Ε. Οι χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό νεοφυών επιχειρήσεων ήταν η Γαλλία (308.000), η Ιταλία (275.000), η Ισπανία (248.000), το Ηνωμένο Βασίλειο (242.000), η Γερμανία (238.000) και η Πολωνία (229.000). Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι νεοφυείς επιχειρήσεις δεν απασχολούσαν ούτε ένα εργαζόμενο. Το υψηλότερο ποσοστό τους καταγράφηκε στη Γαλλία (92,3%), την Πολωνία (86,9%), την Ολλανδία (86,4%) και την Τσεχία (86,1%). Μόνο σε τρία κράτη-μέλη, η πλειοψηφία των νεοφυών επιχειρήσεων απασχολούσε από έναν μέχρι τέσσερις εργαζομένους: το Ηνωμένο Βασίλειο (80,5%), την Κύπρο (67,7%) και την Κροατία (47,7%). Σε επίπεδο Ε.Ε., το 70,8% των νεοφυών επιχειρήσεων δεν απασχολούσαν ούτε ένα εργαζόμενο, το 26,4% από έναν μέχρι τέσσερις, το 1,9% από πέντε μέχρι εννέα και μόλις το 0,9% περισσότερους από δέκα εργαζομένους. Σε επίπεδο Ε.Ε., οι νεοφυείς επιχειρήσεις χωρίς κανένα εργαζόμενο αντιστοιχούσαν στο 46,9% της απασχόλησης σε αυτήν την κατηγορία των επιχειρήσεων, όσες απασχολούσαν από έναν μέχρι τέσσερις στο 31,1%, από πέντε μέχρι εννέα στο 8,3% και περισσότερους από δέκα εργαζόμενους απασχολούσε το 14,3% των νεοφυών επιχειρήσεων. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για τη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα ενώ η Eurostat δεν αναφέρει και τους κλάδους στους οποίους δημιουργούνται αυτές οι επιχειρήσεις.

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει η σπουδαιότητα των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων τόσο για την Ελλάδα όσο και για το σύνολο της Ε.Ε. (ιδιαίτερα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους απασχολούνταν σε αυτές τις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων το 2012 ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. ήταν 50%. Η σωτηρία αυτών των επιχειρήσεων, που γίνεται και πάλι επίκαιρη με τη συζήτηση για τα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια, αποκτά εξαιρετική σπουδαιότητα και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

 

Ποιος ωφελήθηκε από την ελληνική κρίση;

Οικονομικά ερανίσματα: Ποιος ωφελήθηκε από την ελληνική κρίση;

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Τον περασμένο Αύγουστο δημοσιεύθηκε μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Ινστιτούτου Leibniz για την Οικονομική Έρευνα (IWH) η οποία ελάχιστα σχολιάσθηκε από οικονομικούς και πολιτικούς αναλυτές, ίσως λόγω των δραματικών εξελίξεων εκείνου του μήνα (υπογραφή 3ου Μνημονίου). Η μελέτη έχει τον «προκλητικό» τίτλο Τα οφέλη της Γερμανίας από την ελληνική κρίση και οι συντάκτες της τεκμηριώνουν τη θέση τους σε δύο γεγονότα:

1. Σε περιόδους κρίσης οι επενδυτές προκρίνουν την ασφάλεια έναντι της απόδοσης των επενδύσεών τους, και

2. Στην πολιτική μείωσης των επιτοκίων που ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η οποία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ελληνική κρίση χρέους.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των συντακτών της μελέτης, είναι ότι η γερμανική οικονομία όχι μόνο δεν έχει επιβαρυνθεί από τη συμμετοχή της στα προγράμματα «διάσωσης» της χώρας μας (συνολικά 90 δισ. ευρώ) αλλά αντίθετα έχει αποκομίσει «κέρδη» που ανέρχονται, με συντηρητικούς υπολογισμούς, σε 100 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του πίνακα, την περίοδο της κρίσης τα επιτόκια δανεισμού του γερμανικού δημοσίου μηδενίζονται και μάλιστα φέτος έχουν μετατραπεί σε αρνητικά (τουλάχιστον για τα ομόλογα που έχουν λήξη μέχρι 5 έτη). Η συνολική ωφέλεια του γερμανικού Δημοσίου από αυτήν τη δραστική μείωση των επιτοκίων δανεισμού εκτιμάται από τους συντάκτες ότι ανήλθε σε 100 δισ. ευρώ. Όπως παραδέχονται οι συντάκτες της μελέτης, οι υπολογισμοί τους είναι συντηρητικοί καθώς στηρίζονται μόνο στις δημοπρασίες ομολόγων που έχει πραγματοποιήσει το γερμανικό Δημόσιο (αφορούν ένα ποσοστό μεταξύ 45% και 75% του συνολικού δανεισμού), ενώ δεν συμπεριλαμβάνουν και τον δανεισμό των κρατιδίων και της τοπικής αυτοδιοίκησης που επίσης ωφελήθηκαν από τη δραστική μείωση των επιτοκίων. Επιπλέον, τα οφέλη του γερμανικού Δημοσίου δεν είναι στιγμιαία αφού αυτό θα εξακολουθήσει να αποκομίζει «κέρδη» από την ελληνική κρίση μέχρι τη λήξη των συγκεκριμένων ομολόγων.

Για να τεκμηριώσουν τη θέση τους ότι τα «κέρδη» που αποκόμισε το γερμανικό Δημόσιο οφείλονται στην ελληνική κρίση, οι συντάκτες της μελέτης παραθέτουν έναν πίνακα με το πώς επηρεάζονταν τα επιτόκια δανεισμού από τις εξελίξεις της ελληνικής κρίσης. Κάθε φορά που διαφαινόταν ρήξη στις διαπραγματεύσεις, οι αποδόσεις των ομολόγων μειώνονταν (π.χ. του 10ετούς γερμανικού ομολόγου μειωνόταν κατά 1,5%) ενώ συμμετρικά αντίθετη ήταν η κίνηση όταν διαφαινόταν συμφωνία.

Σύμφωνα με την πρόβλεψη της μελέτης για το μέλλον, η επίλυση της ελληνικής κρίσης θα έχει ως αποτέλεσμα η Γερμανία να μην μπορεί να δανείζεται πλέον με ανάλογου ύψους επιτόκια. Το ερώτημα, κατά συνέπεια, που προκύπτει είναι σαφές: πόσο επηρέασε τη στάση της Γερμανίας στις διαπραγματεύσεις για την ελληνική κρίση, από το 2010 μέχρι πρόσφατα, το γεγονός ότι η επίλυση και όχι η διαιώνιση της ελληνικής κρίσης θα είχε σημαντικό κόστος για το σύνολο* της οικονομίας της;

Αντίστοιχα ερωτήματα προκύπτουν, όμως, και για την ελληνική πλευρά και κατά πόσον αυτή ανέδειξε, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το γεγονός ότι η Γερμανία είχε συμφέρον να μην επιλυθεί η ελληνική κρίση;

0

* Μία σημαντική παράλειψη της μελέτης είναι ότι δεν αναφέρεται στην ανάλογη μείωση των επιτοκίων δανεισμού των γερμανικών επιχειρήσεων που προσέθεσε ένα ακόμη πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό τους με τις ομοειδείς επιχειρήσεις σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

 

Το γερμανικό οικονομικό «θαύμα»

Το γερμανικό οικονομικό «θαύμα»

Γιώργου Τοζίδη

 

Το σκάνδαλο της Volkswagen (στα γερμανικά σημαίνει «το αυτοκίνητο του λαού») προσέθεσε ακόμη ένα καρφί στο φέρετρο της προτεσταντικής ηθικής της Γερμανίας ενώ, ταυτόχρονα, εξέθεσε για μία ακόμη φορά τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που προγραμματίζουν να αρχίσουν ανάλογους ελέγχους το 2017).

Η αποκάλυψη* των αρμόδιων Αρχών των ΗΠΑ ότι η VW χρησιμοποιούσε ένα λογισμικό με το οποίο μείωνε τις εκπομπές καυσαερίων των πετρελαιοκίνητων οχημάτων που κατασκευάζει ήρθε να προστεθεί στα σκάνδαλα της Deutsche Bank (χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου), της Siemens και της Hochtief (καταβολή προμηθειών σε πολιτικούς και κυβερνητικά στελέχη), των γερμανικών εταιριών εξοπλισμών (Ferrostaal κ.ά.) κ.λπ. Ένα-ένα τα πετράδια του στέμματος της Γερμανίας αποδεικνύονται φτιαγμένα από κάρβουνο που λερώνουν όσους τα πλησιάζουν…

Ποια είναι, όμως, η VW; Ιδρύθηκε το 1937, δηλαδή σε περίοδο απόλυτης κυριαρχίας του ναζισμού, από το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας που ήταν η ναζιστική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων (η μόνη νόμιμη) με έδρα το Wolfsburg, στην Κάτω Σαξονία. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας και η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο (μετά την Toyota) και στον όμιλο περιλαμβάνονται ακόμη οι αυτοκινητοβιομηχανίες Audi, Porsche, Seat, Skoda και Lamborghini. Ο κύκλος εργασιών ανήλθε το 2012 σε 103,942 δισ. και τα κέρδη σε 21,7 δισ. ευρώ. Μόνο στο Wolfsburg (μία πόλη των 125.000 κατοίκων) η VW απασχολεί 72.000 εργαζομένους και η προβλεπόμενη, μετά το σκάνδαλο, μείωση πωλήσεων και κερδών εκτιμάται ότι μπορεί να μετατρέψει την περιοχή στο Detroit της Γερμανίας.

Το σκάνδαλο: Οι μηχανικοί της VW, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους αυξημένους περιορισμούς που ισχύουν στις ΗΠΑ, ως προς τις εκπομπές καυσαερίων των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων, εγκατέστησαν ένα λογισμικό το οποίο «αισθάνεται» εάν το αυτοκίνητο βρίσκεται υπό έλεγχο και μειώνει, προσωρινά, τις εκπομπές. Με αυτόν τον τρόπο η VW εξασφάλισε την επιδότηση της αγοράς πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου που ισχύει στις ΗΠΑ και την κυριαρχία της σε παγκόσμιο επίπεδο: σύμφωνα με την παραδοχή της εταιρίας έχουν πωληθεί 11.000.000 «πειραγμένα» αυτοκίνητα σε όλο τον κόσμο. Μέσα σε δύο ημέρες η τιμή της μετοχής της VW μειώθηκε κατά 34% και η χρηματιστηριακή αξία της κατά 25 δισ. ευρώ καθώς βρίσκεται, πλέον, αντιμέτωπη με την επιβολή προστίμου που μόνο στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθει στο ποσό των 18 δισ. δολαρίων.

Το πλήγμα για τη γερμανική οικονομία αναμένεται να είναι μεγάλο καθώς εκτιμάται ότι ανάλογα προβλήματα θα αντιμετωπίσουν και οι BMW και Daimler. Ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας αντιστοιχεί στο 17% των γερμανικών εξαγωγών ενώ μία πτώση των πωλήσεων αυτοκινήτων θα έχει συνέπειες την κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας και την οικονομική καταστροφή μικρομεσαίων επιχειρήσεων που λειτουργούν ως υπεργολάβοι των αυτοκινητοβιομηχανιών.

Όμως οι επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα είναι ευρύτερες καθώς αμαυρώνεται συνολικά το «Made in Germany», ενώ ξεθωριάζει και το γερμανικό οικονομικό «θαύμα» που προβάλλεται, μάλιστα, ως παράδειγμα προς μίμηση, από τις γερμανικές πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ. Αλήθεια, όταν ο κ. Σόιμπλε προτείνει στους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Γερμανίας, αναφέρεται στη VW, τη Deutsche Bank ή τη Siemens;

Το σκάνδαλο της VW θα πρέπει να προβληματίσει και όλους εκείνους που σπεύδουν, σε κάθε ευκαιρία και με συμπλεγματικό τρόπο, να καταγγείλουν τον ελληνικό επαρχιωτισμό και καλούν τους Έλληνες να υιοθετήσουν τον ευρωπαϊκό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς.

Τέλος, η κρίση του γερμανικού οικονομικού υποδείγματος, που στηρίζεται στις εξαγωγές, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.

 

* Αξίζει να σημειωθεί ότι εάν ίσχυαν οι ρυθμίσεις της ΤΤΙΡ, οι αρχές των ΗΠΑ δεν θα είχαν δικαίωμα να ελέγξουν τα αυτοκίνητα της VW, αφού θα είχαν εξασφαλίσει άδεια κυκλοφορίας στην Ευρώπη

 

ΞΥΠΟΛΗΤΟΙ ΣΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ…

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το χειρότερο μήνυμα που στάλθηκε με την υπογραφή του νέου μνημονίου ήταν η «επιβεβαίωση», και μάλιστα από μία αριστερή κυβέρνηση, του θεμελιώδους δόγματος του νεοφιλελευθερισμού ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Η επιχειρηματολογία που συνόδευσε αυτό το μήνυμα ήταν εξίσου τρομοκρατική με αυτήν των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων στην Ελλάδα. Στο εράνισμα της προηγούμενης εβδομάδας καταγράφηκαν οι δύο βασικοί μύθοι στους οποίους στηρίχθηκε η κυβέρνηση με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην αποτυχία. Στο σημερινό εράνισμα θα επισημανθούν τα επιπλέον τακτικά λάθη και παραλείψεις που επιδείνωσαν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας κάνοντας αναπόφευκτο το νέο μνημόνιο.

Σε μία σειρά άρθρων σε αυτήν την εφημερίδα* είχε επισημανθεί ότι ο δημόσιος έλεγχος του τραπεζικού συστήματος αποτελούσε προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδίου εξόδου από την κρίση. Αυτή η επισήμανση απόκτησε τραγική επικαιρότητα μετά τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου και την απόφαση της Ε.Κ.Τ. να περικόψει την παρεχόμενη ρευστότητα προς τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Την ίδια περίοδο βρισκόταν στην κορύφωσή της η ανάληψη καταθέσεων και η επιδείνωση των προβλημάτων ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας. Από την 30η.11.2014 μέχρι την 28η.02.2015 το σύνολο των καταθέσεων είχε μειωθεί κατά 23,8 δισεκ. ευρώ και το 85% προερχόταν από προθεσμιακές καταθέσεις.

Συμπερασματικά, στα τέλη Φεβρουαρίου ήταν πλέον ολοφάνερο το σχέδιο της τρόικας να οδηγήσει τη χώρα σε πιστωτική ασφυξία (επαναλαμβάνοντας το παράδειγμα της Κύπρου) και να εκβιάσει τη νέα κυβέρνηση να αποδεχθεί ένα νέο μνημόνιο (η διαρροή καταθέσεων συνεχίστηκε και μέχρι την 31η.05.2015 είχαν αναληφθεί επιπλέον 10,5 δισεκ. ευρώ). Η εκούσια ή ακούσια αδράνεια που επιδείχθηκε τότε καθόρισε και το τελικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Τι θα μπορούσε να είχε γίνει;

  1. Η επιδιωκόμενη πιστωτική ασφυξία μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε μεγάλο βαθμό με τη γενίκευση της χρήσης του υπαρκτού «παράλληλου νομίσματος» που δεν ήταν άλλο από τις χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες και την ηλεκτρονική τραπεζική για τις συναλλαγές των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Η επέκταση της χρήσης των καρτών και των ηλεκτρονικών συναλλαγών θα μπορούσε να επιβληθεί στις τράπεζες, με την υιοθέτηση ρυθμίσεων όπως η επιβολή τέλους για τις αναλήψεις εκτός ΑΤΜ. Αυτά τα μέτρα θα αιτιολογούνταν με το επιχείρημα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής ώστε να αποφευχθεί ένας ακόμη μεγαλύτερος πανικός από την πλευρά των καταθετών.
  2. Η διαρροή των καταθέσεων θα μπορούσε, επίσης, να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους. Είναι γνωστό, σε όσους έχουν στοιχειώδεις γνώσεις τραπεζικής, ότι τα στελέχη των τραπεζών γνωρίζουν τους καταθέτες που διατηρούν προθεσμιακές καταθέσεις με τα μικρά ονόματά τους… Άρα έπρεπε να ασκηθούν πιέσεις στις διοικήσεις των τραπεζών να αποθαρρύνουν τους πελάτες τους και, παράλληλα, να επιβληθούν διοικητικά μέτρα όπως η υποχρέωση προσκόμισης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και η απειλή έκτακτου φορολογικού ελέγχου όσων προέβαιναν σε ανάληψη των καταθέσεών τους.

Η λήψη αυτών των μέτρων αφενός θα απομάκρυνε το ενδεχόμενο εκβιασμού με όπλο την πιστωτική ασφυξία και αφετέρου θα έστελνε το μήνυμα στην ελληνική κοινωνία (που στην πλειοψηφία της δεν έχει ούτε ένα ευρώ προθεσμιακή κατάθεση) ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να πολεμήσει ως το τέλος για την υλοποίηση του προγράμματός της. Σήμερα, αυτοί που ποτέ δεν εμπιστεύτηκαν το αντιστασιακό φρόνημα του ελληνικού λαού και ευθύνονται για το γεγονός ότι κανένα μέτρο δεν ελήφθη για την ισχυροποίηση της κυβερνητικής θέσης έναντι των δανειστών, προ(σ)καλούν, υποκριτικά, όποιον έχει εναλλακτική πρόταση να την καταθέσει. Αιδώς Αργείοι…

 

 

 

*Βλέπε ενδεικτικά «Τράπεζες: Ο διάβολος και οι «λεπτομέρειες» (07.02.2015) και «Επιλογή ή αναγκαίος όρος η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος;» (08.09.2014).

Ψηλά το κεφάλι!

Ψηλά το κεφάλι!

      

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες

Σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου

κι εσύ αφομοιώθηκες;

 

Μιχ. Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων

Ένα ερώτημα βασανίζει τον ελληνικό λαό: ποια λάθη έγιναν και το όνειρο της αριστερής κυβέρνησης κινδυνεύει, σήμερα, να μετατραπεί στο χειρότερο εφιάλτη;

Η βασική αιτία που οδήγησε στο σημερινό εφιάλτη είναι η μονοσήμαντη ανάγνωση της ελληνικής κρίσης. Η πλειοψηφία των οικονομολόγων του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξαν ότι επρόκειτο για μια κρίση «υπερσυσσώρευσης» παραβλέποντας ότι: 1. Η κρίση του ελληνικού οικονομικού υποδείγματος είχε ξεκινήσει πριν από το 2009 και τα όποια ποσοστά μεγέθυνσης του ΑΕΠ, που καταγράφηκαν τη δεκαετία του 2000, οφείλονταν σε έναν άνευ ορίων δανεισμό, κυρίως των νοικοκυριών, που τροφοδότησε την άμεση ή έμμεση κατανάλωση και εκτόξευσε τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου καθώς «συνέπεσε» με την εντεινόμενη παραγωγική αποδιάρθρωση και 2. Η Γερμανία εκμεταλλεύεται την οικονομική κρίση για να διαμορφώσει μία γερμανική Ευρώπη με την επιβολή ενός νέου καταμερισμού εργασίας.

Η συνέπεια των παραπάνω ήταν να στηριχθεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ σε δύο βασικούς μύθους:

  1. Η έξοδος από την κρίση μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την υλοποίηση πολιτικών αναδιανομής και δεν απαιτείται ένα συνολικό αξιόπιστο σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας και της κοινωνίας. Σε αυτόν τον μύθο στηρίχθηκαν πολλές από τις προτάσεις του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής (π.χ. αφορολόγητο 12.000 ευρώ, κατάργηση ΕΝΦΙΑ, ατομικό αφορολόγητο 300.000 ευρώ για την ακίνητη περιουσία κ.ά.) αγνοώντας τις συνέπειες στα φορολογικά έσοδα. Ακόμη χειρότερα τα στελέχη του Τμήματος λοιδορούσαν όσους υποστήριζαν την αναγκαιότητα ενός συνολικού αξιόπιστου σχεδίου με κεντρικό πυλώνα το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης και φρόντισαν, εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, να υπονομεύσουν τις συνεδριακές αποφάσεις.
  2. Η δογματική πεποίθηση ότι στην Ευρωζώνη κυριαρχούν η αλληλεγγύη και ο ορθός λόγος και έχει εξοβελιστεί, λόγω του κοινού νομίσματος, ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών-μελών. Αυτή η εκτίμηση συντηρούσε τη βεβαιότητα για την εξεύρεση λύσης και τη σύναψη «αμοιβαία επωφελούς» συμφωνίας που υπονόμευσε το αγωνιστικό φρόνημα του λαού και ακύρωσε την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Η θρησκευτική προσήλωση στους δύο μύθους είχε και παράπλευρες συνέπειες. Μία κλειστή ομάδα επεξεργάστηκε το πρόγραμμα χωρίς οι κομματικές οργανώσεις και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να έχουν την παραμικρή δυνατότητα παρέμβασης, χωρίς να αξιοποιείται ο πλούτος των ιδεών και προτάσεων της κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ουδέποτε τέθηκε στη βάσανο των κομματικών οργανώσεων και της κοινωνίας ενώ ακραία έκφραση αυτής της απαξίωσης αποτέλεσε η ακύρωση του Διαρκούς Συνεδρίου, την παραμονή των εκλογών του Ιανουαρίου.

Η απαξίωση της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός εναλλακτικού σχεδίου εκφράσθηκε και με τη μη υλοποίηση κρίσιμων μέτρων που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Το βασικότερο λάθος αποτέλεσε η μη υλοποίηση της προγραμματικής εξαγγελίας για τον δημόσιο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. Ενώ από τον Μάρτιο είχε διατυπωθεί η απειλή για κλείσιμο των τραπεζών και συνεχιζόταν η ανεξέλεγκτη διαρροή καταθέσεων (σε πολλές περιπτώσεις με προτροπή των Διοικήσεων των τραπεζών) ουδεμία κίνηση έγινε για την εκπόνηση σχεδίου για την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που παρέχει η ηλεκτρονική τραπεζική και το πλαστικό χρήμα ώστε να αντιμετωπισθεί η πιστωτική ασφυξία που επιβλήθηκε από την ΕΚΤ.

Το τρίτο (και χειρότερο) μνημόνιο είναι πλέον γεγονός. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι γεγονός είναι και το δημοψήφισμα στο οποίο ο ελληνικός λαός απέδειξε, για μια ακόμη φορά, ότι το αντιστασιακό φρόνημα είναι εγγεγραμμένο στη συνείδησή του. Το ερώτημα για το εάν χάθηκε μία μάχη ή ο πόλεμος θα απαντηθεί από τον ίδιο το λαό όταν συνδυάσει το αντιστασιακό φρόνημα που οδήγησε στο θριαμβευτικό «όχι» του δημοψηφίσματος με την πρόταση για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και της κοινωνίας και την πολιτιστική αναγέννηση.

Ο αγώνας συνεχίζεται…

 

Κρίση και ανισότητα στην Ευρωζώνη (Ι)

Κρίση και ανισότητα στην Ευρωζώνη

Του Γιώργου Τοζίδη

     

Η μη ολοκληρωμένη εκτίμηση των αιτιών της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη και, κυρίως, η μη αναγνώριση των ωφελειών της Γερμανίας από αυτήν, αποτελούν δύο από τους παράγοντες που υποχρέωσαν την ελληνική κυβέρνηση στη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου και ευθύνονται για τα σημερινά αδιέξοδα. Στο σημερινό εράνισμα και σε αυτό της επόμενης εβδομάδας θα παρουσιαστούν τα βασικά σημεία μίας έκθεσης της γνωστής δεξαμενής σκέψης Stratfor, με τον εύγλωττο τίτλο Γερμανικό Εμπόριο και Ευρωζώνη: Ένα Ζήτημα Ανισότητας που εντοπίζει τις αιτίες της κρίσης στα πλεονάσματα του γερμανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1
(κάντε κλικ στους πίνακες για να τους δείτε σε μαγαλύτερο μέγεθος)

«Στις αρχές Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτίμησε ότι το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) της Γερμανίας θα είναι 7,9% του ΑΕΠ φέτος έναντι 7,6% που ήταν το 2014. Μία εβδομάδα αργότερα, το ΔΝΤ εκτίμησε ότι το πλεόνασμα της Γερμανίας θα υπερβεί το 8% – την ίδια περίοδο που το αντίστοιχο πλεόνασμα της Ισπανίας εκτιμάται ότι θα είναι 1,2% ενώ η Γαλλία θα καταγράψει έλλειμμα 0,9% του ΑΕΠ. Αυτές οι πρόσφατες εκτιμήσεις ανανέωσαν τη συζήτηση για τις ανισορροπίες εντός της Ευρωζώνης. Η βασική κριτική που ασκείται στη γερμανική κυβέρνηση είναι ότι το πλεόνασμα της Γερμανίας υπονομεύει τους τοπικούς παραγωγούς στις άλλες χώρες. Οι πολιτικές του Βερολίνου έχουν δεχθεί σφοδρή κριτική διότι συμβάλλουν στον χαμηλό πληθωρισμό της Ευρωζώνης, που έχει πλήξει την κατανάλωση ενώ, παράλληλα, κάνει δυσχερέστερη την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Πρόσθετα, η Γερμανία κατηγορείται ότι η εγχώρια κατανάλωση δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει τις οικονομίες της Ε.Ε. που βρίσκονται σε κρίση. Με λίγα λόγια, οι πολέμιοι της Γερμανίας ισχυρίζονται ότι δεν εξάγει μηχανές ή αυτοκίνητα, αλλά ανεργία.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

»Οι εγχώριες πολιτικές της Γερμανίας είναι μέρος του προβλήματος. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Γερμανία εφάρμοσε πολιτικές που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των μισθών και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Όμως, αυτό σήμαινε, επίσης, ότι τα άτομα θα είχαν λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα να δαπανήσουν για αγαθά και υπηρεσίες. Και ενώ η μείωση της γερμανικής κατανάλωσης βοήθησε τη χώρα να αυξήσει τις αποταμιεύσεις της, οι γερμανικές τράπεζες εξήγαγαν αυτές τις αποταμιεύσεις στους καταναλωτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, δημιουργώντας χρηματοπιστωτικές φούσκες. Ενώ το ΙΤΣ της Γερμανίας μετατράπηκε από ελλειμματικό σε πλεονασματικό, μεταξύ 2000 και 2007, τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας είδαν τα δικά τους ελλείμματα να αυξάνονται ή τα πλεονάσματά τους να συρρικνώνονται*.

»Η εισαγωγή του ευρώ έκανε την κατάσταση ακόμη πιο σύνθετη. Οι λιγότερο παραγωγικές οικονομίες της Ε.Ε. δεν είχαν την επιλογή της υποτίμησης του νομίσματός τους ώστε να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Πρόσθετα, το ευρώ ήταν πιο αδύναμο από ό,τι το γερμανικό μάρκο αλλά πιο ισχυρό από την ισπανική πεσέτα ή την ιταλική λίρα· αυτός ο τεχνητός αποπληθωρισμός ευνόησε τη γερμανική εξαγωγική βιομηχανία.

»Στην αρχή της οικονομικής κρίσης του 2008, το πρόβλημα είχε γίνει πολύ περισσότερο έντονο. Για να ανακτήσουν οι ελλειμματικές οικονομίες την ανταγωνιστικότητά τους, θα έπρεπε να έχουν χαμηλότερο πληθωρισμό από τη Γερμανία, το οποίο οδηγεί σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης και σε ένα υφεσιακό σπιράλ στη Νότια Ευρώπη. Εν τω μεταξύ, το πλεόνασμα του ΙΤΣ της Γερμανίας είναι πιο ισχυρό από ποτέ, παρ’ όλο που έπρεπε να προσαρμοστεί στην παγκόσμια ύφεση με τη στροφή σε εξαγωγικές αγορές εκτός της Ευρωζώνης. Η Γερμανία άρχισε να στηρίζεται ολοένα και πιο έντονα στις πωλήσεις στην Ανατολική Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Κίνα*».

*Βλέπε σχετικά διαγράμματα

Συνεχίζεται…