Ο «ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΣ» Κύριος ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ (ΙΙ)*

Του Γιώργου Τοζίδη

Η δημοσίευση της «Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2014-15» προκάλεσε αντιδράσεις και καταγγελίες κατά του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.). Όμως, υπήρχε περίπτωση ο συγκεκριμένος «υπηρέτης αφεντάδων» να συμπεριφερόταν με διαφορετικό τρόπο; Ο κ. Στουρνάρας θα μείνει στην ελληνική οικονομική ιστορία ως ανεπαρκής τεχνοκράτης και δογματικός νεοφιλελεύθερος, ένας συνδυασμός που, δυστυχώς, δεν είναι σπάνιος στη χώρα μας.

Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη έκθεση δεν βρίσκεται στην πρόβλεψη των δεινών που θα επιπέσουν στην πατρίδα μας εάν επιλεγεί η έξοδος από το ευρώ και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος. Άλλωστε στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (γνωστά και μη εξαιρετέα) έχουν περιγράψει με μελανότερα χρώματα τις επιπτώσεις της εξόδου από το ευρώ. Ο κ. Στουρνάρας συνδέει νομοτελειακά την «αποτυχία στις διαπραγματεύσεις» με την πτώχευση και την «έξοδο της χώρας από τη ζώνη του ευρώ και – πιθανότατα – από την Ευρωπαϊκή Ένωση». Παρεμβαίνει στις διαπραγματεύσεις αφαιρώντας το μοναδικό όπλο που διαθέτει η ελληνική κυβέρνηση απέναντι στους πιστωτές της και δεν είναι άλλο από την απειλή της αθέτησης πληρωμών** εντός της ευρωζώνης.

Όμως οι λαθροχειρίες του Διοικητή της Τ.τ.Ε. δεν σταματούν εδώ. Επιχειρεί να αποδείξει στην εισαγωγή της έκθεσης ότι «Στα τέλη του 2014 υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η ελληνική οικονομία, έχοντας υπερβεί την ύφεση, εισέρχεται σε φάση ανάπτυξης». Στη συνέχεια όμως σημειώνεται ότι  «Σε τριμηνιαία βάση, ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ ήταν αρνητικός για δύο συνεχόμενα τρίμηνα (δ’ τρίµηνο 2014: -0,4%, α’ τρίµηνο 2015: -0,2%)». Αυτό σημαίνει ότι το “success story” του Σαμαρά είχε ήδη εξαντλήσει την όποια δυναμική του πολύ πριν από τις εκλογές και η επιστροφή στην ύφεση ήταν ήδη γεγονός. Η επιβεβαίωση έρχεται από την επόμενη διαπίστωση: «Το διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασµα δεν παρουσίασε τη βελτίωση που αναµενόταν το 2014 και διαµορφώθηκε χαµηλότερα από εκείνο του 2013» ενώ «το αποτέλεσµα του 2014 παρουσιάζει επιδείνωση έναντι του 2013, καταγράφοντας έλλειμμα 3,6% του ΑΕΠ έναντι 1,8% του ΑΕΠ το 2013, καθώς και σηµαντική απόκλιση κατά 2,3% του ΑΕΠ από το στόχο στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισµού του 2015».

Η έκθεση της Τ.τ.Ε. επιχειρεί και προβλέψεις για το μέλλον: «Η επιδείνωση των δεικτών οικονοµικού κλίµατος και των συνθηκών χρηµατοδότησης του ιδιωτικού τοµέα υποδηλώνουν ότι η επιβράδυνση του ρυθµού ανάπτυξης της οικονοµίας θα γίνει εντονότερη το β’ τρίµηνο του 2015, µε κίνδυνο η οικονοµία να µπει σε νέα φάση ύφεσης».

Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που περιλαμβάνονται στην ίδια έκθεση;  «Το α’ τετράµηνο του 2015 η βιοµηχανική παραγωγή αυξήθηκε, καθώς επιταχύνθηκε η άνοδος της μεταποίησης (+5,3%), κυρίως λόγω της εξαγωγικής ζήτησης, και παράλληλα μετριάστηκε η υποχώρηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (-6,5%)». Ένα ακόμη στοιχείο που αμφισβητεί την πρόβλεψη της Τ.τ.Ε. είναι ότι «Οι εισπράξεις από εξαγωγές χωρίς καύσιµα και πλοία παρουσίασαν καλύτερη εικόνα από το σύνολο, σηµειώνοντας άνοδο (2,4%), ιδιαίτερα στους κλάδους των τροφίμων, μετάλλων και μεταλλικών προϊόντων και εξοπλισμού μεταφορών». Ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζουν και άλλα οικονομικά μεγέθη όπως η απασχόληση και το λιανικό και χονδρικό εμπόριο.

Η παράθεση των στοιχείων της ίδιας της έκθεσης που αμφισβητούν τις καταστροφικές προβλέψεις της Τ.τ.Ε. ξεπερνούν τα πεπερασμένα όρια της στήλης. Όμως, το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: ως πότε θα ανεχόμαστε και θα αμείβουμε πλουσιοπάροχα τον κ. Στουρνάρα και τους όμοιούς του;

 

 

* Στις 30.06.2012, δημοσιεύθηκε στο «Δρόμο της Αριστεράς» άρθρο με τον ίδιο τίτλο με την «ευκαιρία» της υπουργοποίησής του.

**Κ. Στουρνάρα τα κράτη δεν πτωχεύουν – αθετούν τις υποχρεώσεις τους και αυτό το δικαίωμά τους αναγνωρίζεται και από τον Ο.Η.Ε.

Είναι η παγκοσμιοποίηση, ηλίθιε!

Είναι η παγκοσμιοποίηση, ηλίθιε!

     

 Του Γιώργου Τοζίδη

 

Μόνο το 25% των εργαζόμενων σε ολόκληρο τον πλανήτη εκτιμάται ότι έχει σταθερή εργασιακή σχέση, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ΔΟΕ) που δημοσιεύθηκε αυτήν την εβδομάδα. Συγκεκριμένα, στις χώρες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία (που καλύπτουν το 84% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού), το 75% των εργαζομένων απασχολούνται με προσωρινές ή βραχυπρόθεσμες συμβάσεις, με άτυπες μορφές απασχόλησης χωρίς σύμβαση ή είναι αυτοαπασχολούμενοι ή απασχολούνται σε οικογενειακές επιχειρήσεις. Ακόμη και μεταξύ των μισθωτών καταγράφεται ένα ποσοστό 42% που απασχολούνται με προσωρινές συμβάσεις.

Παρά το γεγονός ότι η μισθωτή απασχόληση επεκτείνεται συνεχώς, εξακολουθεί να αντιστοιχεί στο ήμισυ μόνο της παγκόσμιας απασχόλησης με τα σχετικά ποσοστά να διαφέρουν στις διάφορες περιοχές του πλανήτη. Για παράδειγμα, στις αναπτυγμένες οικονομίες και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, περίπου οκτώ στους δέκα εργαζόμενους είναι μισθωτοί, όταν στη Νότια Ασία και την Υποσαχάρια Αφρική το αντίστοιχο ποσοστό είναι δύο στους δέκα. Στην Ελλάδα το ποσοστό της μισθωτής απασχόλησης είναι μόλις 62,4% (2014) όταν στην Ε.Ε. – 28 είναι 83,4% και στις χώρες υψηλού εισοδήματος 87,3%.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της έκθεσης είναι η αύξηση της μερικής απασχόλησης, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών. Στην πλειοψηφία των χωρών για τις οποίες υπάρχει η σχετική πληροφόρηση, η μερική απασχόληση αυξήθηκε με ταχύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με την πλήρη απασχόληση την περίοδο 2009-2013. Ο αριθμός των γυναικών που απασχολούνται με μερική απασχόληση ανέρχεται στο 24% σε σύγκριση με το 12,4% που αντιστοιχεί στους άντρες. Στην Ελλάδα το ποσοστό όσων απασχολούνται σε μη σταθερές μορφές ανέρχεται σε 52,7% όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. – 28 είναι 29,4% και στις χώρες υψηλού εισοδήματος 23,3%.

Η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται ή παραμένει υψηλή στην πλειοψηφία των χωρών – μία τάση που ενισχύεται από την αυξανόμενη παρουσία των μη σταθερών μορφών απασχόλησης, την αύξηση της ανεργίας και την απομάκρυνση από την αγορά εργασίας. Το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ των εργαζομένων με σταθερή και αυτών με μη σταθερή απασχόληση έχει αυξηθεί κατά την προηγούμενη δεκαετία.

Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή του ΔΟΕ, GuyRyder, «η μεταβολή που παρατηρούμε από την παραδοσιακή σχέση απασχόλησης σε μη σταθερές μορφές απασχόλησης συνδέεται σε πολλές περιπτώσεις με την αύξηση της ανισότητας και των δεικτών φτώχειας σε πολλές χώρες. Ακόμη περισσότερο, αυτές οι τάσεις διαιωνίζουν τον φαύλο κύκλο της ασθενικής παγκόσμιας ζήτησης και της αργής δημιουργίας θέσεων εργασίας που έχει χαρακτηρίσει την παγκόσμια οικονομία και πολλές αγορές εργασίας μετά την κρίση».

Ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα της έκθεσης είναι η αυξανόμενη αναγνώριση ότι η ρύθμιση της εργασίας είναι απαραίτητη για να προστατευθούν οι εργαζόμενοι  από αυταρχική ή άδικη μεταχείριση και για να διευκολυνθεί η σύναψη ικανοποιητικών συμβάσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.

Στις δυσμενείς, για τους εργαζόμενους, εξελίξεις έχει συμβάλλει και η διαπίστωση ότι η νομοθεσία για την προστασία της απασχόλησης έχει ενισχυθεί ελάχιστα στις περισσότερες χώρες και περιοχές, ενώ μειώθηκε στην Ευρώπη μετά το 2008 και το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Τα ευρήματα της έκθεσης του ΔΟΕ είναι ακόμη μία απόδειξη για τις αρνητικές εξελίξεις που έχει επιφέρει στον κόσμο της εργασίας η παγκοσμιοποίηση και η συνακόλουθη αποδόμηση του εθνικού κράτους.

 

Ελληνικός τουρισμός: Ένας ακόμα μύθος…

Ελληνικός τουρισμός: Ένας ακόμα μύθος…

Του Γιώργου Τοζίδη

     

Η δημοσίευση των στατιστικών στοιχείων για την εξέλιξη των ταξιδιωτικών εισπράξεων και αφίξεων το 2014 επανέφερε στην επικαιρότητα τη θριαμβολογία για τη «βαριά βιομηχανία» της χώρας, την οποία, δυστυχώς, συμμερίζονται και αρκετοί στο χώρο της Αριστεράς. Όμως, ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία;

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) «το 2014 το ταξιδιωτικό ισοζύγιο εμφάνισε πλεόνασμα 11.368 εκατ. ευρώ έναντι πλεονάσματος 10.317 εκατ. ευρώ το 2013, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 10,2%. H αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων οφείλεται κυρίως στην αύξηση των αφίξεων κατά 23,0%, καθώς η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 9,4%. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εμφάνισαν αύξηση κατά 10,6% σε σύγκριση με το 2013 και διαμορφώθηκαν στα 13.443 εκατ. ευρώ».

Όσον αφορά την εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση, αυτή «αυξήθηκε κατά 23,0% και διαμορφώθηκε στις 22.034 χιλ. ταξιδιώτες, έναντι 17.920 χιλ. ταξιδιωτών το 2013. Κατά το επισκοπούμενο έτος, η ταξιδιωτική κίνηση από τις χώρες της Ε.Ε. των 28 διαμορφώθηκε στις 13.250 χιλ., παρουσιάζοντας αύξηση κατά 25,9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2013. Επίσης, οι αφίξεις από τις λοιπές χώρες εκτός της Ε.Ε. των 28 διαμορφώθηκαν στις 8.784 χιλ., παρουσιάζοντας αύξηση κατά 18,8%».

Τα παραπάνω στοιχεία αποτέλεσαν τη βάση της θριαμβολογίας του διοικητή της ΤτΕ που στην ετήσια έκθεσή του για το 2014 αναφέρει ότι αυτή η αύξηση οφείλεται στην ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική των τουριστικών υπηρεσιών, στην ανάδειξη νέων δημοφιλών προορισμών και στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Επιπλέον, ο κ. Ι. Στουρνάρας συνδέει την εξέλιξη των τουριστικών μεγεθών με την απασχόληση και αναφέρει ότι «οι κλάδοι που σχετίζονται µε υπηρεσίες τουρισµού (δραστηριότητες παροχής καταλύµατος και υπηρεσιών εστίασης) κατέγραψαν το εννεάµηνο του 2014 θετικό ρυθµό µεταβολής (13%, έναντι -5,2% το 2013) ως συνέπεια της ιδιαίτερα ευνοϊκής τουριστικής περιόδου».

toz pinakas

Ποια είναι, όμως, η πραγματικότητα των αριθμών; Η θριαμβολογία για την εξέλιξη των μεγεθών της «βαριάς βιομηχανίας» καταρρέει ως χάρτινος πύργος εάν η σύγκριση γίνει με τα προ κρίσης στοιχεία για τον τουρισμό. Από τον Πίνακα 1 προκύπτει σαφώς το συμπέρασμα ότι ενώ ο αριθμός των ταξιδιωτών που επισκέπτονται τη χώρα μας αυξήθηκε, σε σύγκριση με το 2008, κατά 52,2%, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά μόλις 15,5% με αποτέλεσμα η μέση κατά κεφαλή δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 18,9%. Μία εξήγηση για αυτήν την εξέλιξη δίνεται από μελέτη του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου. Σύμφωνα με στοιχεία που αφορούν την Κρήτη (2012), οι πελάτες των επιχειρήσεων ενοικιαζόμενων δωματίων εμφανίζονται πως ξόδεψαν περισσότερα σε αγορές και επιχειρήσεις εστίασης (330 ευρώ) σε σύγκριση με τους ταξιδιώτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία «all inclusive» (241ευρώ) το άτομο, ενώ ελάχιστα περισσότερα ξόδεψαν οι πελάτες των ξενοδοχείων πέντε (382 ευρώ) και τεσσάρων αστέρων (368 ευρώ).

Όμως, ούτε η απασχόληση βελτιώθηκε. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πίνακα 2, στις δύο περιοχές που περιλαμβάνονται στους 20 πιο δημοφιλείς προορισμούς της Ε.Ε., το ποσοστό ανεργίας μεταξύ 2008 και 2014 πενταπλασιάστηκε με βάση τα στοιχεία του Γ΄ τριμήνου (που λόγω εποχικότητας είναι το τρίμηνο με τους υψηλότερους δείκτες απασχόλησης). Επίσης, ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στον κλάδο παροχής υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης παρέμεινε σταθερός παρά τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των ταξιδιωτών. Η εξήγηση βρίσκεται στην κυριαρχία της «μαύρης» εργασίας και στην απασχόληση «μαθητευόμενων» αλλοδαπών (κυρίως από χώρες της ανατολικής Ευρώπης) που κάνουν χρήση προγραμμάτων απασχόλησης της Ε.Ε.

Επειδή τα προβλήματα στον κλάδο του τουρισμού δεν εξαντλούνται στα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω (π.χ. περιβαλλοντική επιβάρυνση, φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, ανισότητα στην κατανομή των ωφελειών κ.ά.) η στήλη θα επανέλθει…

 

To κοινωνικό ζήτημα σήμερα…

To κοινωνικό ζήτημα σήμερα…

Του Γιώργου Τοζίδη

Η πρόσφατη δημοσίευση της έκθεσης του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ΔΓΕ) Παραγωγικές Θέσεις Εργασίας για την Ελλάδα αναδεικνύει τις δραματικές επιπτώσεις στην αγορά εργασίας και παράλληλα την τεράστια προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί για τη δημιουργία νέων θέσεων σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας.

Στο πλαίσιο του σημερινού ερανίσματος παρατίθενται τα στοιχεία της μελέτης που αφορούν στις εξελίξεις στην αγορά εργασίας:

1. «Το βάθος και η διάρκεια της ύφεσης έχουν οδηγήσει σε έντονη επιδείνωση των συνθηκών της αγοράς εργασίας αλλά και των κοινωνικών συνθηκών. Έχει χαθεί μία στις τέσσερις θέσεις εργασίας που προϋπήρχαν της κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι το ποσοστό ανεργίας έφτασε στο 27,9% το πρώτο τρίμηνο του 2014 από 7,2% κατά το τρίτο τρίμηνο του 2008. Σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία από εθνικές πηγές της Ελλάδας, ωστόσο, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε ελαφρώς κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2014, φτάνοντας στο 26,6%. Εντούτοις, εάν υποτεθεί ότι η απασχόληση θα αυξάνεται με ρυθμό 1,3% ετησίως -που ήταν το μέσο ποσοστό αύξησης της απασχόλησης κατά τη δεκαετία πριν την ύφεση-, η Ελλάδα δεν θα επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα απασχόλησης πριν το 2034».

2. «Η σοβαρότητα της δυσχέρειας που επικρατεί στην αγορά εργασίας της Ελλάδας αντανακλάται επίσης στη διάρκεια της ανεργίας. Άνω του 70% των ανέργων βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας για περισσότερο από ένα έτος, ενώ σχεδόν οι μισοί εξ αυτών για περισσότερα από δύο έτη, γεγονός που θέτει σημαντικά ζητήματα, κυρίως όσον αφορά στην απώλεια δεξιοτήτων και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ιδιαίτερη ανησυχία από την άποψη αυτή εμπνέει η ανεργία των νέων, η οποία, έχοντας αγγίξει το 56,7% το πρώτο τρίμηνο του 2014, καταλαμβάνει την υψηλότερη θέση στην Ε.Ε. -αυξημένη από 21,3% το τρίτο τρίμηνο του 2008. Επιπλέον, 20,6% των νέων ηλικίας 15 έως 24 ετών στην Ελλάδα βρίσκονταν εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης το 2013- από 11,7% το 2008 αποτελώντας το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. των 28, όπου ο μέσος όρος είναι περίπου 13%.

3. «Μέχρις ενός βαθμού, τα στοιχεία σχετικά με την ανεργία που παρατίθενται παραπάνω δεν καταδεικνύουν την πλήρη έκταση της δυσχέρειας στην οποία βρίσκεται σήμερα η αγορά εργασίας, κυρίως επειδή δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την αύξηση του αριθμού των αποθαρρυμένων και των άεργων. Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των αποθαρρυμένων εργαζόμενων σχεδόν τριπλασιάστηκε μεταξύ 2007 και 2012 (τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία). Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2014, το ποσοστό συμμετοχής των ατόμων ηλικίας άνω των 15 ετών ήταν 51,9%, μειωμένο από 53,5% το 2008, το οποίο είναι το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. των 28 μετά την Ιταλία. Επίσης, ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών αυξήθηκε κατά 30% μεταξύ 2010 και 2012, με τους νέους υψηλής εκπαίδευσης να παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα φυγής από τη χώρα».

4. «Το ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας αυξήθηκε από ελαφρώς άνω του 20% το 2008 σε άνω του 44% το 2011 (εάν το όριο φτώχειας, που ορίζεται ως 60% του διάμεσου εισοδήματος, υπολογιστεί με βάση τα επίπεδα εισοδήματος του 2008). Επίσης, έχει ενταθεί η εισοδηματική ανισότητα. Σήμερα, από τους εγγεγραμμένους του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) επίδομα ανεργίας λαμβάνει μόνο 10% περίπου».

5. «Παρά τη μείωση της απασχόλησης σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, οι περισσότερες θέσεις εργασίας χάθηκαν σε τρεις βασικούς κλάδους: οικοδομή, μεταποίηση και λιανικό εμπόριο. Συνολικά, οι απολεσθείσες θέσεις εργασίας σε αυτούς τους τρεις κλάδους αντιπροσώπευαν τα δύο τρίτα περίπου της συνολικής καταστροφής θέσεων εργασίας από τα τέλη του 2008 έως το 2013. Οι περικοπές θέσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση, την Παιδεία και την Υγεία αθροιστικά αντιπροσώπευαν άλλο ένα 10% της συνολικής μείωσης της απασχόλησης».

6. «Ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων με προσωπικό -αν και αντιστοιχεί σε 10% της συνολικής απασχόλησης- παρουσίασε σημαντική πτώση. Από το πρώτο τρίμηνο του 2009 μέχρι την ίδια περίοδο του 2014, μειώθηκε κατά 42%. Ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό μειώθηκε σε μικρότερο βαθμό».

Το σχέδιο για τη δημιουργία σταθερών και αξιοπρεπών θέσεων εργασίας θα έπρεπε να αποτελεί το βασικό όπλο για την ανατροπή της μνημονιακής κυβέρνησης…

 

Aπασχόληση και ανεργία στην Ε.Ε.: Τι δείχνουν τα πρόσφατα στοιχεία

Του Γιώργου Τοζίδη

Αρχές Οκτώβρη δημοσιεύθηκε η τριμηνιαία επιθεώρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Απασχόληση και την Κοινωνική Κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.). Ακολουθεί μια συνοπτική παρουσίαση των βασικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στην επιθεώρηση.

1. Η οικονομική ανάκαμψη εξακολουθεί να παραμένει εύθραυστη στην Ε.Ε. με τις προβλέψεις για το 2014 και 2015 να έχουν αναθεωρηθεί, πρόσφατα, προς τα κάτω (σημ. σε αντιστοιχία και με τις πρόσφατες προβλέψεις του ΔΝΤ). Το 2ο τρίμηνο του 2014, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης παρέμεινε σταθερό ενώ αυτό της Ε.Ε. αυξήθηκε ελάχιστα (+0,2%). Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης επηρεάσθηκε αρνητικά από τις αδύναμες αποδόσεις των οικονομιών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.

2. Στην Ε.Ε. η απασχόληση αυξήθηκε 0,2% το πρώτο τρίμηνο και 0,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2014. Το 2ο τρίμηνο η απασχόληση αυξήθηκε στη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας (Ισπανία, Πορτογαλία) ενώ σταθεροποιήθηκε στην Ελλάδα. Η μικρή αύξηση της απασχόλησης άφησε ανεπηρέαστες τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών.

3. Φέτος τον Αύγουστο το ποσοστό ανεργίας στην Ε.Ε. ήταν 10,2% (24,6 εκατ. άτομα) και ήταν στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2012. Στην Ευρωζώνη το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 11,5% (18,326 εκατ. άτομα) και παρέμεινε σταθερό. Το πρώτο τρίμηνο του 2014 το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού (δηλαδή των ανθρώπων που εργάζονται ή αναζητούν εργασία) ηλικίας 15-64 ετών ανερχόταν στο 72,1%, μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από το 2008. Η Ελλάδα κατέχει το χαμηλότερο ποσοστό (53,1%) περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο.

4. Η αύξηση της απασχόλησης προήλθε από τους τομείς στους οποίους απασχολείται το 65% των εργαζομένων και ιδιαίτερα από τους τομείς του χονδρεμπορίου, της δημόσιας διοίκησης, της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών και της μεταποίησης. Η αύξηση των προσωρινών συμβάσεων απασχόλησης (+2,6%), της μερικής απασχόλησης (+0,9%) και λιγότερο της πλήρους εργασίας (+0,3%) συνέβαλαν στην αναιμική ανάκαμψη της απασχόλησης στην Ε.Ε.

5. Στην Ελλάδα και την Ισπανία καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά μακροχρόνια ανέργων (πέραν του έτους) στην Ε.Ε. Η παραμονή εκτός εργασίας, για μεγάλο χρονικό διάστημα, απαξιώνει τις γενικές ικανότητες και τις εξειδικευμένες δεξιότητες των εργαζομένων ενώ ταυτόχρονα τους δημιουργεί αισθήματα κοινωνικής απόρριψης που τους αποθαρρύνουν από την αναζήτηση νέας εργασίας.

6. Παρά τη μικρή μείωση της ανεργίας των νέων (15-24 ετών) που καταγράφηκε φέτος τον Αύγουστο στην Ε.Ε., το ποσοστό (21,6%) εξακολουθεί να είναι υπερδιπλάσιο του συνολικού ποσοστού. Τα ποσοστά νεανικής ανεργίας διαφέρουν από χώρα σε χώρα, με την Αυστρία και τη Γερμανία να καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά και την Ελλάδα και την Ισπανία τα υψηλότερα. Το ποσοστό απασχόλησης των νέων με προσωρινές συμβάσεις υπερβαίνει το 40% (3,5 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό των εργαζομένων ηλικίας 25-54 ετών) ενώ το ποσοστό όσων απασχολούνται μερικώς υπερβαίνει το 25%. Παρά την κυριαρχία των μορφών μερικής απασχόλησης, το ποσοστό απασχόλησης των νέων μειώθηκε από 37% το 2008 σε 32% το πρώτο τρίμηνο του 2014 και αυτή η μείωση δεν οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού των νέων που συνεχίζουν τις σπουδές τους καθώς παράλληλα αυξήθηκε το ποσοστό των νέων που δεν εκπαιδεύονται, απασχολούνται ή καταρτίζονται από 11% (2008) σε 13% (την περίοδο 2010-2014).

Η αντιμετώπιση τόσο της υψηλής ανεργίας όσο και του χαμηλού ποσοστού ενεργού πληθυσμού στη χώρα μας απαιτεί ένα σύνολο μέτρων που θα λαμβάνουν υπόψιν τους την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και το φύλο των ανέργων (τα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των γυναικών είναι υψηλότερα σε όλες τις κατηγορίες) το χρονικό διάστημα παραμονής εκτός εργασίας και τους οικονομικούς κλάδους από τους οποίους προέρχονται. Επιπλέον, απαραίτητος όρος για να είναι το πρόγραμμα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας αξιόπιστο και αποτελεσματικό, είναι να συνδέεται με το αντίστοιχο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

– See more at: http://www.e-dromos.gr/oikonomika-eranismata-232/#sthash.tL3TrdC4.dpuf

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Δύο εκθέσεις (του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και του Ο.Ο.Σ.Α.) αναδεικνύουν, για μια ακόμη φορά, το μεγάλο πρόβλημα της απασχόλησης στη χώρα μας.

Πρόκειται για την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση» και του Ο.Ο.Σ.Α. «Employment Outlook 2014» που καταγράφουν τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας:

  1. Σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας από το 7,7% το 2008 σε 27,3% το 2013, δεν οφείλεται μόνο στη μείωση του αριθμού των απασχολουμένων αλλά και στη σταθεροποίηση του εργατικού δυναμικού, το οποίο παρέμεινε στάσιμο. Οι δύο εκθέσεις συμφωνούν ότι τα ήδη υψηλά ποσοστά ανεργίας (27,2%) δεν αναμένεται να μειωθούν μέχρι τα τέλη του 2015, καταρρίπτοντας τις «προβλέψεις» της μνημονιακής κυβέρνησης και της τρόικας. Επισημαίνεται, μάλιστα, στην έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α. ότι η αύξηση της ανεργίας στη χώρα μας είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών – μελών του Ο.Ο.Σ.Α.

 

  1. Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων (χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών) ανέρχεται στο 71% του συνολικού αριθμού και είναι, επίσης, το υψηλότερο στον Ο.Ο.Σ.Α. Οι επιπτώσεις είναι σημαντικές και για τους άνεργους, τις οικογένειές τους αλλά και την οικονομία (ψυχολογικές, παραίτηση από την αναζήτηση εργασίας, απαξίωση εργασιακών δεξιοτήτων).
  2. Η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων ήταν η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών – μελών και ανήλθε σε 5% κατά μέσο όρο ετησίως ή μείωση του μέσου πραγματικού μισθού κατά 21% έναντι του 2009 (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ο.Ο.Σ.Α., αυτή η μείωση μπορεί να συνέβαλε στη μερική κάλυψη του ανοίγματος στο μοναδιαίο εργασιακό κόστος μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας και στην αποκατάσταση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας (σημ. αν και η συνεχιζόμενη πτώση των εξαγωγών αγαθών διαψεύδει αυτήν την εκτίμηση) αλλά η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας παρέμεινε «πεισματικά» αρνητική. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά μετά το 1995 και μέχρι το 2009 είχε προσεγγίσει το 91% του μέσου αντίστοιχου μεγέθους της Ευρωπαϊκής Ένωσης-15. Από το 2010 αρχίζει η διαδικασία απόκλισης της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας και ο δείκτης υποχώρησε από το 91% στο 85% το 2013, με προοπτικές να υποχωρήσει περαιτέρω κατά το 2014 στο επίπεδο του 84%. Η Ελλάδα έχει πλέον κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος χαμηλότερο από τις άλλες 14 πιο ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την Κύπρο και την Σλοβενία. Είναι η χώρα με το χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος εργασίας μετά από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η συνολική μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας θα ανέλθει για το σύνολο της περιόδου προσαρμογής (2009-2013) σε 16%. Η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μειωθεί, στο τέλος του 2013, έναντι του 2008, κατά 4,8% και θα παραμείνει στο ίδιο σημείο έως το τέλος του 2014. Παρά το γεγονός ότι η μείωση αυτή δεν είναι ασήμαντη, δείχνει ότι το βάρος της προσαρμογής που επιβλήθηκε από την μείωση του ΑΕΠ μεταφέρθηκε κατά τα 4/5 στην απασχόληση (μείωση αριθμού απασχολούμενων κατά 20%).
  3. Οι επιδόσεις της χώρας μας στους τομείς της ασφάλειας στην αγορά εργασίας και της ποιότητας του εργασιακού περιβάλλοντος είναι φτωχές. Οι Έλληνες εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν υπερβολικές απαιτήσεις στους εργασιακούς χώρους στις οποίες καλούνται να ανταποκριθούν με ανεπαρκή μέσα. Αυτή η κατάσταση δεν επιδεινώνει, μόνο, την παραγωγικότητα αλλά μπορεί να έχει και ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων.
  4. Ο κίνδυνος της ανεργίας και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι μεταξύ των υψηλότερων στον Ο.Ο.Σ.Α. ενώ αντίθετα οι μηχανισμοί προστασίας των ανέργων (επιδόματα, ασφάλιση) είναι μεταξύ των πιο αδύναμων.

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζεται με ημίμετρα. Η δημιουργία θέσεων σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας ώστε να επιτευχθεί ο στόχος για ποσοστό απασχόλησης 75% του πληθυσμού ηλικίας 20 – 64 ετών μέχρι το 2020 απαιτεί ένα συνεκτικό και απόλυτα τεκμηριωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ : ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Των Δέσποινας Χαραλαμπίδου – Γιώργου Τοζίδη

Η υλοποίηση της βάρβαρης μνημονιακής πολιτικής στη χώρα μας είχε πολύ συγκεκριμένες επιπτώσεις στο χώρο των εργασιακών δικαιωμάτων με τις αλλεπάλληλες αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων που εγκαινιάστηκαν με την ψήφιση του Ν. 3899/2010 και συνεχίστηκαν και εντάθηκαν με την ψήφιση των Ν. 4024/2011, Ν. 4046/2012 και την έκδοση της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 6/28.02.2012. Με την ψήφιση των παραπάνω νόμων επιτεύχθηκε η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με την κατάργηση σειράς εργατικών δικαιωμάτων (μονομερής προσφυγή στη μεσολάβηση και τη διαιτησία, μετενέργεια των συλλογικών συμβάσεων κ.ά.). Τα συμβαλλόμενα μέρη οδηγούνται, πλέον, σε νέες ισορροπίες για την ανανέωση των συμβάσεων, με τον επαναπροσδιορισμό των όρων αμοιβής και των συνθηκών εργασίας με τροποποίηση των ισχυουσών διατάξεων προς το χειρότερο για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες.

Η μελέτη των Χρ. Ιωάννου και Κ. Παπαδημητρίου με τίτλο «Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στην Ελλάδα τα έτη 2011 και 2012» κατέγραψε τις αρνητικές μεταβολές και τις συνέπειες που είχαν στους όρους αμοιβής της εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις.

Continue reading