Κάθε λιμάνι και καημός…

ΟΛΘ

Η ΟΛΘ Α.Ε. είναι ο φορέας διαχείρισης του Λιμένα Θεσσαλονίκης. Εχει -μέχρι το 2051- το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης της θαλάσσιας και χερσαίας ζώνης του λιμένα.

Το δικαίωμα επί της χερσαίας λιμενικής ζώνης αφορά το σύνολο των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στο ελληνικό Δημόσιο και έχουν παραχωρηθεί στην ΟΛΘ Α.Ε. Ο λιμένας Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει χώρο έκτασης 1.550 στρεμμάτων, εκτείνεται σε μήκος 3,5 χιλιομέτρων και βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον αστικό ιστό της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης βρίσκεται σε κομβική στρατηγική θέση στο σύστημα των Διευρωπαϊκών Δικτύων Μεταφορών (ΔΕΔ-Μ), σύμφωνα με την κατάταξη του οποίου ανήκει στον Διευρωπαϊκό Διάδρομο (ΔΔ) Ανατολής – Ανατολικής Μεσογείου, ο οποίος συνδέει τις θαλάσσιες πύλες της Βόρειας Θάλασσας, της Βαλτικής, της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου.

Βρίσκεται, επίσης, στο σημείο τομής των δύο βασικών οδικών αξόνων της χώρας, του ΠΑΘΕ (άξονας Βορρά – Νότου) και της Εγνατίας Οδού (άξονας Ανατολή – Δύση) ενώ συνδέεται και με τους ευρωπαϊκούς διαδρόμους ΙΧ και ΙV. Η στρατηγική σημασία και οι προοπτικές του λιμανιού είχαν επισημανθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, όταν οι Οθωμανοί ανέθεσαν σε γαλλική εταιρεία την κατασκευή της πρώτης προβλήτας με σκοπό τη διακίνηση εμπορευμάτων από και προς την Κεντρική Ευρώπη.

Τα οικονομικά στοιχεία της ΟΛΘ Α.Ε. είναι άριστα και χαρακτηρίζονται από την υψηλή κερδοφορία (ως ποσοστό επί των πωλήσεων), τις μηδενικές υποχρεώσεις και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, και την καθιστούν ως την εταιρεία με τα καλύτερα οικονομικά στοιχεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών και μία από τις καλύτερες εταιρείες στην Ευρώπη.

Ενδεικτικά, το σύνολο των διανεμόμενων κερδών την πενταετία 2011-2015 ανήλθε σε 81.244.800 ευρώ (από τα οποία το 74,27% ήτοι 60,3 εκατ. ήταν το μερίδιο του ελληνικού Δημοσίου). Επιπλέον, την ίδια χρονική περίοδο, το ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε 5,2 εκατ. ευρώ περίπου (2% επί του κύκλου εργασιών) ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσης του λιμένα.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιτυχημένη πορεία της εταιρείας έχουν παίξει μέχρι σήμερα οι σταθερές εργασιακές σχέσεις στον λιμένα Θεσσαλονίκης που διέπονται από τον Κανονισμό Οργάνωσης και Λειτουργίας, τον Κανονισμό Προσωπικού και τις κλαδικές και επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις.

Μια επένδυση με παρελθόν…

Το 2011, η εταιρεία Deloitte εκπόνησε για λογαριασμό της ΟΛΘ Α.Ε. ένα επιχειρησιακό σχέδιο (Business Plan), οι κυριότερες διαπιστώσεις του οποίου ήταν οι ακόλουθες:

  1. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης εμφανίζεται να διαθέτει την καλύτερη ανταγωνιστική θέση μεταξύ όλων των λιμανιών που μπορούν να εξυπηρετήσουν τη διαμετακόμιση εμπορευματοκιβωτίων από και προς τα Νότια Βαλκάνια. Συνεπώς, η διαμετακομιστική κίνηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα έτη.
  2. Η ανταγωνιστική θέση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης ενισχύεται σημαντικά τόσο από τις υποδομές και τον εξοπλισμό του όσο, κυρίως, και από το χαμηλό μεταφορικό κόστος από και προς τις αγορές-στόχους. Ο παράγοντας του μεταφορικού κόστους θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός και προσδίδει σημαντικό πλεονέκτημα στη Θεσσαλονίκη.
  3. Μελλοντικά ο ανταγωνισμός για τα διαμετακομιζόμενα φορτία της περιοχής εκτιμάται ότι θα προκύψει κυρίως από τα λιμάνια της Ριέκας, της Βάρνας, της Κονστάντσας και του Πειραιά, με τα δύο τελευταία να επικεντρώνονται στη μεταφόρτωση.

Συνεπώς, για να διατηρήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστική του θέση, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαιτείται να προχωρήσει σε επενδύσεις επέκτασης και ενίσχυσής του.

Για την ανάδειξη των παραπάνω δυνατοτήτων, η τότε διοίκηση της ΟΛΘ Α.Ε. αποφάσισε την υλοποίηση επενδυτικού προγράμματος συνολικού ύψους 234,9 εκατομμυρίων ευρώ που περιλάμβανε την επέκταση της έκτης προβλήτας (σταθμός εμπορευματοκιβωτίων) και την προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού.

Η χρηματοδότηση της επένδυσης ήταν εξασφαλισμένη από τη διαθέσιμη ρευστότητα της ΟΛΘ Α.Ε. και την προβλεπόμενη κερδοφορία της και συμπληρωματικά από εγκεκριμένο δάνειο της ΕΤΕπ (που είχε κρίνει επιλέξιμο το έργο) για το 50% της επένδυσης με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους (εικοσαετής περίοδος αποπληρωμής, πενταετής περίοδος χάριτος, χαμηλό επιτόκιο).

Ομως, η υλοποίηση του παραπάνω επενδυτικού προγράμματος ματαιώθηκε έπειτα από επιστολή του ΤΑΙΠΕΔ (9.1.2013), στην οποία αναφερόταν ότι εν όψει της «σχεδιαζόμενης αποκρατικοποίησης» οι εν λόγω επενδύσεις αναμένεται να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν από τους ιδιώτες επενδυτές.

Σήμερα, το θέμα της ακύρωσης της παραπάνω επένδυσης βρίσκεται στα χέρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς…

Το παρόν στα ίχνη του παρελθόντος

Στις 25.8.2014, η διοίκηση της ΟΛΘ Α.Ε. αποφάσισε τη σύνταξη Αναπτυξιακού Προγράμματος και Μελέτης Διαχείρισης (στη συνέχεια Master Plan) σύμφωνα με τον Ν. 4150/2013. Για την τεκμηρίωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του λιμένα ανατέθηκε στη διεθνή εταιρεία Ocean Shipping Consultants (O.S.C.), η εκπόνηση σχετικής μελέτης.

Το τελικό συμπέρασμά της είναι ότι «τα μελλοντικά μεγέθη του λιμένα είναι σε συνάρτηση με την επένδυση για την αύξηση της δυναμικότητάς του. Η ανάγκη επέκτασης του λιμένα είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη».

Το παραπάνω συμπέρασμα της O.S.C. ενισχύεται από την πρόσφατη εξέλιξη στις ναυτιλιακές μεταφορές που προέκυψε από τη διεύρυνση της Διώρυγας του Σουέζ που ευνοεί τη διέλευση φορτηγών πλοίων μεγαλύτερου όγκου τα οποία, όμως, απαιτούν μεγαλύτερα βάθη για την προσόρμισή τους, τα οποία δεν διαθέτει ο λιμένας Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα με τη σύνταξη του Master Plan, ανατέθηκε στην εταιρεία Deloitte η εκπόνηση νέου Business Plan για την κρίσιμη πενταετία 2017-2021, που είναι και η περίοδος που ο ιδιώτης παραχωρησιούχος θα δεσμευτεί να υλοποιήσει τις υποχρεωτικές επενδύσεις.

Στην τελική εκδοχή, που εγκρίθηκε από το Δ.Σ. της ΟΛΘ Α.Ε. και συμπεριελήφθη στο σχέδιο για τη νέα Σύμβαση Παραχώρησης Ελληνικού Δημοσίου – ΟΛΘ Α.Ε., προβλέπονται επενδύσεις συνολικού ύψους 308,9 εκατομμυρίων των οποίων η υλοποίηση τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση την οικονομική κατάσταση της ΟΛΘ Α.Ε., τη δυνατότητα χρηματοδότησης του επενδυτικού προγράμματος και, κυρίως, τις αναπτυξιακές δυνατότητες του λιμένα Θεσσαλονίκης.

Είναι χαρακτηριστικό το ενδιαφέρον που έδειξαν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων της ΟΛΘ Α.Ε. διεθνείς επενδυτικοί οίκοι κατά το πρόσφατο συνέδριο «TEN-T DAYS 2016» που διεξήχθη στο Ρότερνταμ (21-22/06/16) και οργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Με βάση τα παραπάνω, η μείωση από το ΤΑΙΠΕΔ (χωρίς σχετική απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου) του ύψους των δεσμευτικών επενδύσεων για την πρώτη πενταετία, που η αναγκαιότητά τους τεκμηριώνεται στο Master Plan, η χρηματοοικονομική δυνατότητα υλοποίησης στο Business Plan της ΟΛΘ Α.Ε. και έχει ομόφωνα (υπουργεία Οικονομικών και Ναυτιλίας και ΟΛΘ) συμπεριληφθεί στο σχέδιο της νέας Σύμβασης Παραχώρησης, γεννά σοβαρά και εύλογα ερωτήματα για τη σκοπιμότητά της:

  1. Με δεδομένα ότι: α) το 2012, στο μέσον της κρίσης, ο δημόσιος ΟΛΘ ήταν σε θέση, τεκμηριωμένα, να υλοποιήσει επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους 238,9 εκατ. και β) σήμερα ο δημόσιος ΟΛΘ εκτιμάται τεκμηριωμένα ότι μπορεί να υλοποιήσει επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους τουλάχιστον 308,9 εκατ. κατά την πενταετία 2017-2021, για ποιο λόγο το ΤΑΙΠΕΔ μειώνει τις υποχρεωτικές επενδύσεις που θα υλοποιήσει ο ιδιώτης παραχωρησιούχος (που υποτίθεται ότι θα «αξιοποιήσει» το λιμάνι) στο ύψος 190 εκατ. (χωρίς κανείς να διασφαλίζει ότι και αυτό το ποσό δεν θα μειωθεί περαιτέρω εάν το ζητήσουν οι «επενδυτές»);
  2. Επειδή η μη υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος οδηγεί σε σημαντική μείωση του μελλοντικού κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας της ΟΛΘ Α.Ε., που θα μειώσουν ανάλογα την παρούσα αξία της εταιρείας, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη μείωση της αξίας ενός τόσο σημαντικού δημόσιου περιουσιακού στοιχείου;
  3. Ποιος ωφελείται από τη μη υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος της ΟΛΘ Α.Ε. και τη συνεπαγόμενη ανάπτυξη του λιμένα Θεσσαλονίκης;
  4. Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη του λιμένα Θεσσαλονίκης θα επηρεάσει θετικά την τοπική και περιφερειακή οικονομία, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, σε μια περιοχή που μαστίζεται από την παραγωγική αποδιάρθρωση και είναι πρωταθλήτρια στην ανεργία, να υπονομεύσει αυτήν την προοπτική;

Η «αναγκαστική» παραχώρηση σε ιδιώτες της χρήσης του λιμένα Θεσσαλονίκης μπορεί και πρέπει να αντισταθμιστεί με την ανάδειξη και υλοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του όπως αυτές τεκμηριώνονται διαχρονικά από όλες τις σχετικές μελέτες. Οι προσπάθειες απαξίωσης του λιμένα Θεσσαλονίκης, από όποιους και αν προέρχονται, όποια συμφέροντα και εάν εξυπηρετούν, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Οσο πιο γρήγορα λάβουν το σχετικό μήνυμα τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς…

*οικονομολόγος, μέλος Δ.Σ. Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης Α.Ε.

O μύθος των ξένων επενδύσεων

O μύθος των ξένων επενδύσεων

 Γιώργου Τοζίδη

Με αφορμή την επίσκεψη του προέδρου Ολάντ και των υποψήφιων Γάλλων «επενδυτών» στην Ελλάδα, η στήλη ανατέμνει το ζήτημα των ξένων επενδύσεων που επιχειρείται να μετατραπεί στη μνημονιακή «Μεγάλη Ιδέα του Έθνους» για την έξοδο από την κρίση.

  1. Τι ορίζεται ως άμεση ξένη επένδυση (ΑΞΕ); Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «είναι η διεθνής επένδυση που πραγματοποιείται από μία οντότητα (άμεσος επενδυτής) με σκοπό την απόκτηση διαρκούς συμμετοχής σε μία άλλη οντότητα που δραστηριοποιείται σε διαφορετική χώρα από αυτήν του άμεσου επενδυτή. Η διαρκής συμμετοχή υφίσταται εφόσον το ποσοστό που αποκτάται είναι τουλάχιστον 10% του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης».
  2. Η διεθνής συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή για τις ΑΞΕ. Σύμφωνα με το World Investment Report (2014), που εκδίδεται από τη Διάσκεψη για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη του ΟΗΕ (UNCTAD), οι εισροές των παγκόσμιων ΑΞΕ μειώθηκαν κατά 16% το 2014 σε σύγκριση με το 2013. Η μείωση αυτή αποδίδεται στην ευθραυστότητα της παγκόσμιας οικονομίας, την πολιτική αβεβαιότητα και τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια χρονιά άλλα μακροοικονομικά μεγέθη, όπως το ΑΕΠ, το εμπόριο, η απασχόληση και οι ακαθάριστες επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά, βελτιώθηκαν. Οι παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά τις ΑΞΕ επιδεινώθηκαν και την τρέχουσα χρονιά ενώ εκτιμάται ότι δεν θα βελτιωθούν ούτε το 2016 καθώς όλοι οι διεθνείς οργανισμοί σπεύδουν να μεταβάλλουν τις προβλέψεις τους για τα μακροοικονομικά μεγέθη προς το χειρότερο.
  3. Ανάλογα είναι τα συμπεράσματα και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που στο μηνιαίο δελτίο του Δεκεμβρίου 2014 αναφέρει: «Η έντονη μείωση των επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ είναι γενικευμένο φαινόμενο για όλες τις συνιστώσες των επενδύσεων. Οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν λόγω του πολύ περιορισμένου δημοσιονομικού περιθωρίου ελιγμών. Όσον αφορά τις επενδύσεις σε κατοικίες, ουσιαστικά δεν υπάρχουν ενδείξεις ανάκαμψης και η υπό εξέλιξη διαδικασία προσαρμογής στην αγορά κατοικιών αναμένεται να εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό ανασχετικό παράγοντα. Επιπλέον, οι παρατηρούμενες χαμηλές επιχειρηματικές επενδύσεις συμπίπτουν με ιδιαίτερα πενιχρές εξαγωγικές επιδόσεις και αυξημένη αβεβαιότητα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη μελλοντική πολιτική που θα ακολουθήσουν οι κυβερνήσεις. Όσον αφορά το μέλλον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη συγκρατημένη αύξηση του ΑΕΠ και την ανάγκη για περαιτέρω απομόχλευση στο Δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, η ανάκαμψη των επενδύσεων είναι πιθανόν να παραμείνει υποτονική στο εγγύς μέλλον. Οι αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις επίσης αποτελούν καθοδικό κίνδυνο».
  4. Επιπλέον, τα στατιστικά στοιχεία για τις εισροές ΑΞΕ στην Ελλάδα δεν δικαιολογούν την εναπόθεση της σωτηρίας της χώρας στις ΑΞΕ καθώς ιστορικά το ποσοστό τους ήταν εξαιρετικά χαμηλό. Ακόμη και την περίοδο πριν από την κρίση (2000-2008) που σημαδεύτηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την ιδιωτικοποίηση μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων (π.χ. ΟΤΕ, Εμπορική Τράπεζα, Γενική Τράπεζα), οι εισροές ΑΞΕ ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 18.710 εκατομμυρίων δολαρίων όταν στην Πορτογαλία το αντίστοιχο ποσό ήταν 46.321 εκατ. και στην Ε.Ε. ήταν 4,37 τρισεκατομμύρια δολάρια (στοιχεία ΟΟΣΑ). Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι επιπτώσεις στις θέσεις εργασίας που είχαν οι παραπάνω επενδύσεις. Για παράδειγμα η απόκτηση του ΟΤΕ από τη Deutsche Telekom είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση 7.817 (-53%) θέσεων εργασίας τη δεκαετία 2005-2014 ενώ ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η περίπτωση της Εμπορικής Τράπεζας. Η απόκτησή της από την Credit Agricole (μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο) είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνισή της από τον τραπεζικό χάρτη της χώρας και την κατάργηση 6.500 περίπου θέσεων εργασίας.

Το ζήτημα των άμεσων ξένων επενδύσεων αλλά και γενικότερα των επενδύσεων που έχει ανάγκη η χώρα δεν εξαντλείται στα πλαίσια ενός ερανίσματος. Η στήλη δεσμεύεται ότι θα επανέλθει στο θέμα…

 

To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;


To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;

    

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την αποδοχή του νέου μνημονίου είναι ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η συνακόλουθη καταστροφή της οικονομίας. Είτε πρόκειται για συγγνωστή ή ασύγγνωστη πλάνη, τα αποτελέσματα και του νέου μνημονίου θα είναι μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια και ολοκλήρωση της μετατροπής της χώρας σε τουριστικό θέρετρο, φθηνό γηροκομείο και οικόπεδο για τη διακίνηση εισαγόμενων προϊόντων και ενεργειακών πόρων. Εάν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, δεν θα έχει σημασία εάν η χώρα βρίσκεται εντός ή εκτός της ευρωζώνης…

Τα προηγούμενα μνημόνια στηρίχθηκαν στο παρακάτω τρίπτυχο:

  1. Δανεισμός για την αποπληρωμή δανείων. Το ορατό αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του δημόσιου χρέους και του σχετικού δείκτη (χρέος/ ΑΕΠ) στο 177% το 2014. Το νέο πρόγραμμα θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος με ένα επιπλέον 25% του ΑΕΠ με αποτέλεσμα να εκτιμάται ότι, μετά από δύο χρόνια, θα προσεγγίζει, σε ονομαστικούς όρους, το 200% του ΑΕΠ.
  2. Προσήλωση στην αυστηρή λιτότητα (δραστική μείωση μισθών και συντάξεων) και τη σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή με στόχο την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα μείωση κατά 25% του ΑΕΠ πρωτοφανή ανεργία και φτώχεια.
  3. Δομικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική ασφάλιση, στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με κοινό παρονομαστή την κατάργηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και την απορρύθμιση των αγορών ώστε να κτυπηθεί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Στο παραπάνω τρίπτυχο στηρίζεται και το νέο μνημόνιο. Όμως είναι ο ορισμός της βλακείας να πιστεύεις ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική, που τα πέντε προηγούμενα χρόνια παρήγαγε ύφεση, ανεργία και φτώχεια, τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά (ανάπτυξη και ευημερία) επειδή τα μέτρα θα υλοποιούνται από μία «αριστερή» κυβέρνηση. Άλλωστε τα πρώτα μέτρα ήταν ενδεικτικά για το τι πρόκειται να επακολουθήσει: ο ΦΠΑ αυξήθηκε σε προϊόντα και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης και όχι π.χ. σε προϊόντα και υπηρεσίες πολυτελείας, οι τράπεζες αναγορεύθηκαν σε προνομιακούς δανειστές σε βάρος του δημοσίου, των ασφαλιστικών ταμείων και των εργαζομένων και από τη νομοθετική υιοθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τις τράπεζες αφαιρέθηκαν οι διατάξεις για τον σεβασμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την τήρηση των υποχρεώσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την ανάγκη ουσιαστικής διαβούλευσης με τα σωματεία των εργαζομένων.

Η ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς τεκμηριώνει την εκτίμηση για την αποτυχία του προγράμματος. Δεν υπάρχει προηγούμενο παράδειγμα βελτίωσης της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τη διευκόλυνση των τραπεζών να προχωρούν σε πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων σε μία αγορά που έχει καταρρεύσει. Αντίθετα, οι συνέπειες θα είναι αρνητικές για τις τράπεζες καθώς τα έσοδα από τους πλειστηριασμούς θα υπολείπονται σημαντικά των ενυπόθηκων αξιών που είναι εγγεγραμμένες στα χαρτοφυλάκιά τους με αποτέλεσμα οι ζημίες τους να αυξάνονται και να αναγκάζονται σε πρόσθετες προβλέψεις και επί των εξυπηρετούμενων δανείων.

Ιδιωτικοποιήσεις

Η αμφισβήτηση για την επιτυχία του νέου προγράμματος επεκτείνεται και στο νέο ταμείο για τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακόμη και οπαδοί των ιδιωτικοποιήσεων εκτιμούν ότι ζητείται από την Ελλάδα να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις «με το πιστόλι στον κρόταφο», αμφισβητούν την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ενώ επισημαίνουν και τον κίνδυνο των εξευτελιστικών τιμών ενώ στηλιτεύουν και το γεγονός ότι το 75% των εσόδων θα κατευθυνθεί άμεσα ή έμμεσα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύγλωττα. Πώς θα εκτιμηθεί η παρούσα αξία υποδομών (όπως ο σιδηρόδρομος και τα λιμάνια) που μπορούν να αξιοποιήσουν ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξή τους αφού έχουν, ήδη, ενταχθεί στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών; Πώς θα συμβάλλουν οι ιδιωτικοποιήσεις στην ανάπτυξη όταν, μέχρι τώρα, η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ) αλλά και από την εξαφάνισή τους από την αγορά (π.χ. Εμπορική Τράπεζα);

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει ήδη υλοποιήσει μέτρα σκληρής λιτότητας, το ΑΕΠ έχει καταρρεύσει και έχει εισέλθει σε έναν κύκλο χρέους – αποπληθωρισμού. Στη θεωρία, το αντίδοτο είναι η αναθέρμανση της οικονομίας για να διαρραγεί αυτός ο κύκλος και να επανέλθει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης. Αντί για την αναθέρμανση, το νέο μνημόνιο επιβάλλει τη λήψη και άλλων μέτρων λιτότητας και απορρύθμισης των αγορών. Για να μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις, τα μέτρα που απαιτεί το ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης (ώστε να εκπληρωθεί ο σχετικός όρος που προβλέπεται στο άρθρο 13 του καταστατικού του ΕΜΣ) είναι σαφή: Όχι κατάργηση των προηγούμενων αντεργατικών ρυθμίσεων για τον βασικό μισθό, τη διαιτησία, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και λήψη επιπλέον μέτρων για τις ομαδικές απολύσεις και την κήρυξη απεργιών. Ακόμη το ΔΝΤ ζητά την περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών όταν, σύμφωνα με την Eurostat, το 2014 μειώθηκαν κατά 10,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης στην Ε.Ε.-28).

Πέρα, όμως, από την αποτυχία ή επιτυχία του νέου προγράμματος, το πρόβλημα είναι η ίδια η δημοκρατία. Το ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχει καμία εξουσία να νομοθετεί χωρίς την έγκριση των δανειστών αλλά μόνο να εφαρμόζει τα θελήματά τους. Όπως έγραψε ο P. Mason: «Εάν η δημοκρατία δεν μπορεί να εκφράσει ψευδαισθήσεις και τρελές ελπίδες· εάν δεν μπορεί να εμπεριέχει αφηγήσεις συναισθημάτων και ιδανικών, πεθαίνει». Θα αφήσουμε τη δημοκρατία να πεθάνει στην πατρίδα μας;

 

*** Continue reading

H επέλαση του ξένου κεφαλαίου…

H επέλαση του ξένου κεφαλαίου…

Του Γιώργου Τοζίδη

     

Η ανακοίνωση της πώλησης της εταιρίας S&B-Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης στον γαλλικό επιχειρηματικό κολοσσό Imerys, αφού είχε προηγηθεί η μεταφορά της έδρας της στο Λουξεμβούργο, επανέφερε στην επικαιρότητα το θέμα της επέλασης του ξένου κεφαλαίου που σπεύδει να επωφεληθεί από την κρίση στη χώρα μας, εξαγοράζοντας, σε εξαιρετικά συμφέρουσες τιμές, σημαντικές επιχειρήσεις του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Αναδεικνύει, επίσης, τη σταδιακή αποδρομή των Ελλήνων καπιταλιστών από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις όλων των κλάδων, αλλά και την «αδυναμία» τους να επωφεληθούν από το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Ακόμη και στις περιπτώσεις συμπράξεων με το ξένο κεφάλαιο, οι ελληνικές εταιρίες παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.

Στο σημερινό εράνισμα επιχειρείται μία συνοπτική αλλά και ελλειπτική (λόγω χώρου) καταγραφή των επιχειρήσεων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που πωλήθηκαν (ή πρόκειται να πουληθούν) πρόσφατα:

 

1. Ιδιωτικοποιήσεις που έχουν ολοκληρωθεί:

Α. Ο ΟΤΕ ανήκει στη Deutsche Telekom.

Β. Το 33% του ΟΠΑΠ πωλήθηκε σε εξευτελιστική τιμή στην Emma Delta (Τσεχία).

Γ. Ο ΔΕΣΦΑ εξαγοράσθηκε από την εταιρία SOCAR από το Αζερμπαϊτζάν.

Δ. Στο Λιμάνι του Πειραιά η κινεζική Cosco ελέγχει έναν προβλήτα, μέσω της θυγατρικής της ΣΕΠ Α.Ε., ενώ διεκδικεί την απόκτηση της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της ΟΛΠ Α.Ε.

 

2. Δημόσιες εταιρίες ή/ και υποδομές των οποίων η διαδικασία ιδιωτικοποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη:

Α. Για τα περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας έχουν υποβάλλει προσφορές οι παρακάτω κοινοπραξίες:

1. Vinci Airports SAS-Άκτωρ Παραχωρήσεις Α.Ε.

2. Fraport AG-Slentel Ltd (συμφερόντων Κοπελούζου)

3. CASA (Corporation America S.A. από την Αργεντινή)-ΜΕΤΚΑ Α.Ε.

4. Zurich Airport-J&P Άβαξ.

Β. Για την απόκτηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ έχουν δείξει ενδιαφέρον εταιρίες από τη Ρωσία, τη Ρουμανία(!) και την Κίνα.

Γ. Για το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης έχουν υποβάλλει προσφορές οκτώ εταιρίες που προέρχονται από τη Δανία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο, τις Φιλιππίνες, την Ιαπωνία, το Ντουμπάι, τη Ρωσία και την Τουρκία.

Δ. Για την απόκτηση των εταιριών ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ είχαν δείξει ενδιαφέρον εταιρίες από τη Γαλλία και το Ισραήλ σε συνεργασία με τους «εθνικούς» εργολάβους.

Ε. Για την πώληση της Μικρής ΔΕΗ εκτιμάται ότι θα εκδηλωθεί ενδιαφέρον και πάλι από κοινοπραξίες στις οποίες το ξένο κεφάλαιο θα είναι πρωταγωνιστής.

 

3. Στον ιδιωτικό τομέα (εκτός από την περίπτωση της «S&B» που αναφέρθηκε στην εισαγωγή):

Α. Στον τομέα του τουρισμού, όπου υποτίθεται ότι είναι ένας από τους προνομιακούς χώρους δραστηριοποίησης του ελληνικού κεφαλαίου, υλοποιήθηκε η εξαγορά του συγκροτήματος του Αστέρα Βουλιαγμένης από την «Jermyn Street» (πολυεθνικών συμφερόντων), ενώ στη Βόρεια Ελλάδα πωλείται σημαντικός αριθμός ξενοδοχειακών μονάδων με τους επίδοξους αγοραστές να προέρχονται από την Τουρκία, τη Ρωσία και το Ισραήλ.

Β. Στον κλάδο των κατασκευών και πιο συγκεκριμένα της κατασκευής των μεγάλων οδικών αξόνων, η συμμετοχή των «εθνικών» εργολάβων στις κοινοπραξίες είναι μειοψηφική ενώ η συμμετοχή των ευρωπαϊκών κατασκευαστικών ομίλων από τη Γαλλία (Vinci), τη Γερμανία (Hochtief) και την Ισπανία (Cintra/ACS/Ferovial) κυμαίνεται από 50% μέχρι 70%.

Γ. Στον τομέα των τραπεζών οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που υλοποιήθηκαν το 2014 είχαν ως αποτέλεσμα την είσοδο σε αυτές των ξένων κερδοσκοπικών κεφαλαίων με υψηλά ποσοστά. Η επιδιωκόμενη ιδιωτικοποίησή τους με τη μείωση των ποσοστών που κατέχει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα αξιοποιηθεί από αυτά για την ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της θέσης τους.

Δ. Στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα των Συντακτών (φ. 10/11/2014) τα ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια εξακολουθούν να είναι αγοραστές (από 1/1/14 μέχρι 31/10/2014 οι καθαρές εισροές ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ), ενώ αντίθετα οι ελληνικές τράπεζες, τα αμοιβαία κεφάλαια και οι εγχώριοι ιδιώτες επενδυτές ρευστοποιούν τις θέσεις τους.

 

Το σημερινό εράνισμα δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει το ζήτημα του ξένου κεφαλαίου στη χώρα μας, αλλά να δώσει το έναυσμα για μια ουσιαστική συζήτηση για το καπιταλιστικό υπόδειγμα που αναδύεται μέσα από την κρίση.

 

Επιλογή ή αναγκαίος όρος η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος;

Επιλογή ή αναγκαίος όρος η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος;

     

«Διαβάζοντας» τα οικονομικά αποτελέσματα και αναμένοντας τα stress tests

του Γιώργου Τοζίδη

 

Η δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (Εθνική, Πειραιώς, Alpha, Eurobank) σε συνδυασμό με τα αναμενόμενα αποτελέσματα των ελέγχων αντοχής (stress tests) που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επαναφέρουν στην επικαιρότητα τη συζήτηση για το μέλλον τους και ιδιαίτερα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους.

Συνοπτικά, από τη δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων για το πρώτο 6μηνο του 2014, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

Οικονομικά αποτελέσματα

• Εθνική: Κατέγραψε καθαρά κέρδη 109 εκατ. ευρώ (κυρίως λόγω των θετικών αποτελεσμάτων της θυγατρικής της Finansbank) τα οποία αυξήθηκαν σε 1.146 εκατ. ευρώ μετά από χρήση αναβαλλόμενης φορολογίας (1) συνολικού ύψους 1.037 εκατ.

• Πειραιώς: Κατέγραψε ζημίες 354 εκατ. ευρώ οι οποίες μετά από χρήση αναβαλλόμενης φορολογίας συνολικού ύψους 436 εκατ. ευρώ μειώθηκαν σε 82 εκατ. ευρώ.

• Alpha: Κατέγραψε ζημίες 154 εκατ. ευρώ που μετά τη χρήση αναβαλλόμενης φορολογίας συνολικού ύψους 419,4 μετατράπηκαν σε καθαρά κέρδη 267 εκατ. ευρώ.

• Eurobank: Κατέγραψε ζημίες συνολικού ύψους 508 εκατ. ευρώ.

Από την παράθεση των παραπάνω στοιχείων προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι τέσσερις τράπεζες (με την Εθνική να βρίσκεται σε σχετικά καλύτερη θέση) εξακολουθούν να καταγράφουν ζημιές παρά τις περικοπές στις αμοιβές και τον αριθμό των εργαζομένων, τη μείωση του αριθμού των καταστημάτων, την πώληση θυγατρικών τους αλλά και το υψηλό καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (διαφορά μέσου σταθμισμένου επιτοκίου δανείων και καταθέσεων) που ανέρχεται σε 3,77 εκατοστιαίες μονάδες και είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε.

 

dromos_11

Continue reading

ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΤΙΣΜΕΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ…

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Τι αποκαλύπτει το Δ.Ν.Τ. και τα οικονομικά στοιχεία των συστημικών τραπεζών

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης του Δ.Ν.Τ. επανέφερε και το ζήτημα της φερεγγυότητας του τραπεζικού συστήματος της χώρας μας. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, τα οικονομικά στοιχεία των τραπεζών παραμένουν εύθραυστα λόγω του υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων (μ.ε.δ. – δηλαδή αυτά που βρίσκονται σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών) και της χαμηλής ποιότητας των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών. Τα μη εξυπηρετούμενα και τα ρυθμισμένα δάνεια (τα οποία, σύμφωνα με την αξιολόγηση της BlackRock, ενέχουν υψηλό κίνδυνο να μετατραπούν και πάλι σε μη εξυπηρετούμενα) ανήλθαν σε 40% του συνόλου στα τέλη του 2013, το ποσοστό κάλυψης (προβλέψεις επί των μ.ε.δ.) σε 49% ενώ το καθαρό υπόλοιπο (μ.ε.δ. μείον προβλέψεις) υπερέβαινε τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών κατά 138%. Ακόμη, συνεχίζεται η μείωση της αξίας των εμπράγματων εξασφαλίσεων (κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης των τιμών στην αγορά ακινήτων) που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη θέση των τραπεζών καθώς είναι υποχρεωμένες να προβαίνουν σε επιπλέον προβλέψεις. Το Δ.Ν.Τ. εκτιμά ότι θα απαιτηθούν επιπλέον κεφάλαια συνολικού ύψους 6 δισ. ευρώ για την κάλυψη των ζημιών των τραπεζών αμφισβητώντας ευθέως τα αποτελέσματα των ελέγχων αντοχής που πραγματοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση Τόμσεν ότι πριν από τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων από τους ελέγχους αντοχής των ευρωπαϊκών τραπεζών που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) δεν μπορεί να γίνει καμιά διαπραγμάτευση για το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Δ.Ν.Τ. επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου 2014 που δημοσίευσαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα:

1. Τα μ.ε.δ. ανήλθαν σε 81 δισ. ευρώ και προβλέπεται να ανέλθουν σε 85 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη του 2014.

2. Παρά την αύξηση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου λόγω αφενός της μείωσης του επιτοκίου καταθέσεων και του επιτοκίου με το οποίο δανείζονται από την Ε.Κ.Τ. και αφετέρου λόγω της αύξησης ή της μη μείωσης του επιτοκίου παροχής δανείων, οι τρεις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν ζημιές που τιςέφεραν στις τρεις πρώτες θέσεις των πιο ζημιογόνων εταιριών στο χρηματιστήριο. Αναλυτικά η Πειραιώς κατέγραψε ζημίες 247 εκατ., η Eurobank ζημιές 207 εκατ. και η Alpha ζημίες 94 εκατ. ευρώ. Μόνο η Εθνική κατέγραψε κέρδη (181 εκατ. ευρώ) λόγω κυρίως των κερδών της θυγατρικής της στην Τουρκία (Finansbank).

3. Συνεχίστηκε η μείωση του αριθμού των εργαζομένων και το κλείσιμο καταστημάτων και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες η οποία συνοδεύτηκε και από σημαντική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων. Εκτιμάται ότι εάν υιοθετηθούν οι πιέσεις για την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων ο αριθμός των εργαζομένων στις τράπεζες θα μειωθεί δραματικά.

4. Η ρευστότητα που απέκτησαν οι τράπεζες μέσω της ανακεφαλαιοποίησης και των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου δεν ενίσχυσαν τη ρευστότητα της αγοράς (ο δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών μειώνεται συνεχώς) αλλά διατέθηκαν είτε για την κάλυψη των ζημιών από τα μ.ε.δ. είτε για τη μείωση του δανεισμού τους από την Τράπεζα της Ελλάδος (κυρίως) και την Ε.Κ.Τ.

Η έκθεση του Δ.Ν.Τ. «ξεχνά» να αναφέρει ότι σύμφωνα με μελέτη του ίδιου οργανισμού για τα χρέη των νοικοκυριών (δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2012), τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μειώνουν, κατά μέσο όρο, περισσότερο από 4 φορές την κατανάλωσή τους με αποτέλεσμα την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και την είσοδο της οικονομίας σε ένα αυτοτροφοδοτούμενο καθοδικό σπιράλ μειούμενων τιμών (στην Ελλάδα ο δείκτης αποπληθωρισμού είναι πλέον 2%) και χαμηλότερης ζήτησης.

Επιπλέον, στην ίδια μελέτη, αναφέρεται ότι η αναδιάρθρωση των χρεών των νοικοκυριών αποτελεί μονόδρομο και προτείνονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις:

1. Ανασχεδιασμός των δανείων με επέκταση της χρονικής διάρκειάς τους και μείωση του επιτοκίου τους (μέχρι μηδενισμού τους).

2. Μείωση του χρέους στο ύψος της δυνατότητας αποπληρωμής που ορίζεται ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος (όχι μεγαλύτερο του 30%).

3. Κρατική οικονομική ενίσχυση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών μέσω των δικτύων κοινωνικής ασφάλειας.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία εκτιμάται ότι στο τέλος του 2014 θα ανέλθουν στο ύψος του ετήσιου Α.Ε.Π. της χώρας (!). Αυτή η κατάσταση τροφοδοτεί την απόγνωση, την οργή αλλά και τη συνολική απαξίωση του πολιτικού συστήματος και «εκφράζεται» εκλογικά, κυρίως, με την αποχή. Απαιτείται άμεσα ένα τεκμηριωμένο και αξιόπιστο πρόγραμμα ρύθμισης ή/ και διαγραφής των οφειλών ώστε η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση και την προοπτική που της κλέψανε τα τέσσερα τελευταία χρόνια.

 

 

 

«ΜΕΡΙΚΟΙ ΤΟ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΚΑΥΤΟ!»

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Η στήλη κάνει την «υπέρβασή» της και παραχωρεί τον πολύτιμο χώρο της εφημερίδας στην παρουσίαση ενός άρθρου, με τον παραπάνω τίτλο, του περιοδικού Economist (διεθνούς ναυαρχίδας του νεοφιλελευθερισμού). Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 31.05 και εξετάζει το ζήτημα των άμεσων ξένων επενδύσεων στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.

«Το χρήμα εισρέει από παντού» ανέφερε ο EmilioBotin, πρόεδρος της Santander, που είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της Ισπανίας, στα τέλη του 2013. Τα ίδια λόγια μπορεί να έλεγαν και άλλα στελέχη στη νότια Ευρώπη καθώς βρίσκουν διαρκώς στην πόρτα τους αντιπροσώπους ξένων επενδυτικών εταιριών που ξεποδαριάζονται αναζητώντας τη συμφωνία του αιώνα.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις που έχουν υποχωρήσει σημαντικά από το 2007 – 08 αυξάνονται και πάλι, με ισχυρούς ρυθμούς στην Ισπανία, λιγότερο στην Ιταλία ενώ Ελλάδα και Πορτογαλία ακολουθούν ασθμαίνοντας. Το ύψος των ξένων επενδύσεων δεν πλησιάζει, σε καμιά περίπτωση, τα προ κρίσης επίπεδα αλλά η τάση μείωσης φαίνεται να έχει αντιστραφεί.

Ορισμένες από αυτές τις επενδύσεις αφορούν στις ξένες πολυεθνικές που επενδύουν για να ενισχύσουν τη θέση των θυγατρικών τους. Η GeneralMotors, η Renault και η Volkswagen τοποθετούν νέα κεφάλαια στις αυτοκινητοβιομηχανίες τους στην Ισπανία. HVWεπενδύει και στην Πορτογαλία που προσελκύει, επίσης, ξένους επενδυτές, κυρίως Κινέζους, μέσω του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και ακολουθεί αργοπορημένα η Ελλάδα. Πλειστηριασμοί μετοχών εταιριών, αγορές περιουσιακών στοιχείων αλλά και μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες είναι κάποιες από τις επενδύσεις που προσελκύουν τους ξένους επενδυτές. Από κοντά και οι ξένοι επενδυτές χαρτοφυλακίου, που σε έναν κόσμο που διψά για αποδόσεις, σπρώχνουν προς τα επάνω τις τιμές των μετοχών και προς τα κάτω τις αποδόσεις των ομολόγων.

Οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου δεν μοιάζουν πλέον με τους τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης. Η ευρωζώνη φαίνεται να έχει διαφύγει τον κίνδυνο διάλυσης αλλά η ισοτιμία του ευρώ δεν βοηθά τους εξαγωγείς. Υπάρχουν σημάδια οικονομικής ανάκαμψης που υποβοηθούνται από προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, ειδικά σε Ισπανία και Πορτογαλία. Οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς έχουν ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Αλλά αυτό που πραγματικά προσελκύει τους επενδυτές δεν είναι η πρόβλεψη/ εκτίμηση ότι αυτές οι χώρες θα ανακάμψουν αλλά ότι τα υποτιμημένα περιουσιακά στοιχεία θα ανακτήσουν την πραγματική αξία τους. Πρόσθετα, ένας αριθμός περιουσιακών στοιχείων βγαίνει προς πώληση από τις τράπεζες που επιθυμούν με αυτόν τον τρόπο να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους πριν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ολοκληρώσει την αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους. Η PwC, μία εταιρία συμβούλων, εκτιμά ότι οι Ευρωπαϊκές τράπεζες θα πρέπει να απαλλαγούν από δάνεια συνολικού ύψους 80 δισ. ευρώ περίπου μόνο για φέτος από τα οποία το 20% βρίσκεται στη νότια Ευρώπη.

Εταιρίες που διαχειρίζονται ιδιωτικά κεφάλαια σε συνεργασία με τράπεζες διαπραγματεύονται την αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων επιχειρήσεων και νοικοκυριών από τις δανείστριες τράπεζες προσδοκώντας ότι θα αποκομίσουν σημαντικά κέρδη αν τελικά αυτά τα δάνεια αποπληρωθούν.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι προσφέρουν αυτού του είδους οι ξένες επενδύσεις στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Βοηθούν στην αναδιάρθρωση των οικονομιών, καταπολεμώντας την αναποτελεσματικότητα και ενισχύοντας την παραγωγικότητα ώστε να αναπτυχθούν με ταχύτερους ρυθμούς; Ή πρόκειται για βραχυπρόθεσμες κινήσεις που στοχεύουν σε μια γρήγορη αποκόμιση κερδών και στη συνέχεια αποχώρηση; Η Ισπανία, ειδικά, έχει βιώσει την πλημμυρίδα ξένων επενδύσεων πριν από την κρίση που συνέβαλε στη δημιουργία της φούσκας στην αγορά ακινήτων. Όταν οι οικονομίες καταρρέουν, οι μπότες των κερδοσκοπικών κεφαλαίων είναι, συχνά, οι πρώτες που πατούν στο έδαφος, ειδικά όταν μπορούν να δανεισθούν φθηνά για να επενδύσουν».

Το παραπάνω άρθρο του Economist, παρά τις ενστάσεις για ορισμένες θέσεις του, θέτει ωμά το ζήτημα του κερδοσκοπικού χαρακτήρα των ξένων επενδύσεων που υλοποιούνται αυτήν την περίοδο στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Παράλληλα αποδομεί την τρέχουσα προπαγάνδα της μνημονιακής συγκυβέρνησης για την αναπτυξιακή προοπτική που δήθεν θα προκαλέσει η «πλημμυρίδα» των ξένων επενδύσεων στην πατρίδα μας.