Εδώ ο κόσμος καίγεται…

Εδώ ο κόσμος καίγεται…

Του Γιώργου Τοζίδη       

Ενώ η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μία φάση αναταραχής με άγνωστη την τελική κατάληξη και οι χώρες της Ενωμένης Ευρώπης (Ε.Ε.) αντιμετωπίζουν, για πρώτη φορά μετά την ίδρυσή της, τρεις μεγάλες κρίσεις ταυτόχρονα (υψηλό δημόσιο χρέος, οικονομική στασιμότητα και Προσφυγικό), η πρόσφατη «ανάκριση» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ε.Κ.) του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.) M. Draghi κατέδειξε τις δογματικές εμμονές των Γερμανών που οδηγούν, με μαθηματική βεβαιότητα, την Ε.Ε. σε διάλυση.

Αρχικά, ερωτήθηκε ο M. Draghi εάν αληθεύουν οι συζητήσεις της ΕΚΤ με την ιταλική κυβέρνηση για την ένταξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μεδ) των ιταλικών τραπεζών στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ο M. Draghi απάντησε ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται να αγοράσει μεδ απευθείας αλλά μπορεί να τα κάνει αποδεικτά ως εξασφαλίσεις για την παροχή δανειακών κεφαλαίων (σημ. μία εξέλιξη που εξυπηρετεί και τις ελληνικές τράπεζες). Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ένταξη των μεδ στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία απλή επέκταση του προγράμματος με στόχο την αποτροπή οικονομικής καταστροφής. Όμως οι Γερμανοί φοβούνται ότι με αυτόν τον τρόπο, η ΕΚΤ θα πλημμυρίσει από τοξικά δάνεια του ευρωπαϊκού νότου και οι ζημίες θα διαχυθούν στο σύνολο της ευρωζώνης.ΟM. Draghiέχει δείξει την αποφασιστικότητά του να αντιπαρατεθεί στη γερμανική κυβέρνηση στο παρελθόν και η δήλωσή του ότι η ΕΚΤ θα κάνει αποδεκτά τα μεδ ως εξασφαλίσεις για την παρεχόμενη ρευστότητα, αποδεικνύει ότι το ίδιο πρόκειται να πράξει και τώρα.

Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα καθώς ο πρόεδρος της ΕΚΤ ερωτήθηκε για την πρόταση του Συμβουλίου των Γερμανών Σοφών,με την υποστήριξη του W. Schaeuble και της Bundesbank,που υιοθετεί τον τρόπο διάσωσης των ευρωπαϊκών τραπεζών που ισχύει από φέτος και στην περίπτωση που ένα κράτος-μέλος αδυνατεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος.Για παράδειγμα, εάν η Πορτογαλία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της, οι κάτοχοι των πορτογαλικών ομολόγων θα είναι οι πρώτοι που θα υποστούν το κόστος αυτής της αθέτησης. ΟM. Draghi αρνήθηκε να απαντήσει διότι η υιοθέτηση αυτής της πρότασης θα προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων και θα εκτινάξει τα επιτόκια δανεισμού των χωρών, κυρίως, του ευρωπαϊκού νότου. Άλλωστε, θα έπρεπε να θυμίσει ότι εάν ίσχυε κάτι ανάλογο το 2010, οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες θα έπρεπε να «κουρέψουν» τα ελληνικά ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους με άγνωστες συνέπειες για την οικονομική ευρωστία τους.

Η συζήτηση στο Ε.Κ. είναι η τελευταία εξέλιξη της αντιπαράθεσης που έχει διαιρέσει την Ευρώπη μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Από τη μία πλευρά είναι ο ευρωπαϊκός βορράς, καθοδηγούμενος από τη Γερμανία, που επιθυμεί να επιβάλλει δημοσιονομική πειθαρχία με μηδενισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και δραστικό περιορισμό των δημόσιων χρεών. Από την άλλη είναι ο Ευρωπαϊκός Νότος, με κύριο εκπρόσωπο την Ιταλία, που δεν βλέπει, πλέον, άλλη διέξοδο από την κρίση παρά μόνο την αύξηση των διαθέσιμων δημόσιων πόρων που προέρχονται από την ΕΚΤ και κατευθύνονται σε επενδύσεις στις υποδομές, την παιδεία, την καινοτομία, την υγεία και την πρόνοια.

Η αντιπαράθεση Βορρά-Νότου στην Ευρωζώνη έχει εισέλθει, πλέον, στην τελική φάση καθώς επηρεάζεται άμεσα και από την παγκόσμια αναταραχή. Η υιοθέτηση των προτάσεων της ιταλικής κυβέρνησης σημαίνει την παροχή εγγυήσεων και ρευστότητας από την ΕΚΤ προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα. Αντίθετα, η επιβολή των γερμανικών θέσεων σημαίνει ακόμη αυστηρότερους όρους διαχείρισης του δημόσιου χρέους και δημοσιονομικής προσαρμογής. Η κατάληξη της αντιπαράθεσης θα προσδιοριστεί, όπως πάντα, από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, με όποιον τρόπο αυτός επιλέξει…

 

Στο ίδιο έργο θεατές(;)

Στο ίδιο έργο θεατές(;)

     

Σκίτσο: Ανελκυστήρας σε ελεύθερη πτώση του Β. Παπαβασιλείου

 

Η Deutsche Bank «σέρνει το χορό» της κρίσης του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Άρκεσε ένας μήνας για να επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις ότι το 2016 θα είναι το έτος που η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον εφιάλτη μιας ύφεσης χειρότερης από αυτήν του 2008. Πρωταγωνίστριες και πάλι οι παγκόσμιες τράπεζες που, αφού διασώθηκαν το 2008-2009 ,επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος με τρισεκατομμύρια, βρίσκονται και πάλι στο κατώφλι της κατάρρευσης.

Η ανακοίνωση της Deutsche Bank (D.B.) ότι το 2015 κατέγραψε ζημίες συνολικού ύψους 6,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήταν η αφορμή για να κατρακυλήσει η μετοχή της και να βρεθεί στο χαμηλότερο σημείο από το 2008. Οι αγορές ανησυχούν για το μέλλον της τράπεζας και οι ανησυχίες τους προέρχονται από το γεγονός ότι η κεφαλαιοποίηση της τράπεζας ανέρχεται σε μόλις 21 δισεκατομμύρια ευρώ (μειωμένη κατά 58% σε σύγκριση με την υψηλότερη τιμή του 2015), τα κεφάλαιά της ανέρχονται σε 52 δισεκατομμύρια ενώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια λήγουν ομόλογα έκδοσής της, συνολικού ύψους 54 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ανησυχία γίνεται τρόμος εάν συνυπολογισθεί η έκθεση της τράπεζας σε παράγωγα που ανέρχεται σε 64 τρισεκατομμύρια δολάρια όταν το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι 3,9 τρισεκατομμύρια δολάρια και της ευρωζώνης 13,2 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Οι αγορές ανησυχούν για τη D.B. και για έναν ακόμη λόγο. Τα τελευταία χρόνια η τράπεζα βρέθηκε αναμεμειγμένη σε πολλά τραπεζικά σκάνδαλα. Τον Νοέμβριο, η D.B. συμφώνησε με τις αρχές των ΗΠΑ να πληρώσει πρόστιμο 258 εκατ. δολαρίων για παραβίαση του αμερικανικού εμπάργκο στις συναλλαγές με χώρες όπως το Ιράν, η Λιβύη, η Συρία και το Σουδάν. Είχε προηγηθεί, τον Απρίλιο, η πληρωμή προστίμου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου, ενώ εκκρεμούν ακόμη οι υποθέσεις για τη χειραγώγηση των συναλλαγματικών τιμών διαφόρων νομισμάτων. Οι ανησυχίες των αγορών αποτυπώνονται στην αύξηση κατά 150% της τιμής των ασφαλίστρων έναντι του κινδύνου πτώχευσης της μεγαλύτερης τράπεζας της Γερμανίας με αποτέλεσμα να υπολείπονται ελάχιστα από το 2011 που ξέσπασε η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρώπη. Μια πιθανή πτώχευση της D.B. θα έκανε την πτώχευση της Lehman Brothers να μοιάζει με παιδική γιορτή.

 

Παγκόσμιο «φαινόμενο»

Αλλά δεν είναι μόνο η D.B. που αντιμετωπίζει προβλήματα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν προβλήματα από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που επηρεάζουν αρνητικά την κερδοφορία τους, την πτώση των τιμών του πετρελαίου, τη «στασιμότητα» της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών και την απουσία επενδυτικών «ευκαιριών», παρά τα αρνητικά επιτόκια, λόγω των ισχνών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Από την αρχή του έτους οι τιμές των μετοχών των μεγαλύτερων τραπεζών μειώθηκαν από 15% μέχρι 42% και δεν φαίνονται σημάδια ανάκαμψης.

Για παράδειγμα, την περασμένη Τρίτη, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo και JPMorgan Chase ανακοίνωσαν αυξημένες προβλέψεις έναντι των ζημιών τους κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2015. Η αιτία αυτής της αρνητικής εξέλιξης εντοπίζεται στη μείωση της τιμής του πετρελαίου και στα προβλήματα ρευστότητας που προκάλεσε στις πετρελαιοπαραγωγές εταιρίες.

Όσο διαρκούσαν οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, οι αμερικανικές τράπεζες εισέπρατταν δισεκατομμύρια από προμήθειες και τόκους των δανείων που χορήγησαν. Χρηματοδότησαν όλα τα στάδια διακίνησης του πετρελαίου, από την εξόρυξη και την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση. Όμως η πτώση της τιμής του πετρελαίου ανέστρεψε πλήρως την κατάσταση. Για παράδειγμα, η Bank of America ανακοίνωσε ότι το 33% των δανείων συνολικού ύψους 8,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που χορηγήθηκαν σε εταιρίες του ενεργειακού κλάδου δεν εξυπηρετούνται. Αντίστοιχα, η Wells Fargo ανακοίνωσε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της έκθεσής της στον ίδιο κλάδο (συνολικού ύψους 17 δις δολαρίων) αντιμετωπίζει τον υψηλό κίνδυνο μη αποπληρωμής. Ανάλογη είναι η κατάσταση για τη Citibank αλλά και για περιφερειακές τράπεζες των ΗΠΑ.

Αξίζει να αναφερθεί ότι για την αντιμετώπιση των ζημιών τους οι μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη ανακοίνωσαν ότι θα προσφύγουν και πάλι στην προσφιλή τους λύση των μαζικών απολύσεων εργαζομένων. Παρά το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν από τις τράπεζες μετά την κρίση του 2008, προγραμματίζονται δεκάδες χιλιάδες απολύσεις και για την επόμενη διετία (2016-2017). Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πρωταγωνίστριες. Η HSBC σχεδιάζει να απολύσει 50.000 εργαζόμενους ώστε να μειώσει τα έξοδά της κατά 5 δις δολάρια. Ανάλογα, η D.B. ανακοίνωσε ότι η τράπεζα θα απολύσει 35.000 εργαζόμενους φέτος. Ο κατάλογος είναι μακρύς και περιλαμβάνει τις τράπεζες Unicredit, Standard Chartered, Barclays, Lloyds, Credit Suisse κ.ά.

 

Απόδειξη αποτυχίας

Τα προβλήματα των τραπεζών είναι μία ακόμη απόδειξη της αποτυχίας των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης και των χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησαν οι κεντρικές τράπεζες των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και τελευταία η Ευρωζώνη). Η διοχέτευση τεράστιων ποσοτήτων φθηνού χρήματος στις τράπεζες απέτυχε να ενισχύσει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Χρησιμοποιήθηκε από τις τράπεζες για την ενίσχυση των αποθεματικών τους, την αγορά κρατικών ομολόγων ή ίδιων μετοχών και όχι για παραγωγικές επενδύσεις. Όπως αναφέρει ο J. Stiglitz σε ένα πρόσφατο άρθρο του*, «το να κρατάς τα επιτόκια σε μηδενικά επίπεδα δεν οδηγεί αναγκαστικά σε υψηλότερα επίπεδα τις πιστώσεις και τις επενδύσεις. Όταν οι τράπεζες έχουν την ελευθερία να επιλέγουν, τότε επιλέγουν τα χωρίς κίνδυνο κέρδη ή ακόμη και τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, έναντι του δανεισμού που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ευρύτερο στόχο της οικονομικής ανάπτυξης».

Στη συνέχεια ο J. Stiglitz αναφέρεται και σε μία ακόμη παρενέργεια των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης. «Μία μη σκοπούμενη, αλλά όχι μη αναμενόμενη, συνέπεια της ποσοτικής χαλάρωσης ήταν οι μεγάλες αυξήσεις στις διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων. Οι συνολικές κεφαλαιακές εισροές στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξήθηκαν από 20 δισ. το 2008 σε περισσότερα από 600 δισ. δολάρια το 2010. Ελάχιστα από αυτά τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν σε επενδύσεις. Αυτή τη χρονιά, οι αναπτυσσόμενες χώρες, συνολικά, εκτιμάται ότι θα καταγράψουν την πρώτη καθαρή εκροή κεφαλαίων -συνολικού ύψους 615 δις δολαρίων- από το 2006». Τα αποτελέσματα είναι, ήδη, εμφανή στη δραστική μείωση των ρυθμών ανάπτυξης αυτών των χωρών που, όμως, είχαν λειτουργήσει ως ατμομηχανές κατά την κρίση του 2008. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι οικονομολόγοι του ΟΗΕ μείωσαν την τελική εκτίμησή τους για το ποσοστό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας το 2015 από 2,8% σε 2,4% όταν το μέσο ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης, πριν από την κρίση του 2008, ήταν 4-5%. Η εκτίμησή τους για το 2016 είναι ότι το ποσοστό ανάπτυξης θα είναι ελάχιστα υψηλότερο (2,9%). Μια εκτίμηση που θεωρείται αισιόδοξη καθώς οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά αβέβαιες και οι γενικότεροι κίνδυνοι αυξάνονται: συνεχιζόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών, άτακτη προσαρμογή στην Κίνα και επιδείνωση κρίσιμων μακροοικονομικών μεγεθών στις ΗΠΑ (μειωμένη μεταποιητική παραγωγή, πτώση των εταιρικών κερδών) που σε συνδυασμό με την πιθανή περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, θα μπορούσε να προκαλέσει διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να πλήξει ακόμη περισσότερο τις ευάλωτες αναδυόμενες οικονομίες.

 

Και γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Η συνέχιση των χαμηλών τιμών του πετρελαίου θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες και εκτιμάται ότι θα μειώσει περαιτέρω τη ζήτηση για τις εξαγωγές των αναπτυγμένων χωρών. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η γεωπολιτική αναταραχή που απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη.

Η πρόταση-απάντηση του J. Stiglitz στην παρούσα κρίση είναι η καθοδήγηση των τραπεζών στη χρηματοδότηση επενδύσεων και καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών και «οι μεγάλες δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές, την εκπαίδευση και την τεχνολογία» που θα χρηματοδοτηθούν από την αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων και των μονοπωλίων. Όμως, ποια καπιταλιστική κυβέρνηση σε Ανατολή και Δύση θα υλοποιήσει την παραπάνω πρόταση που θα την φέρει σε άμεση σύγκρουση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου;

 

* J. Stiglitz and Hamid Rashid: “What’s holding back the world economy?”, theguardian, 08.02.2016.

 

ΟΙ  ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Του Γιώργου Τοζίδη

Η δημοσίευση από την ΕΛΣΤΑΤ των στοιχείων για τις εμπορευματικές συναλλαγές της Ελλάδας την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2015 διέψευσε την προπαγάνδα για τις δήθεν καταστροφικές συνέπειες της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων στις οικονομικές συναλλαγές. Αναλυτικά:

  1. Η συνολική αξία των εισαγωγών – αφίξεων ανήλθε στο ποσό των 43.580,9 εκατ. ευρώ έναντι 48.131,1 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2014, παρουσιάζοντας μείωση 9,5%. Η αντίστοιχη μεταβολή χωρίς τα πετρελαιοειδή, που επηρεάστηκαν από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, παρουσίασε αύξηση κατά 245,9 εκατ. ευρώ (+0,8%). Δηλαδή, παρά τους περιορισμούς στην κίνηση των κεφαλαίων, οι εισαγωγές όχι μόνο δεν μειώθηκαν αλλά, έστω οριακά, αυξήθηκαν.
  2. Η συνολική αξία των εξαγωγών – αποστολών ανήλθε στο ποσό των 25.804,4 εκατ. ευρώ έναντι 27.196,0 εκατ. ευρώ το 2014, παρουσιάζοντας μείωση 15,1%. Όμως, χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση κατά 1.135,6 εκατ. ευρώ (+7,3%).
  3. Το αποτέλεσμα των παραπάνω μεταβολών ήταν το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου να παρουσιάσει μείωση κατά 15,1% συνολικά ή κατά 7,3% χωρίς τα πετρελαιοειδή, σε σύγκριση με το 2014.

Εάν η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου το 2015 διέψευσε τους κινδυνολόγους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της δομής του κατά τη μνημονιακή περίοδο (μετά το 2008).  Από τους πίνακες Ι και ΙΙ προκύπτουν τα ακόλουθα:

  1. Οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 19.364 εκατ. ευρώ ή κατά 31%. Η αντίστοιχη μεταβολή χωρίς τα πετρελαιοειδή ήταν μείωση κατά 17.270 εκατ. ευρώ ή κατά 35%.
  2. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 7.867 εκατ. ευρώ ή κατά 44%. Όμως σε αυτήν την αύξηση συνέβαλε η αύξηση των εξαγωγών πετρελαιοειδών καθώς χωρίς αυτά, οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση κατά 2.324 εκατ. ευρώ ή κατά 14,6%.
  3. Όσον αφορά στη δομή των εισαγωγών, χωρίς τα πετρελαιοειδή, η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στα «Μηχανήματα και υλικό μεταφορών» (-47,6%), στα «Διάφορα Βιομηχανικά Είδη» (-40,8%) και στα «Βιομηχανικά Είδη» (-40,6%) και είναι αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης και της πτώσης της παραγωγικής δραστηριότητας.
  4. Στην αντίστοιχη δομή των εξαγωγών, η αύξηση των εξαγωγών «Τροφίμων και ζώντων ζώων» (1.032,8 εκατ. ευρώ) κάλυψε το 44,4% της συνολικής αύξησής τους με αποτέλεσμα το ποσοστό τους στο σύνολο των εξαγωγών να ανέλθει από 18% το 2008 σε 21,4% το 2015.

Τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι η συνολική κατεύθυνση ενός προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης θα πρέπει, σε πρώτη φάση, να είναι η υποκατάσταση των εισαγωγών και η διατροφική αυτάρκεια της χώρας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΤΑ ΕΤΗ 2008 – 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ 2008 2015
  ΠΟΣΑ (εκατ. €) % ΠΟΣΑ (εκατ. €) %
Τρόφιμα και ζώντα ζώα 5.380 8,5 5.085,8 11,7
Ποτά και καπνός 771 1,2 562 1,3
Πρώτες ύλες, μη βρώσιμες, εκτός καυσίμων 1.697 2,7 1.109,3 2,6
Ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά κλπ. 13.475 21,4 11.380,6 26,1
Έλαια και λίπη, ζωικής ή φυτικής προέλευσης 305 0.5 270,3 0,6
Χημικά προϊόντα 8.414 13,4 6.783,9 15,5
Βιομηχανικά είδη 8.188 13,0 4.859,6 11,1
Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 16.694 26,5 8.750,1 20,1
Διάφορα βιομηχανικά είδη 7.909 12,6 4.681,7 10,8
Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα 112 0,2 97,8 0,2
ΣΥΝΟΛΟ 62.945 100,0 43.580,9 100,00

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΤΑ ΕΤΗ 2008 – 2015

ΕΞΑΓΩΓΕΣ 2008 2015
  ΠΟΣΑ (εκατ. €) % ΠΟΣΑ (εκατ. €) %
Τρόφιμα και ζώντα ζώα 2.854 5,0 3.886,8 15,1
Ποτά και καπνός 598 3,3 667,1 2,6
Πρώτες ύλες, μη βρώσιμες, εκτός καυσίμων 783 4,4 1.031,1 4,0
Ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά κλπ. 2.056 11,5 7.599,4 29,5
Έλαια και λίπη, ζωικής ή φυτικής προέλευσης 362 2,0 718,8 2,8
Χημικά προϊόντα 2.339 13,0 2.721,4 10,5
Βιομηχανικά είδη 4.000 22,3 4.135,7 16,0
Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 2.474 13,8 2.617,9 10,1
Διάφορα βιομηχανικά είδη 1.989 11,1 1.826,7 7,1
Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα 481 2,7 599,6 2,3
ΣΥΝΟΛΟ 17.937 100 25.804,4 100,0

 

 

 

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν την παγκόσμια οικονομία

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν την παγκόσμια οικονομία

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η πολυδιάστατη κρίση που ξέσπασε το 2008 είναι και η εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μεδ) των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Μπορεί το πρόβλημα των μεδ στην Ελλάδα να είναι εξαιρετικά οξυμένο, λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων, της ανεργίας και της κερδοσκοπικής πολιτικής των τραπεζών. Ανάλογη, όμως, είναι η κατάσταση και σε πάρα πολλές χώρες του πλανήτη.

Επιχειρήσεις και νοικοκυριά βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους λόγω της οικονομικής στασιμότητας που επέφεραν οι πολιτικές λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους και των εργασιακών σχέσεων. Η μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια οικονομία προέρχεται από τα μεδ της Κίνας που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και αντιστοιχούν στο 50% περίπου του ΑΕΠ της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών εκτοξεύθηκε από τα 9 στα 30 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε μόλις επτά χρόνια (2008-2015).

Αλλά δεν είναι μόνο η Κίνα. Στις ΗΠΑ οι εταιρίες εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους μετά την κατάρρευση των τιμών των καυσίμων ενώ διογκώνονται τα προβλήματα από τα μη εξυπηρετούμενα φοιτητικά δάνεια και τις οφειλές των πιστωτικών καρτών.

Στην Ευρώπη, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα μεδ ανέρχονται σε περίπου 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. Πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες δυσκολεύονται στη διαχείρισή τους και χρησιμοποιούν την παροχή ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όχι για να χρηματοδοτήσουν την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά για να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργούνται από τα μεδ. Πρόσφατα η κυβέρνηση της Ιταλίας ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα παροχής εγγυήσεων στις ιταλικές τράπεζες, προκειμένου να «καθαρίσουν» τους ισολογισμούς τους από τα μεδ.

Την περίοδο πριν από το 2008 επιχειρήσεις και νοικοκυριά δανείζονταν με χαμηλά επιτόκια για να υλοποιήσουν επεκτατικά επενδυτικά σχέδια ή να πραγματοποιήσουν αγορές που ελάχιστα συνδέονταν με τις πραγματικές ανάγκες τους. Η κρίση που ξέσπασε το 2008 και η συνακόλουθη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας κατέστησε από δύσκολη έως αδύνατη την αποπληρωμή αυτών των δανείων. Σύμφωνα με τη θεωρία της διεθνούς τραπεζικής, οι τράπεζες θα έπρεπε να έχουν διαγνώσει τον πιστωτικό κίνδυνο από τη χορήγηση αυτών των δανείων και να είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα (αυξημένες προβλέψεις). Όμως και σε αυτήν την περίπτωση η πράξη απείχε παρασάγγας από τη θεωρία: ο ενδοτραπεζικός ανταγωνισμός και η «ανάγκη» εμφάνισης υψηλής κερδοφορίας (ώστε να δικαιολογούνται οι τεράστιες αμοιβές των στελεχών) ήταν οι αιτίες για τη μη τήρηση των κανόνων ελέγχου των όρων παροχής τραπεζικών δανείων.

Η θεωρία καταπατήθηκε και στην περίπτωση της αντιμετώπισης των συνεπειών από τα μεδ οι τράπεζες θα έπρεπε να διαγράψουν τα μεδ από τους ισολογισμούς τους και να αναζητήσουν νέα κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών τους. Αντίθετα, προσέτρεξαν στο κράτος (αυτοί οι ορκισμένοι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού) για τη στήριξή τους με δημόσιο χρήμα, εκτοξεύοντας και τα δημόσια χρέη σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Το «παράδοξο» στην υπόθεση των μεδ είναι ότι η διευκόλυνση των δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους θα ενίσχυε την ανάκαμψη των οικονομιών καθώς θα απελευθερώνονταν εισοδήματα που θα κατευθύνονταν στην κατανάλωση ή/ και στην κάλυψη φορολογικών – ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τα εργαλεία υπάρχουν και είναι συμβατά με την τραπεζική θεωρία και πρακτική: αναδρομική μείωση επιτοκίων, άτοκη περίοδο επιμήκυνσης, χρονική περίοδο καταβολής ελάχιστης δόσης κ.ά. Όμως, η λήψη αυτών των μέτρων προϋποθέτει τον δημόσιο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος που, αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά, ότι δεν είναι ιδεολογική εμμονή αλλά αδήριτη κοινωνική αναγκαιότητα.

O γεωπολιτικός ρόλος του πετρελαίου

O γεωπολιτικός ρόλος του πετρελαίου

       

Του Γιώργου Τοζίδη

Τον Σεπτέμβρη του 2015, όταν η τιμή του πετρελαίου ήταν 50 δολάρια το βαρέλι, έχοντας καταγράψει ήδη μία μεγάλη πτώση από τα 110 δολάρια που βρισκόταν το 2014, η Goldman Sachs (G.S.), προέβλεψε ότι η τιμή θα προσέγγιζε τα 20 δολάρια κατά το 2016. Σήμερα, μόλις τέσσερις μήνες μετά, η τιμή του πετρελαίου βρίσκεται κάτω από το όριο των 30 δολαρίων το βαρέλι, οι τάσεις είναι πτωτικές και η πρόβλεψη της G.S. φαίνεται να επαληθεύεται. Όμως η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή…

Η G.S. ποτέ δεν προβλέπει, απλά θέτει στόχους και διαμορφώνει τιμές στην αγορά. Είναι γνωστό ότι τα συμβόλαια πραγματικών αγοραπωλησιών πετρελαίου αναλογούν μόλις στο 2% της αγοράς και το υπόλοιπο ποσοστό αφορά σε προθεσμιακά συμβόλαια, παράγωγα και λοιπά χρηματοπιστωτικά προϊόντα που έχουν επινοήσει οι διεθνείς κερδοσκόποι για να διαμορφώνουν τις τιμές των πρώτων υλών, όχι με βάση τη μελλοντική προσφορά και ζήτηση αλλά τις «προσδοκίες» που η διαμόρφωσή τους εξαρτάται, κυρίως, από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των ΗΠΑ. Άλλωστε, είναι οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες που ελέγχουν αυτά τα «όπλα μαζικής καταστροφής». Άρα, η πρόβλεψη της G.S. για την τιμή του πετρελαίου ήταν ουσιαστικά ο στόχος που έθετε για να εξυπηρετήσει τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρόσφατη πτώση των τιμών του έχει επηρεάσει αρνητικά τους βασικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Ρωσία, Βραζιλία, Βενεζουέλα, Ιράν (ο κατάλογος είναι μακρύς) ακόμη και η Σαουδική Αραβία, αντιμετωπίζουν μία δημοσιονομική κρίση με κοινωνικές προεκτάσεις που οφείλεται στην πτώση της τιμής του πετρελαίου ενώ οι επιπτώσεις είναι αρνητικές ακόμη και σε καταναλώτριες χώρες όπως είναι τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Πιο συγκεκριμένα:

1. Ο Προϋπολογισμός της Ρωσίας στηρίζεται, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, στα έσοδα από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Καθώς τα έσοδα του Προϋπολογισμού είχαν εκτιμηθεί με την τιμή στα 50 δολάρια, το έλλειμμα είναι μεγάλο. Περικοπές στους τομείς της Άμυνας και της ασφάλειας δεν μπορούν να γίνουν λόγω της έντασης στις σχέσεις Ρωσίας και Δύσης (Ουκρανία, Συρία) ενώ περικοπές κοινωνικών παροχών δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν λόγω των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου.

2. Παρ’ όλο που μετά τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα, το Ιράν επανέρχεται στην πετρελαϊκή αγορά, η πτώση της τιμής του πετρελαίου θα δυσχεράνει την αποκατάσταση των ζημιών που έχουν προκληθεί στη χώρα από το εμπάργκο που της είχε επιβληθεί. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πώς θα επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών του Φεβρουαρίου η απογοήτευση των προσδοκιών των Ιρανών πολιτών.

3. Η Σαουδική Αραβία έχει πληγεί και αυτή από την πτώση της τιμής του πετρελαίου. Το 2015 καταγράφηκε δημοσιονομικό έλλειμμα 10,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων και η εκτίμηση για τη φετινή χρονιά είναι ότι το έλλειμμα θα είναι πολλαπλάσιο. Στόχος των ΗΠΑ είναι η αναγκαστική διακοπή της οικονομικής βοήθειας που η χώρα παρέχει στους Ισλαμιστές τρομοκράτες αλλά και η ιδιωτικοποίηση της Aramco που είναι ο πετρελαιοπαραγωγός γίγαντας της χώρας.

4. Με δεδομένο ότι τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. είναι καταναλωτές πετρελαίου, η πτώση της τιμής του πετρελαίου θα έπρεπε να έχει θετικές επιπτώσεις στην οικονομία τους. Όμως, αυτή η πτώση ενισχύει την κρίση αποπληθωρισμού στην οποία βρίσκεται η Ε.Ε. με τελικό αποτέλεσμα να μην πραγματοποιούνται οι παραγωγικές επενδύσεις που είναι απαραίτητες για τη συνολική έξοδο της Ε.Ε. από την κρίση.

Η πολυπλοκότητα της παγκόσμιας κρίσης κάνει επισφαλή κάθε εκτίμηση για την έκβασή της. Εκτός εάν οι λαοί πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους…

 

2016: «Έρχεται βροχή – Έρχεται μπόρα…»

2016: «Έρχεται βροχή – Έρχεται μπόρα…»

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Η θορυβώδης είσοδος της νέας χρονιάς επιβεβαίωσε ότι το 2016 θα είναι μία ακόμη ενδιαφέρουσα χρονιά τόσο για την Ελλάδα όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη. Μόνο σε μία μέρα, την προηγούμενη Πέμπτη, καταγράφηκαν:

  1. Tο κλείσιμο των Xρηματιστηρίων της Κίνας μετά από 29 λεπτά συναλλαγών, εξαιτίας της μεγάλης πτώσης τους (πλέον του 7%).
  2. H ανακοίνωση ότι τα συναλλαγματικά αποθεματικά της Κίνας μειώθηκαν κατά 108 δισεκατομμύρια δολάρια τον Δεκέμβριο λόγω της στήριξης του γουάν (η ετήσια μείωση ανήλθε σε 512 δισ. δολάρια).
  3. Tα ευρωπαϊκά Xρηματιστήρια και η Wall Street ακολούθησαν στην πτώση τα χρηματιστήρια της Κίνας.
  4. H τιμή του πετρελαίου βρέθηκε σε χαμηλά 12ετίας, παρά την ένταση μεταξύ Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, τον βομβαρδισμό πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη Λιβύη και τη μείωση της παραγωγής στις ΗΠΑ που σε άλλες εποχές θα είχαν εκτινάξει την τιμή του.

Όλοι οι αναλυτές συμπίπτουν στην εκτίμηση ότι το 2016 θα είναι μία ακόμη χρονιά επιβεβαίωσης της κρίσης της παγκοσμιοποίησης. Εκτιμάται ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3,3%, ελάχιστα υψηλότερα από το 2015 (3,1%) αλλά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τριετίας 2012-2014 (3,4%) ενώ το διεθνές εμπόριο θα εξακολουθήσει να αυξάνεται με αναιμικούς ρυθμούς (2,7%) σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα (8% την περίοδο 2003-2007). Το ποσοστό μεγέθυνσης του ΑΕΠ της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα είναι μόλις 1,5% και άνισα κατανεμημένο, επιτείνοντας τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα ενώ πρόσθετο κόστος θα προκύψει από τη διαχείριση των αυξημένων μεταναστευτικών ροών.

Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τις εξελίξεις είναι οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, η πτώση των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών που εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί και το 2016, η άνοδος των επιτοκίων της Fed που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων των ΗΠΑ και την απόσυρση κεφαλαίων από τις αναδυόμενες οικονομίες* και η κατάσταση στην Κίνα.

Η Κίνα έχει εισέλθει σε φάση μετάβασης από μία οικονομία που είναι προσανατολισμένη στις επενδύσεις και τις εξαγωγές σε οικονομία που στηρίζεται, κυρίως, στην εσωτερική κατανάλωση, με συνέπεια τη μείωση των ποσοστών μεγέθυνσης και της ζήτησης πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων. Η παγκοσμιοποίηση στηρίχθηκε στη λειτουργία της Κίνας ως προμηθεύτριας φθηνών προϊόντων και εισαγωγέα πρώτων υλών αλλά και μηχανημάτων και πολυτελών προϊόντων που ευνόησαν τις αναπτυγμένες οικονομίες της δύσης και κυρίως τη Γερμανία. Η σημερινή στροφή επηρεάζει αρνητικά τόσο τις αναδυόμενες οικονομίες όσο και τις αναπτυγμένες.

Στην Eυρωζώνη, η συνέχιση της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης και οι χαμηλές τιμές πετρελαίου δεν επαρκούν για την αύξηση του ΑΕΠ και τη δημιουργία θέσεων εργασίας εάν δεν συνδυαστούν με την αύξηση των δημοσίων δαπανών και επενδύσεων. Η κρίση στην Ευρωζώνη ενισχύεται και από την εντεινόμενη πολιτική διαίρεση μεταξύ των χωρών του Ευρωπαϊκού Nότου και Βορρά (με τη Γαλλία να βρίσκεται στο μέσον της διαμάχης). Όπως έδειξαν οι εκλογικές διαδικασίες που διεξήχθησαν το 2015 σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, οι λαοί του Nότου (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία) εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην ποικιλώνυμη Aριστερά, ενώ αντίθετα στις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά ενισχύονται τα ακροδεξιά κόμματα. Η ακροδεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας ήδη κινείται στην κατεύθυνση δημιουργίας μίας άτυπης συμμαχίας με τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού που θα συναντηθεί εντός της νέας χρονιάς και με τις επιδιώξεις της βρετανικής κυβέρνησης για μετατροπή της Ε.Ε. σε ζώνη ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών. Το μέλλον της Ε.Ε. ποτέ στο παρελθόν δεν φαινόταν τόσο γκρίζο και προβληματικό.

Το 2015 έφυγε διαψεύδοντας τις ελπίδες και προσδοκίες των λαών πολλών χωρών του πλανήτη. Στην αυγή της νέας χρονιάς είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι ο γερο-τυφλοπόντικας εξακολουθεί να σκάβει…

 

(*) Tέλος εποχής; Φύλλο 291/19/12/2015

 

Tέλος εποχής;

Tέλος εποχής;

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2007, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) μείωσε το επιτόκιο κατά μισή εκατοστιαία μονάδα (από 5,25% σε 4,75%). Προκειμένου να αντιμετωπισθεί η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες αποφάσεις με αποτέλεσμα το επιτόκιο στις ΗΠΑ (αλλά και στην Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο) να μειωθούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Πριν από τρεις μέρες (16/12/2015) η FED αύξησε το επιτόκιο κατά 25 εκατοστιαίες μονάδες (από 0,25% σε 0,50%) τερματίζοντας αυτήν την περίοδο χαμηλών επιτοκίων. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, η αύξηση του επιτοκίου θα συνεχισθεί και το 2016 (αύξηση κατά 1%) με τελικό στόχο το 2017 να έχει ανέλθει στο 3,5%. Η αύξηση του επιτοκίου είναι η δεύτερη πράξη στην οποία καταφεύγει η FED, προκειμένου να περιορίσει τη νομισματική πολιτική, καθώς είχε προηγηθεί ο τερματισμός της ποσοτικής χαλάρωσης.

Ο P. Krugman χαρακτήρισε «κακή ιδέα» την αύξηση του επιτοκίου, ο Guardian έγραψε ότι είναι «πρώιμη και επικίνδυνη», ο υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών B. Sanders είπε ότι είναι «άσχημα νέα για τις εργατικές οικογένειες» και η Elise Gould, από το Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής, δήλωσε ότι η FED δεν έπρεπε να αυξήσει το επιτόκιο μέχρις ότου δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις πλήρους και καλά αμειβόμενης εργασίας στις ΗΠΑ. Αντίθετα, οι τιμές των μετοχών στη Wall Street ανέβηκαν και οι τράπεζες των ΗΠΑ αύξησαν τα επιτόκια δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών χωρίς να αυξήσουν ανάλογα τα επιτόκια καταθέσεων, διευρύνοντας τα περιθώρια κερδοφορίας τους αλλά και δυσχεραίνοντας την αποπληρωμή των δανείων… Χαμένες από την αύξηση του επιτοκίου θα είναι και οι χώρες που «επωφελήθηκαν» από τα χαμηλά επιτόκια και αύξησαν τον δανεισμό τους σε δολάρια HΠΑ (μεταξύ αυτών Τουρκία, Ν. Αφρική, Κολομβία, Μεξικό).

Αυτή η κίνηση της FED εντάσσεται στην προσπάθεια των ΗΠΑ να αντισταθούν στις ανερχόμενες δυνάμεις των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Ν. Αφρική) και των συμμάχων τους. Η πτώση της τιμής του πετρελαίου και των πρώτων υλών (μεταλλεύματα, γεωργικές πρώτες ύλες) στερούν τις αναδυόμενες οικονομίες από τους απαραίτητους πόρους για την ανάπτυξη των οικονομιών τους ενώ η αύξηση της ισοτιμίας του δολαρίου (που θα ενταθεί μετά την αύξηση του επιτοκίου) οδηγεί σε μαζική φυγή κεφαλαίων από αυτές. Οι ΗΠΑ ελπίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα στραγγαλίσουν τις οικονομίες αυτών των χωρών αλλά είναι γνωστό ότι «όποιος σκάβει τον λάκκο του άλλου…».

Η αύξηση του επιτοκίου της FED συνέπεσε με την ανακοίνωση ότι τον Νοέμβριο καταγράφηκε η χειρότερη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ από τον Δεκέμβριο του 2009. Οι αιτίες αυτής της πτώσης είναι η μείωση της παραγωγής ενέργειας, καθώς οι τιμές πετρελαίου καταρρέουν, το ισχυρό δολάριο και η χαμηλή κερδοφορία του μεταποιητικού τομέα. Παρ’ όλο που η μεταποίηση αναλογεί μόλις στο 15% της οικονομίας των ΗΠΑ, η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία καθώς πολλοί τομείς υπηρεσιών εξαρτώνται από τη μεταποίηση.

Το 1937, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η οικονομία των ΗΠΑ είχε ανακάμψει από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929 και ξεκίνησε να αυξάνει τα επιτόκια. Μέσα σε ένα χρόνο, η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση και δεν ανέκαμψε μέχρις ότου η χώρα εισήλθε στον πόλεμο (1941). Τότε, όπως και τώρα, η FED δεν είχε εκτιμήσει σωστά τους κινδύνους από την πτωτική τάση της κερδοφορίας του αμερικανικού κεφαλαίου και τη συνακόλουθη επενδυτική απροθυμία του. Εάν στους παραπάνω παράγοντες προστεθούν και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ τότε το μέλλον διαγράφεται ζοφερό…