ΟΙ  ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Του Γιώργου Τοζίδη

Η δημοσίευση από την ΕΛΣΤΑΤ των στοιχείων για τις εμπορευματικές συναλλαγές της Ελλάδας την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2015 διέψευσε την προπαγάνδα για τις δήθεν καταστροφικές συνέπειες της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων στις οικονομικές συναλλαγές. Αναλυτικά:

  1. Η συνολική αξία των εισαγωγών – αφίξεων ανήλθε στο ποσό των 43.580,9 εκατ. ευρώ έναντι 48.131,1 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2014, παρουσιάζοντας μείωση 9,5%. Η αντίστοιχη μεταβολή χωρίς τα πετρελαιοειδή, που επηρεάστηκαν από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, παρουσίασε αύξηση κατά 245,9 εκατ. ευρώ (+0,8%). Δηλαδή, παρά τους περιορισμούς στην κίνηση των κεφαλαίων, οι εισαγωγές όχι μόνο δεν μειώθηκαν αλλά, έστω οριακά, αυξήθηκαν.
  2. Η συνολική αξία των εξαγωγών – αποστολών ανήλθε στο ποσό των 25.804,4 εκατ. ευρώ έναντι 27.196,0 εκατ. ευρώ το 2014, παρουσιάζοντας μείωση 15,1%. Όμως, χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση κατά 1.135,6 εκατ. ευρώ (+7,3%).
  3. Το αποτέλεσμα των παραπάνω μεταβολών ήταν το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου να παρουσιάσει μείωση κατά 15,1% συνολικά ή κατά 7,3% χωρίς τα πετρελαιοειδή, σε σύγκριση με το 2014.

Εάν η εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου το 2015 διέψευσε τους κινδυνολόγους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της δομής του κατά τη μνημονιακή περίοδο (μετά το 2008).  Από τους πίνακες Ι και ΙΙ προκύπτουν τα ακόλουθα:

  1. Οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 19.364 εκατ. ευρώ ή κατά 31%. Η αντίστοιχη μεταβολή χωρίς τα πετρελαιοειδή ήταν μείωση κατά 17.270 εκατ. ευρώ ή κατά 35%.
  2. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 7.867 εκατ. ευρώ ή κατά 44%. Όμως σε αυτήν την αύξηση συνέβαλε η αύξηση των εξαγωγών πετρελαιοειδών καθώς χωρίς αυτά, οι εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση κατά 2.324 εκατ. ευρώ ή κατά 14,6%.
  3. Όσον αφορά στη δομή των εισαγωγών, χωρίς τα πετρελαιοειδή, η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στα «Μηχανήματα και υλικό μεταφορών» (-47,6%), στα «Διάφορα Βιομηχανικά Είδη» (-40,8%) και στα «Βιομηχανικά Είδη» (-40,6%) και είναι αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης και της πτώσης της παραγωγικής δραστηριότητας.
  4. Στην αντίστοιχη δομή των εξαγωγών, η αύξηση των εξαγωγών «Τροφίμων και ζώντων ζώων» (1.032,8 εκατ. ευρώ) κάλυψε το 44,4% της συνολικής αύξησής τους με αποτέλεσμα το ποσοστό τους στο σύνολο των εξαγωγών να ανέλθει από 18% το 2008 σε 21,4% το 2015.

Τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι η συνολική κατεύθυνση ενός προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης θα πρέπει, σε πρώτη φάση, να είναι η υποκατάσταση των εισαγωγών και η διατροφική αυτάρκεια της χώρας.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΤΑ ΕΤΗ 2008 – 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ 2008 2015
  ΠΟΣΑ (εκατ. €) % ΠΟΣΑ (εκατ. €) %
Τρόφιμα και ζώντα ζώα 5.380 8,5 5.085,8 11,7
Ποτά και καπνός 771 1,2 562 1,3
Πρώτες ύλες, μη βρώσιμες, εκτός καυσίμων 1.697 2,7 1.109,3 2,6
Ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά κλπ. 13.475 21,4 11.380,6 26,1
Έλαια και λίπη, ζωικής ή φυτικής προέλευσης 305 0.5 270,3 0,6
Χημικά προϊόντα 8.414 13,4 6.783,9 15,5
Βιομηχανικά είδη 8.188 13,0 4.859,6 11,1
Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 16.694 26,5 8.750,1 20,1
Διάφορα βιομηχανικά είδη 7.909 12,6 4.681,7 10,8
Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα 112 0,2 97,8 0,2
ΣΥΝΟΛΟ 62.945 100,0 43.580,9 100,00

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ – ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΤΑ ΕΤΗ 2008 – 2015

ΕΞΑΓΩΓΕΣ 2008 2015
  ΠΟΣΑ (εκατ. €) % ΠΟΣΑ (εκατ. €) %
Τρόφιμα και ζώντα ζώα 2.854 5,0 3.886,8 15,1
Ποτά και καπνός 598 3,3 667,1 2,6
Πρώτες ύλες, μη βρώσιμες, εκτός καυσίμων 783 4,4 1.031,1 4,0
Ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά κλπ. 2.056 11,5 7.599,4 29,5
Έλαια και λίπη, ζωικής ή φυτικής προέλευσης 362 2,0 718,8 2,8
Χημικά προϊόντα 2.339 13,0 2.721,4 10,5
Βιομηχανικά είδη 4.000 22,3 4.135,7 16,0
Μηχανήματα και υλικό μεταφορών 2.474 13,8 2.617,9 10,1
Διάφορα βιομηχανικά είδη 1.989 11,1 1.826,7 7,1
Είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα 481 2,7 599,6 2,3
ΣΥΝΟΛΟ 17.937 100 25.804,4 100,0

 

 

 

Κρίση και ανισότητα στην Ευρωζώνη (Ι)

Κρίση και ανισότητα στην Ευρωζώνη

Του Γιώργου Τοζίδη

     

Η μη ολοκληρωμένη εκτίμηση των αιτιών της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη και, κυρίως, η μη αναγνώριση των ωφελειών της Γερμανίας από αυτήν, αποτελούν δύο από τους παράγοντες που υποχρέωσαν την ελληνική κυβέρνηση στη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου και ευθύνονται για τα σημερινά αδιέξοδα. Στο σημερινό εράνισμα και σε αυτό της επόμενης εβδομάδας θα παρουσιαστούν τα βασικά σημεία μίας έκθεσης της γνωστής δεξαμενής σκέψης Stratfor, με τον εύγλωττο τίτλο Γερμανικό Εμπόριο και Ευρωζώνη: Ένα Ζήτημα Ανισότητας που εντοπίζει τις αιτίες της κρίσης στα πλεονάσματα του γερμανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1
(κάντε κλικ στους πίνακες για να τους δείτε σε μαγαλύτερο μέγεθος)

«Στις αρχές Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτίμησε ότι το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) της Γερμανίας θα είναι 7,9% του ΑΕΠ φέτος έναντι 7,6% που ήταν το 2014. Μία εβδομάδα αργότερα, το ΔΝΤ εκτίμησε ότι το πλεόνασμα της Γερμανίας θα υπερβεί το 8% – την ίδια περίοδο που το αντίστοιχο πλεόνασμα της Ισπανίας εκτιμάται ότι θα είναι 1,2% ενώ η Γαλλία θα καταγράψει έλλειμμα 0,9% του ΑΕΠ. Αυτές οι πρόσφατες εκτιμήσεις ανανέωσαν τη συζήτηση για τις ανισορροπίες εντός της Ευρωζώνης. Η βασική κριτική που ασκείται στη γερμανική κυβέρνηση είναι ότι το πλεόνασμα της Γερμανίας υπονομεύει τους τοπικούς παραγωγούς στις άλλες χώρες. Οι πολιτικές του Βερολίνου έχουν δεχθεί σφοδρή κριτική διότι συμβάλλουν στον χαμηλό πληθωρισμό της Ευρωζώνης, που έχει πλήξει την κατανάλωση ενώ, παράλληλα, κάνει δυσχερέστερη την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Πρόσθετα, η Γερμανία κατηγορείται ότι η εγχώρια κατανάλωση δεν είναι αρκετή για να βοηθήσει τις οικονομίες της Ε.Ε. που βρίσκονται σε κρίση. Με λίγα λόγια, οι πολέμιοι της Γερμανίας ισχυρίζονται ότι δεν εξάγει μηχανές ή αυτοκίνητα, αλλά ανεργία.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

»Οι εγχώριες πολιτικές της Γερμανίας είναι μέρος του προβλήματος. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Γερμανία εφάρμοσε πολιτικές που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των μισθών και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Όμως, αυτό σήμαινε, επίσης, ότι τα άτομα θα είχαν λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα να δαπανήσουν για αγαθά και υπηρεσίες. Και ενώ η μείωση της γερμανικής κατανάλωσης βοήθησε τη χώρα να αυξήσει τις αποταμιεύσεις της, οι γερμανικές τράπεζες εξήγαγαν αυτές τις αποταμιεύσεις στους καταναλωτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, δημιουργώντας χρηματοπιστωτικές φούσκες. Ενώ το ΙΤΣ της Γερμανίας μετατράπηκε από ελλειμματικό σε πλεονασματικό, μεταξύ 2000 και 2007, τα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας είδαν τα δικά τους ελλείμματα να αυξάνονται ή τα πλεονάσματά τους να συρρικνώνονται*.

»Η εισαγωγή του ευρώ έκανε την κατάσταση ακόμη πιο σύνθετη. Οι λιγότερο παραγωγικές οικονομίες της Ε.Ε. δεν είχαν την επιλογή της υποτίμησης του νομίσματός τους ώστε να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Πρόσθετα, το ευρώ ήταν πιο αδύναμο από ό,τι το γερμανικό μάρκο αλλά πιο ισχυρό από την ισπανική πεσέτα ή την ιταλική λίρα· αυτός ο τεχνητός αποπληθωρισμός ευνόησε τη γερμανική εξαγωγική βιομηχανία.

»Στην αρχή της οικονομικής κρίσης του 2008, το πρόβλημα είχε γίνει πολύ περισσότερο έντονο. Για να ανακτήσουν οι ελλειμματικές οικονομίες την ανταγωνιστικότητά τους, θα έπρεπε να έχουν χαμηλότερο πληθωρισμό από τη Γερμανία, το οποίο οδηγεί σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης και σε ένα υφεσιακό σπιράλ στη Νότια Ευρώπη. Εν τω μεταξύ, το πλεόνασμα του ΙΤΣ της Γερμανίας είναι πιο ισχυρό από ποτέ, παρ’ όλο που έπρεπε να προσαρμοστεί στην παγκόσμια ύφεση με τη στροφή σε εξαγωγικές αγορές εκτός της Ευρωζώνης. Η Γερμανία άρχισε να στηρίζεται ολοένα και πιο έντονα στις πωλήσεις στην Ανατολική Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Κίνα*».

*Βλέπε σχετικά διαγράμματα

Συνεχίζεται…