Κάθε λιμάνι και καημός…

ΟΛΘ

Η ΟΛΘ Α.Ε. είναι ο φορέας διαχείρισης του Λιμένα Θεσσαλονίκης. Εχει -μέχρι το 2051- το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης της θαλάσσιας και χερσαίας ζώνης του λιμένα.

Το δικαίωμα επί της χερσαίας λιμενικής ζώνης αφορά το σύνολο των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στο ελληνικό Δημόσιο και έχουν παραχωρηθεί στην ΟΛΘ Α.Ε. Ο λιμένας Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει χώρο έκτασης 1.550 στρεμμάτων, εκτείνεται σε μήκος 3,5 χιλιομέτρων και βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον αστικό ιστό της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης βρίσκεται σε κομβική στρατηγική θέση στο σύστημα των Διευρωπαϊκών Δικτύων Μεταφορών (ΔΕΔ-Μ), σύμφωνα με την κατάταξη του οποίου ανήκει στον Διευρωπαϊκό Διάδρομο (ΔΔ) Ανατολής – Ανατολικής Μεσογείου, ο οποίος συνδέει τις θαλάσσιες πύλες της Βόρειας Θάλασσας, της Βαλτικής, της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου.

Βρίσκεται, επίσης, στο σημείο τομής των δύο βασικών οδικών αξόνων της χώρας, του ΠΑΘΕ (άξονας Βορρά – Νότου) και της Εγνατίας Οδού (άξονας Ανατολή – Δύση) ενώ συνδέεται και με τους ευρωπαϊκούς διαδρόμους ΙΧ και ΙV. Η στρατηγική σημασία και οι προοπτικές του λιμανιού είχαν επισημανθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, όταν οι Οθωμανοί ανέθεσαν σε γαλλική εταιρεία την κατασκευή της πρώτης προβλήτας με σκοπό τη διακίνηση εμπορευμάτων από και προς την Κεντρική Ευρώπη.

Τα οικονομικά στοιχεία της ΟΛΘ Α.Ε. είναι άριστα και χαρακτηρίζονται από την υψηλή κερδοφορία (ως ποσοστό επί των πωλήσεων), τις μηδενικές υποχρεώσεις και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, και την καθιστούν ως την εταιρεία με τα καλύτερα οικονομικά στοιχεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών και μία από τις καλύτερες εταιρείες στην Ευρώπη.

Ενδεικτικά, το σύνολο των διανεμόμενων κερδών την πενταετία 2011-2015 ανήλθε σε 81.244.800 ευρώ (από τα οποία το 74,27% ήτοι 60,3 εκατ. ήταν το μερίδιο του ελληνικού Δημοσίου). Επιπλέον, την ίδια χρονική περίοδο, το ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε 5,2 εκατ. ευρώ περίπου (2% επί του κύκλου εργασιών) ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσης του λιμένα.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιτυχημένη πορεία της εταιρείας έχουν παίξει μέχρι σήμερα οι σταθερές εργασιακές σχέσεις στον λιμένα Θεσσαλονίκης που διέπονται από τον Κανονισμό Οργάνωσης και Λειτουργίας, τον Κανονισμό Προσωπικού και τις κλαδικές και επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις.

Μια επένδυση με παρελθόν…

Το 2011, η εταιρεία Deloitte εκπόνησε για λογαριασμό της ΟΛΘ Α.Ε. ένα επιχειρησιακό σχέδιο (Business Plan), οι κυριότερες διαπιστώσεις του οποίου ήταν οι ακόλουθες:

  1. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης εμφανίζεται να διαθέτει την καλύτερη ανταγωνιστική θέση μεταξύ όλων των λιμανιών που μπορούν να εξυπηρετήσουν τη διαμετακόμιση εμπορευματοκιβωτίων από και προς τα Νότια Βαλκάνια. Συνεπώς, η διαμετακομιστική κίνηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα έτη.
  2. Η ανταγωνιστική θέση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης ενισχύεται σημαντικά τόσο από τις υποδομές και τον εξοπλισμό του όσο, κυρίως, και από το χαμηλό μεταφορικό κόστος από και προς τις αγορές-στόχους. Ο παράγοντας του μεταφορικού κόστους θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός και προσδίδει σημαντικό πλεονέκτημα στη Θεσσαλονίκη.
  3. Μελλοντικά ο ανταγωνισμός για τα διαμετακομιζόμενα φορτία της περιοχής εκτιμάται ότι θα προκύψει κυρίως από τα λιμάνια της Ριέκας, της Βάρνας, της Κονστάντσας και του Πειραιά, με τα δύο τελευταία να επικεντρώνονται στη μεταφόρτωση.

Συνεπώς, για να διατηρήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστική του θέση, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαιτείται να προχωρήσει σε επενδύσεις επέκτασης και ενίσχυσής του.

Για την ανάδειξη των παραπάνω δυνατοτήτων, η τότε διοίκηση της ΟΛΘ Α.Ε. αποφάσισε την υλοποίηση επενδυτικού προγράμματος συνολικού ύψους 234,9 εκατομμυρίων ευρώ που περιλάμβανε την επέκταση της έκτης προβλήτας (σταθμός εμπορευματοκιβωτίων) και την προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού.

Η χρηματοδότηση της επένδυσης ήταν εξασφαλισμένη από τη διαθέσιμη ρευστότητα της ΟΛΘ Α.Ε. και την προβλεπόμενη κερδοφορία της και συμπληρωματικά από εγκεκριμένο δάνειο της ΕΤΕπ (που είχε κρίνει επιλέξιμο το έργο) για το 50% της επένδυσης με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους (εικοσαετής περίοδος αποπληρωμής, πενταετής περίοδος χάριτος, χαμηλό επιτόκιο).

Ομως, η υλοποίηση του παραπάνω επενδυτικού προγράμματος ματαιώθηκε έπειτα από επιστολή του ΤΑΙΠΕΔ (9.1.2013), στην οποία αναφερόταν ότι εν όψει της «σχεδιαζόμενης αποκρατικοποίησης» οι εν λόγω επενδύσεις αναμένεται να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν από τους ιδιώτες επενδυτές.

Σήμερα, το θέμα της ακύρωσης της παραπάνω επένδυσης βρίσκεται στα χέρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών μετά από παραγγελία του Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς…

Το παρόν στα ίχνη του παρελθόντος

Στις 25.8.2014, η διοίκηση της ΟΛΘ Α.Ε. αποφάσισε τη σύνταξη Αναπτυξιακού Προγράμματος και Μελέτης Διαχείρισης (στη συνέχεια Master Plan) σύμφωνα με τον Ν. 4150/2013. Για την τεκμηρίωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του λιμένα ανατέθηκε στη διεθνή εταιρεία Ocean Shipping Consultants (O.S.C.), η εκπόνηση σχετικής μελέτης.

Το τελικό συμπέρασμά της είναι ότι «τα μελλοντικά μεγέθη του λιμένα είναι σε συνάρτηση με την επένδυση για την αύξηση της δυναμικότητάς του. Η ανάγκη επέκτασης του λιμένα είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη».

Το παραπάνω συμπέρασμα της O.S.C. ενισχύεται από την πρόσφατη εξέλιξη στις ναυτιλιακές μεταφορές που προέκυψε από τη διεύρυνση της Διώρυγας του Σουέζ που ευνοεί τη διέλευση φορτηγών πλοίων μεγαλύτερου όγκου τα οποία, όμως, απαιτούν μεγαλύτερα βάθη για την προσόρμισή τους, τα οποία δεν διαθέτει ο λιμένας Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα με τη σύνταξη του Master Plan, ανατέθηκε στην εταιρεία Deloitte η εκπόνηση νέου Business Plan για την κρίσιμη πενταετία 2017-2021, που είναι και η περίοδος που ο ιδιώτης παραχωρησιούχος θα δεσμευτεί να υλοποιήσει τις υποχρεωτικές επενδύσεις.

Στην τελική εκδοχή, που εγκρίθηκε από το Δ.Σ. της ΟΛΘ Α.Ε. και συμπεριελήφθη στο σχέδιο για τη νέα Σύμβαση Παραχώρησης Ελληνικού Δημοσίου – ΟΛΘ Α.Ε., προβλέπονται επενδύσεις συνολικού ύψους 308,9 εκατομμυρίων των οποίων η υλοποίηση τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση την οικονομική κατάσταση της ΟΛΘ Α.Ε., τη δυνατότητα χρηματοδότησης του επενδυτικού προγράμματος και, κυρίως, τις αναπτυξιακές δυνατότητες του λιμένα Θεσσαλονίκης.

Είναι χαρακτηριστικό το ενδιαφέρον που έδειξαν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων της ΟΛΘ Α.Ε. διεθνείς επενδυτικοί οίκοι κατά το πρόσφατο συνέδριο «TEN-T DAYS 2016» που διεξήχθη στο Ρότερνταμ (21-22/06/16) και οργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Με βάση τα παραπάνω, η μείωση από το ΤΑΙΠΕΔ (χωρίς σχετική απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου) του ύψους των δεσμευτικών επενδύσεων για την πρώτη πενταετία, που η αναγκαιότητά τους τεκμηριώνεται στο Master Plan, η χρηματοοικονομική δυνατότητα υλοποίησης στο Business Plan της ΟΛΘ Α.Ε. και έχει ομόφωνα (υπουργεία Οικονομικών και Ναυτιλίας και ΟΛΘ) συμπεριληφθεί στο σχέδιο της νέας Σύμβασης Παραχώρησης, γεννά σοβαρά και εύλογα ερωτήματα για τη σκοπιμότητά της:

  1. Με δεδομένα ότι: α) το 2012, στο μέσον της κρίσης, ο δημόσιος ΟΛΘ ήταν σε θέση, τεκμηριωμένα, να υλοποιήσει επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους 238,9 εκατ. και β) σήμερα ο δημόσιος ΟΛΘ εκτιμάται τεκμηριωμένα ότι μπορεί να υλοποιήσει επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους τουλάχιστον 308,9 εκατ. κατά την πενταετία 2017-2021, για ποιο λόγο το ΤΑΙΠΕΔ μειώνει τις υποχρεωτικές επενδύσεις που θα υλοποιήσει ο ιδιώτης παραχωρησιούχος (που υποτίθεται ότι θα «αξιοποιήσει» το λιμάνι) στο ύψος 190 εκατ. (χωρίς κανείς να διασφαλίζει ότι και αυτό το ποσό δεν θα μειωθεί περαιτέρω εάν το ζητήσουν οι «επενδυτές»);
  2. Επειδή η μη υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος οδηγεί σε σημαντική μείωση του μελλοντικού κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας της ΟΛΘ Α.Ε., που θα μειώσουν ανάλογα την παρούσα αξία της εταιρείας, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη μείωση της αξίας ενός τόσο σημαντικού δημόσιου περιουσιακού στοιχείου;
  3. Ποιος ωφελείται από τη μη υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος της ΟΛΘ Α.Ε. και τη συνεπαγόμενη ανάπτυξη του λιμένα Θεσσαλονίκης;
  4. Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη του λιμένα Θεσσαλονίκης θα επηρεάσει θετικά την τοπική και περιφερειακή οικονομία, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, σε μια περιοχή που μαστίζεται από την παραγωγική αποδιάρθρωση και είναι πρωταθλήτρια στην ανεργία, να υπονομεύσει αυτήν την προοπτική;

Η «αναγκαστική» παραχώρηση σε ιδιώτες της χρήσης του λιμένα Θεσσαλονίκης μπορεί και πρέπει να αντισταθμιστεί με την ανάδειξη και υλοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του όπως αυτές τεκμηριώνονται διαχρονικά από όλες τις σχετικές μελέτες. Οι προσπάθειες απαξίωσης του λιμένα Θεσσαλονίκης, από όποιους και αν προέρχονται, όποια συμφέροντα και εάν εξυπηρετούν, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Οσο πιο γρήγορα λάβουν το σχετικό μήνυμα τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς…

*οικονομολόγος, μέλος Δ.Σ. Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης Α.Ε.

Advertisements

ΠΟΙΟΝ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ;

Του Γιώργου Τοζίδη

Η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού κεφαλαίου

Φέτος τον Μάιο το ΚΕΠΕ δημοσίευσε μια μελέτη απογραφής των ιδιωτικών ελληνικών και ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα («Μελέτη για τις επενδύσεις στην Ελλάδα») για την περίοδο Ιουνίου 2012 – Απριλίου 2014, συμπεριλαμβανομένων των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.) και των αποκρατικοποιήσεων. Η μελέτη αποσκοπεί στη στήριξη των μνημονιακών πολιτικών και επιλογών και αποδίδει την άνοδο των άμεσων ξένων επενδύσεων (Α.Ξ.Ε.) στη χώρα μας στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και του επενδυτικού κλίματος. Όπως αναφέρεται στη μελέτη, «η Ελλάδα έχει προσελκύσει επενδύσεις, ολοκληρωμένες ή εν εξελίξει, όπως προκύπτει από τις σχετικές ανακοινώσεις σημαντικών πολυεθνικών εταιρειών, τις αιτήσεις των επιχειρήσεων για ένταξη στον Αναπτυξιακό Νόμο, τις Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) κ.λπ., συνολικού ύψους € 37,6 δισ., με το τυπικό χρονικό διάστημα μεταξύ της ανακοίνωσης και της υλοποίησης μιας επένδυσης να είναι 12-24 μήνες». Οι συντάκτες της μελέτης εκθειάζουν το ρόλο που παίζουν οι Α.Ξ.Ε. αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι, σύμφωνα με τη μελέτη AttractivenessSurvey – Europe 2013 της ErnstYoung, το 2012 υλοποιήθηκαν στην Ευρώπη 3797 επενδυτικά σχέδια δημιουργώντας 170.434 θέσεις εργασίας (στην ανάλυση των Α.Ξ.Ε. στη χώρα μας «παραλείπουν» να αναφέρουν πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν από την υλοποίησή τους).

Ακολουθεί μια συνοπτική παράθεση των κυριότερων επενδύσεων σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της μελέτης:

1. Στις επενδύσεις άνω του €1 δισ. (σύνολο επενδύσεων € 9.746 εκατ.) περιλαμβάνονται η «αξιοποίηση» του παλαιού αεροδρομίου Ελληνικού (όμιλος Λάτση), ο αγωγός TAP(κοινοπραξία ) και η συμμετοχή των «στρατηγικών επενδυτών εξωτερικού» στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Eurobank.

2. Στις νέες επενδύσεις «FastTrack», συνολικού ύψους €1.412 εκατ., περιλαμβάνονται τουριστικά έργα στην Κρήτη («Ίτανος Γαία», LoyalwardLtd.), στη Χαλκιδική («PravitaEstateHoldings») και στην Αργολίδα («DolphinCapital»).

3. Από τις Σ.Δ.Ι.Τ., συνολικού ύψους €1.805 εκατ., οι οκτώ αφορούν σε κατασκευή μονάδων επεξεργασίας απορριμμάτων ή στερεών αποβλήτων, μία στη δημιουργία ευρυζωνικών δικτύων, σε μικρά κολυμβητήρια/ γυμναστήρια και σε λοιπές δραστηριότητες.

4. Στις σημαντικότερες σε μέγεθος ιδιωτικοποιήσεις του 2013 βρίσκονται η πώληση των Κρατικών Λαχείων για χρονική περίοδο 12 ετών, στη σύμπραξη των εταιρειών OPAPInvestmentLimited, LottomaticaGiochiePartecipazioni, IntralotLotteriesLimited και ScientificGamesGlobalGaming (€770 εκ.), η πώληση του 33% μετοχών του ΟΠΑΠ στην EmmaDeltaLTD (€652 εκ.), η πώληση του 66% της ΔΕΣΦΑ στη SOCARSA (€400 εκ.) και η πώληση του Αστέρα Βουλιαγμένης στην JermynStreetRealEstate (€400 εκ.).

5. Οι επενδύσεις σε υποδομές αφορούν στις εργασίες κατασκευής των τεσσάρων μεγάλων αυτοκινητοδρόμων («Ολυμπία Οδός», «Κεντρική», «Αιγαίου», «Νέα Οδός») και είναι συνολικού ύψους €5,5 δισ. Στις κοινοπραξίες που έχουν αναλάβει την κατασκευή των παραπάνω οδικών αξόνων, η συμμετοχή των ευρωπαϊκών κατασκευαστικών ομίλων από Γαλλία (Vinci), Γερμανία (Hochtief) και Ισπανία (Cintra/ ACS/ Ferovial) κυμαίνεται από 50% μέχρι 70% ενώ η ελληνική συμμετοχή είναι μειοψηφική αν και συμπεριλαμβάνει όλους τους «εθνικούς» εργολάβους : «ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.», J & P – ΑΒΑΞ Α.Ε., ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ Α.Ε. κλπ.

6. Οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τεσσάρων συστημικών τραπεζών προσέλκυσαν συνολικά κεφάλαια €8,1 δισ. (πλην του €1,33 δισ. στη Eurobankαπό «στρατηγικούς» επενδυτές).Τα ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια, μεταξύ των οποίων, τα YorkCapitalManagement, PaulsonHedgeFund, StratfordCapital, Fairfax κ.ά. έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στην κάλυψη των παραπάνω αυξήσεων.

7. Οι καθαρές εισροές ξένων κεφαλαίων μέσω του χρηματιστηρίου ανήλθαν σε €2,9 δισ., από τον Ιούλιο του 2012 μέχρι και τον Απρίλιο του 2014.

8. Πώληση μεγάλων και μικρών ξενοδοχειακών μονάδων στο ξένο κεφάλαιο σε ολόκληρη τη χώρα (π.χ. Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική).

Συμπεράσματα

1. Οι τομείς στους οποίους επενδύουν τα ξένα κεφάλαια (τράπεζες, τουρισμός, ενέργεια, υποδομές, ακίνητη περιουσία) αποδεικνύουν αφενός την κυριαρχία του ξένου κεφαλαίου και αφετέρου τη ραγδαία αποδρομή της παρασιτικής μεγαλοαστικής τάξης που «εγκαταλείπει» τη χώρα αφήνοντας πίσω της οικονομικά και κοινωνικά συντρίμμια.

2. Οι επενδύσεις του ξένου κεφαλαίου υλοποιούν το σχέδιο για τη μετατροπή της χώρας σε τουριστικό θέρετρο, γηροκομείο πολυτελείας και διαμετακομιστικό κόμβο ενεργειακών πόρων και προϊόντων.

3. Αυτές οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη επεξεργασίας του σχεδίου ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης με υποκείμενο τους συνεταιρισμένους παραγωγούς και πυλώνες στήριξης την πολιτιστική αναγέννηση και τη ριζική διοικητική αποκέντρωση δομών και εξουσιών.

 

 

«ΜΕΡΙΚΟΙ ΤΟ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΚΑΥΤΟ!»

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Η στήλη κάνει την «υπέρβασή» της και παραχωρεί τον πολύτιμο χώρο της εφημερίδας στην παρουσίαση ενός άρθρου, με τον παραπάνω τίτλο, του περιοδικού Economist (διεθνούς ναυαρχίδας του νεοφιλελευθερισμού). Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 31.05 και εξετάζει το ζήτημα των άμεσων ξένων επενδύσεων στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.

«Το χρήμα εισρέει από παντού» ανέφερε ο EmilioBotin, πρόεδρος της Santander, που είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της Ισπανίας, στα τέλη του 2013. Τα ίδια λόγια μπορεί να έλεγαν και άλλα στελέχη στη νότια Ευρώπη καθώς βρίσκουν διαρκώς στην πόρτα τους αντιπροσώπους ξένων επενδυτικών εταιριών που ξεποδαριάζονται αναζητώντας τη συμφωνία του αιώνα.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις που έχουν υποχωρήσει σημαντικά από το 2007 – 08 αυξάνονται και πάλι, με ισχυρούς ρυθμούς στην Ισπανία, λιγότερο στην Ιταλία ενώ Ελλάδα και Πορτογαλία ακολουθούν ασθμαίνοντας. Το ύψος των ξένων επενδύσεων δεν πλησιάζει, σε καμιά περίπτωση, τα προ κρίσης επίπεδα αλλά η τάση μείωσης φαίνεται να έχει αντιστραφεί.

Ορισμένες από αυτές τις επενδύσεις αφορούν στις ξένες πολυεθνικές που επενδύουν για να ενισχύσουν τη θέση των θυγατρικών τους. Η GeneralMotors, η Renault και η Volkswagen τοποθετούν νέα κεφάλαια στις αυτοκινητοβιομηχανίες τους στην Ισπανία. HVWεπενδύει και στην Πορτογαλία που προσελκύει, επίσης, ξένους επενδυτές, κυρίως Κινέζους, μέσω του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και ακολουθεί αργοπορημένα η Ελλάδα. Πλειστηριασμοί μετοχών εταιριών, αγορές περιουσιακών στοιχείων αλλά και μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες είναι κάποιες από τις επενδύσεις που προσελκύουν τους ξένους επενδυτές. Από κοντά και οι ξένοι επενδυτές χαρτοφυλακίου, που σε έναν κόσμο που διψά για αποδόσεις, σπρώχνουν προς τα επάνω τις τιμές των μετοχών και προς τα κάτω τις αποδόσεις των ομολόγων.

Οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου δεν μοιάζουν πλέον με τους τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης. Η ευρωζώνη φαίνεται να έχει διαφύγει τον κίνδυνο διάλυσης αλλά η ισοτιμία του ευρώ δεν βοηθά τους εξαγωγείς. Υπάρχουν σημάδια οικονομικής ανάκαμψης που υποβοηθούνται από προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, ειδικά σε Ισπανία και Πορτογαλία. Οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς έχουν ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Αλλά αυτό που πραγματικά προσελκύει τους επενδυτές δεν είναι η πρόβλεψη/ εκτίμηση ότι αυτές οι χώρες θα ανακάμψουν αλλά ότι τα υποτιμημένα περιουσιακά στοιχεία θα ανακτήσουν την πραγματική αξία τους. Πρόσθετα, ένας αριθμός περιουσιακών στοιχείων βγαίνει προς πώληση από τις τράπεζες που επιθυμούν με αυτόν τον τρόπο να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους πριν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ολοκληρώσει την αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους. Η PwC, μία εταιρία συμβούλων, εκτιμά ότι οι Ευρωπαϊκές τράπεζες θα πρέπει να απαλλαγούν από δάνεια συνολικού ύψους 80 δισ. ευρώ περίπου μόνο για φέτος από τα οποία το 20% βρίσκεται στη νότια Ευρώπη.

Εταιρίες που διαχειρίζονται ιδιωτικά κεφάλαια σε συνεργασία με τράπεζες διαπραγματεύονται την αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων επιχειρήσεων και νοικοκυριών από τις δανείστριες τράπεζες προσδοκώντας ότι θα αποκομίσουν σημαντικά κέρδη αν τελικά αυτά τα δάνεια αποπληρωθούν.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι προσφέρουν αυτού του είδους οι ξένες επενδύσεις στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Βοηθούν στην αναδιάρθρωση των οικονομιών, καταπολεμώντας την αναποτελεσματικότητα και ενισχύοντας την παραγωγικότητα ώστε να αναπτυχθούν με ταχύτερους ρυθμούς; Ή πρόκειται για βραχυπρόθεσμες κινήσεις που στοχεύουν σε μια γρήγορη αποκόμιση κερδών και στη συνέχεια αποχώρηση; Η Ισπανία, ειδικά, έχει βιώσει την πλημμυρίδα ξένων επενδύσεων πριν από την κρίση που συνέβαλε στη δημιουργία της φούσκας στην αγορά ακινήτων. Όταν οι οικονομίες καταρρέουν, οι μπότες των κερδοσκοπικών κεφαλαίων είναι, συχνά, οι πρώτες που πατούν στο έδαφος, ειδικά όταν μπορούν να δανεισθούν φθηνά για να επενδύσουν».

Το παραπάνω άρθρο του Economist, παρά τις ενστάσεις για ορισμένες θέσεις του, θέτει ωμά το ζήτημα του κερδοσκοπικού χαρακτήρα των ξένων επενδύσεων που υλοποιούνται αυτήν την περίοδο στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Παράλληλα αποδομεί την τρέχουσα προπαγάνδα της μνημονιακής συγκυβέρνησης για την αναπτυξιακή προοπτική που δήθεν θα προκαλέσει η «πλημμυρίδα» των ξένων επενδύσεων στην πατρίδα μας.