Εδώ ο κόσμος καίγεται…

Εδώ ο κόσμος καίγεται…

Του Γιώργου Τοζίδη       

Ενώ η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μία φάση αναταραχής με άγνωστη την τελική κατάληξη και οι χώρες της Ενωμένης Ευρώπης (Ε.Ε.) αντιμετωπίζουν, για πρώτη φορά μετά την ίδρυσή της, τρεις μεγάλες κρίσεις ταυτόχρονα (υψηλό δημόσιο χρέος, οικονομική στασιμότητα και Προσφυγικό), η πρόσφατη «ανάκριση» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ε.Κ.) του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.) M. Draghi κατέδειξε τις δογματικές εμμονές των Γερμανών που οδηγούν, με μαθηματική βεβαιότητα, την Ε.Ε. σε διάλυση.

Αρχικά, ερωτήθηκε ο M. Draghi εάν αληθεύουν οι συζητήσεις της ΕΚΤ με την ιταλική κυβέρνηση για την ένταξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μεδ) των ιταλικών τραπεζών στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ο M. Draghi απάντησε ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται να αγοράσει μεδ απευθείας αλλά μπορεί να τα κάνει αποδεικτά ως εξασφαλίσεις για την παροχή δανειακών κεφαλαίων (σημ. μία εξέλιξη που εξυπηρετεί και τις ελληνικές τράπεζες). Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ένταξη των μεδ στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία απλή επέκταση του προγράμματος με στόχο την αποτροπή οικονομικής καταστροφής. Όμως οι Γερμανοί φοβούνται ότι με αυτόν τον τρόπο, η ΕΚΤ θα πλημμυρίσει από τοξικά δάνεια του ευρωπαϊκού νότου και οι ζημίες θα διαχυθούν στο σύνολο της ευρωζώνης.ΟM. Draghiέχει δείξει την αποφασιστικότητά του να αντιπαρατεθεί στη γερμανική κυβέρνηση στο παρελθόν και η δήλωσή του ότι η ΕΚΤ θα κάνει αποδεκτά τα μεδ ως εξασφαλίσεις για την παρεχόμενη ρευστότητα, αποδεικνύει ότι το ίδιο πρόκειται να πράξει και τώρα.

Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα καθώς ο πρόεδρος της ΕΚΤ ερωτήθηκε για την πρόταση του Συμβουλίου των Γερμανών Σοφών,με την υποστήριξη του W. Schaeuble και της Bundesbank,που υιοθετεί τον τρόπο διάσωσης των ευρωπαϊκών τραπεζών που ισχύει από φέτος και στην περίπτωση που ένα κράτος-μέλος αδυνατεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος.Για παράδειγμα, εάν η Πορτογαλία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της, οι κάτοχοι των πορτογαλικών ομολόγων θα είναι οι πρώτοι που θα υποστούν το κόστος αυτής της αθέτησης. ΟM. Draghi αρνήθηκε να απαντήσει διότι η υιοθέτηση αυτής της πρότασης θα προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων και θα εκτινάξει τα επιτόκια δανεισμού των χωρών, κυρίως, του ευρωπαϊκού νότου. Άλλωστε, θα έπρεπε να θυμίσει ότι εάν ίσχυε κάτι ανάλογο το 2010, οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες θα έπρεπε να «κουρέψουν» τα ελληνικά ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους με άγνωστες συνέπειες για την οικονομική ευρωστία τους.

Η συζήτηση στο Ε.Κ. είναι η τελευταία εξέλιξη της αντιπαράθεσης που έχει διαιρέσει την Ευρώπη μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Από τη μία πλευρά είναι ο ευρωπαϊκός βορράς, καθοδηγούμενος από τη Γερμανία, που επιθυμεί να επιβάλλει δημοσιονομική πειθαρχία με μηδενισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και δραστικό περιορισμό των δημόσιων χρεών. Από την άλλη είναι ο Ευρωπαϊκός Νότος, με κύριο εκπρόσωπο την Ιταλία, που δεν βλέπει, πλέον, άλλη διέξοδο από την κρίση παρά μόνο την αύξηση των διαθέσιμων δημόσιων πόρων που προέρχονται από την ΕΚΤ και κατευθύνονται σε επενδύσεις στις υποδομές, την παιδεία, την καινοτομία, την υγεία και την πρόνοια.

Η αντιπαράθεση Βορρά-Νότου στην Ευρωζώνη έχει εισέλθει, πλέον, στην τελική φάση καθώς επηρεάζεται άμεσα και από την παγκόσμια αναταραχή. Η υιοθέτηση των προτάσεων της ιταλικής κυβέρνησης σημαίνει την παροχή εγγυήσεων και ρευστότητας από την ΕΚΤ προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα. Αντίθετα, η επιβολή των γερμανικών θέσεων σημαίνει ακόμη αυστηρότερους όρους διαχείρισης του δημόσιου χρέους και δημοσιονομικής προσαρμογής. Η κατάληξη της αντιπαράθεσης θα προσδιοριστεί, όπως πάντα, από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, με όποιον τρόπο αυτός επιλέξει…

 

Tο ελληνικό φορολογικό «παράδοξο»

Tο ελληνικό φορολογικό «παράδοξο»

       

Του Γιώργου Τοζίδη

 

 Πρόσφατα (3/12) ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) δημοσίευσε τα ετήσια στατιστικά στοιχεία για την εξέλιξη των φορολογικών εσόδων στα κράτη-μέλη του. Στο σημερινό εράνισμα παρατίθενται τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα:

  1. Ο δείκτης «φορολογικά έσοδα προς ΑΕΠ» αυξήθηκε στην Ελλάδα από 34,4% σε 35,9% το 2014 ενώ ο αντίστοιχος δείκτης του ΟΟΣΑ ήταν 34,4%. Η χώρα μας κατετάγη 16η μεταξύ των 34 κρατών-μελών του ΟΟΣΑ. Οι υψηλότεροι δείκτες φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ καταγράφηκαν σε Δανία (47,6%), Φινλανδία (43,7%) και Σουηδία (42,8%) που βρίσκονται στις πρώτες θέσεις και του παγκόσμιου δείκτη ανταγωνιστικότητας, διαψεύδοντας τη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα για την «αναγκαιότητα» μείωσης της φορολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού (μετά το 1980), ο σχετικός δείκτης του ΟΟΣΑ αυξήθηκε από 30,1% (1980) σε 34,4% ενώ ανάλογα κινήθηκαν και οι δείκτες της πλειοψηφίας των κρατών-μελών.
  2. Έχει ενδιαφέρον η εξέλιξη του σχετικού δείκτη κατά την πρόσφατη κρίση. Την περίοδο 2010-2013, καταγράφηκε αύξηση του δείκτη φορολογικά έσοδα προς ΑΕΠ σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που επλήγησαν από την κρίση: Ελλάδα (2010: 32,0% – 2013: 34,4%), Ιρλανδία (2010: 27,5% – 2013: 29%), Ιταλία (2010: 41,8% – 2013: 43,9%), Ισπανία (2010: 29,9% – 2013: 32,7%) και Πορτογαλία (2010: 30,6% – 2013: 34,5%).
  3. Κατά μέσο όρο, τα κράτη-μέλη συνέλεξαν το 33,7% των φορολογικών εσόδων τους από τους φόρους στα ατομικά εισοδήματα και τα εταιρικά κέρδη. Αυτή η πηγή εσόδων παραμένει η πιο σημαντική πηγή για τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών σε 15 κράτη-μέλη και σε 9 από αυτά (Αυστραλία, Καναδά, Δανία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ν. Ζηλανδία, Νορβηγία, Ελβετία, ΗΠΑ) οι φόροι στα εισοδήματα και τα κέρδη υπερβαίνουν το 40% των συνολικών εσόδων. Στην Ελλάδα τα συγκεκριμένα έσοδα αντιστοιχούν στο 22% των συνολικών εσόδων (είναι το χαμηλότερο ποσοστό εάν εξαιρεθούν οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες που αναπληρώνουν τα χαμηλά έσοδα από τη φορολόγηση εισοδημάτων και κερδών με τις αυξημένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης), με το μερίδιο των εσόδων από τη φορολόγηση των εταιρικών κερδών να ανέρχεται στο 3,9% του συνόλου των φορολογικών εσόδων (χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των κρατών-μελών).
  4. Η δομή των φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα παρουσιάζει την ακόλουθη εικόνα σε σύγκριση με τα άλλα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ. Το 39% των φορολογικών εσόδων προέρχεται από τους φόρους σε αγαθά και υπηρεσίες (έμμεσοι φόροι – το έβδομο υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ), το 31% από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (14ο υψηλότερο ποσοστό) και μόλις το 18% από τους φόρους στα ατομικά εισοδήματα και τα εταιρικά κέρδη (24ο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 34 κρατών-μελών του ΟΟΣΑ).

Από τα στατιστικά στοιχεία για τα φορολογικά έσοδα που δημοσίευσε ο ΟΟΣΑ αποδεικνύεται ότι η υπερφορολόγηση στη χώρα μας δεν οφείλεται στη φορολόγηση των εισοδημάτων και των κερδών, αλλά στους έμμεσους φόρους που επιβαρύνουν υπέρμετρα τα χαμηλά εισοδήματα. Καθώς η ύφεση δεν αφήνει πολλά περιθώρια αύξησης των φορολογικών εσόδων από τη φορολόγηση εισοδημάτων και κερδών, η αναγκαία ανακατανομή των φορολογικών εσόδων, ώστε να μειωθούν οι έμμεσοι φόροι, προϋποθέτει τη φορολόγηση του συνολικού πλούτου που έχουν συσσωρεύσει τα νοικοκυριά (εκμεταλλευόμενα τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές και, κυρίως, τη φοροδιαφυγή και την φοροαποφυγή). Μέχρι σήμερα, στην Ελλάδα επιβαρύνεται μόνο η ακίνητη περιουσία κατά παρέκκλιση ακόμη και των κανόνων λειτουργίας του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν η επένδυση στα ακίνητα να φορολογείται (φόρος κατοχής ακίνητης περιουσίας) και να μην φορολογείται η αντίστοιχη επένδυση σε ομόλογα, μετοχές, πολύτιμους λίθους, πίνακες ζωγραφικής κ.ά. ή η κατάθεση σε τράπεζες. Η σύνταξη του Περιουσιολογίου θα επιτρέψει τη συνολική φορολόγηση του πλούτου και τη δικαιότερη κατανομή της με την καθιέρωση ουσιαστικού αφορολόγητου.

 

Οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη και ο παρασιτικός χαρακτήρας των ελληνικών επιχειρήσεων

Οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη και ο παρασιτικός χαρακτήρας των ελληνικών επιχειρήσεων

    

Του Γιώργου Τοζίδη

 

 

Σε πρόσφατο εράνισμα (φ. 283/24-10-2015) ασκήθηκε κριτική στην επιλογή των άμεσων ξένων επενδύσεων ως λύσης για την έξοδο από την κρίση. Στο σημερινό εράνισμα θα αξιοποιηθούν τα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat για τις δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) για το 2014 για να δειχθεί η «αδυναμία» και του επιχειρηματικού τομέα να παίξει αυτόν το ρόλο.

  1. Το 2014 τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δαπάνησαν περίπου 283 δισεκατομμύρια ευρώ για την Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α). Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 2,03% του ΑΕΠ της Ε.Ε. και είναι αυξημένο σε σύγκριση με το 2004 (1,76%). Το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανά η Ε.Ε. για Ε&Α είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό της Ν. Κορέας (4,15%/2013), της Ιαπωνίας (3,47%/2013) και των ΗΠΑ (2,81%/2012), είναι παρόμοιο με αυτό της Κίνας (2,08%/2013) ενώ είναι σημαντικά υψηλότερο της Ρωσίας (1,15%).
  2. Ο στόχος της Ε.Ε. είναι τα κράτη-μέλη να δαπανούν το 3% του ΑΕΠ για την Ε&Α. μέχρι το 2020. Το 2014, μόλις σε τρία κράτη-μέλη οι δαπάνες Ε&Α υπερέβαιναν το 3% (Φινλανδία 3,17%, Σουηδία 3,16% και Δανία 3,08%). Καθόλου τυχαία και οι τρεις παραπάνω χώρες κατατάσσονται μεταξύ των πρώτων στους παγκόσμιους δείκτες ανταγωνιστικότητας.
  3. Ο τομέας των επιχειρήσεων πρωταγωνιστεί στις δαπάνες Ε&Α στην Ε.Ε. καθώς οι δαπάνες που πραγματοποιεί αντιστοιχούν στο 64% των συνολικών δαπανών ακολουθούμενος από την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (23%), την κυβέρνηση (12%) και τον μη κερδοσκοπικό ιδιωτικό τομέα (1%).
  4. Το ποσοστό των δαπανών Ε&Α στην Ελλάδα (0,83% του ΑΕΠ) είναι ένα από τα χαμηλότερα μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. παρά την αύξησή του σε σύγκριση με το 2004 (0,53%). Μόλις πέντε κράτη-μέλη (Ρουμανία, Κύπρος, Λετονία, Κροατία, Βουλγαρία) έχουν χαμηλότερα ποσοστά από τη χώρα μας. Τα αντίστοιχα ποσοστά των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου ήταν Ισπανία: 1,20%, Ιταλία: 1,29% και Πορτογαλία: 1,29%.
  5. Όμως μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των δαπανών Ε&Α ανά τομέα στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών-μελών, το ποσοστό των δαπανών του επιχειρηματικού τομέα (34% επί του συνόλου των δαπανών) υπολείπεται του ποσοστού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (38%) και είναι το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. (μόνο η Κύπρος και η Λιθουανία έχουν χαμηλότερα ποσοστά) ενώ είναι υψηλό και το ποσοστό της κυβέρνησης (27%).
  6. Το γεγονός ότι το ποσοστό των δαπανών Ε&Α της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι υψηλότερο, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του επιχειρηματικού τομέα και της κυβέρνησης, είναι αξιοσημείωτο λόγω της σημαντικής μείωσης της επιχορήγησής τους από το Ελληνικό Δημόσιο και αποστομώνει τους επικριτές του δημόσιου πανεπιστημίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ερευνητικές δημοσιεύσεις των ελληνικών ΑΕΙ αυξήθηκαν από 3.000 το 1993 σε περισσότερες από 10.000 το 2008 (αντιστοιχούσαν στο 1,2% των συνολικών δημοσιεύσεων των χωρών ΟΟΣΑ και στο 2,5% της Ε.Ε.).

Η ουσιαστική άρνηση του επιχειρηματικού τομέα να επενδύσει στην Ε&Α, παρά τη σημαντική επιδότηση των σχετικών δαπανών από εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, είναι μία ακόμη απόδειξη του παρασιτικού χαρακτήρα του και της συνεχούς υποβάθμισής του στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Ο ιδιωτικός τομέας, παρά τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (ή δραχμών παλιότερα) που αφαίμαξε από το Ελληνικό Δημόσιο και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, όχι μόνο δεν οδήγησε την ελληνική οικονομία στην ανάπτυξη και αναβάθμιση αλλά κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος στην κρίση (αφού φρόντισε πρώτα να μεταφέρει τις καταθέσεις των επιχειρήσεων και των μετόχων στο εξωτερικό). Ακόμη και σήμερα, ο Σύνδεσμος Εταιριών Βιομηχανιών ζητιανεύει τις επιχορηγήσεις του ΣΕΣ 2014-2020 και του νέου αναπτυξιακού νόμου, προκειμένου να επενδύσει στη χώρα. Η ενίσχυση των συνεταιρισμένων παραγωγών ως κυρίαρχου υποκειμένου της παραγωγικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας και η συνεργασία τους με τα ερευνητικά κέντρα των ΑΕΙ είναι μονόδρομος…

 

Ιδιοκατοίκηση: Η Εurostat διαψεύδει το μύθο

Ιδιοκατοίκηση: Η Εurostat διαψεύδει το μύθο

     

Ένας από τους μύθους στους οποίους στηρίζονται αριστεροί και δεξιοί «εκσυγχρονιστές» προκειμένου να «αποδείξουν» την οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας σε σύγκριση με την «πολιτισμένη» δύση, είναι ότι στην Ελλάδα καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης. Δυστυχώς για τους εκσυγχρονιστές η Eurostat δημοσίευσε στατιστικά στοιχεία (έτος 2014) για τις συνθήκες διαβίωσης στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) που καταρρίπτουν και αυτόν τον μύθο. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Eurostat:

  1. Η πλειοψηφία των πολιτών της Ε.Ε. (70,1%) ζει σε ιδιόκτητες κατοικίες. Τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκτητών καταγράφονται στη Ρουμανία (96,1%), τη Σλοβακία (90,3%), τη Λιθουανία (89,9%), την Κροατία (89,7%) και την Ουγγαρία (89,1%) ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά στη Γερμανία (52,5%), την Αυστρία (57,2%), τη Δανία (63,3%), το Ηνωμένο Βασίλειο (64,8%) και τη Γαλλία (65,1%). Η Ελλάδα βρίσκεται στη 14η θέση των κρατών-μελών με τα υψηλότερα ποσοστά (74%). Πριν από την Ελλάδα, και για να απαντηθεί η πιθανή ένσταση των «εκσυγχρονιστών» ότι οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες θα έπρεπε να εξαιρεθούν, βρίσκονται η Πορτογαλία (74,9%), η Ισπανία (78,8%) ενώ αμέσως μετά ακολουθούν η Φινλανδία και η Ιταλία (73,2%).
  2. Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία για το κόστος κατοίκησης, ως ποσοστό του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο συνδέεται με τις μηνιαίες δαπάνες (ύδρευση, ηλεκτρισμός, θέρμανση) που καταβάλλει το νοικοκυριό. Στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. βρίσκεται η Ελλάδα, καθώς τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν το 40,7% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, με τα γερμανικά νοικοκυριά που βρίσκονται στη δεύτερη θέση να δαπανούν μόλις το 15,9%. Ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 11,4% και είναι χαρακτηριστικό ότι τα σχετικά ποσοστά δαπανών των νοικοκυριών των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία/10,9%, Πορτογαλία/9,2%, Ιταλία/8,4%) βρίσκονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  3. Στην Ελλάδα καταγράφεται και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά έλλειψης χώρων των κατοικιών, σε σχέση με τις ανάγκες των νοικοκυριών, (27,4%). Είναι το υψηλότερο ποσοστό εάν εξαιρεθούν τα αντίστοιχα ποσοστά των πρώην σοσιαλιστικών κρατών-μελών. Ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 17,1%, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται σε Ρουμανία (52,3%), Ουγγαρία (44,6%) και Πολωνία (44,2%) και τα χαμηλότερα σε Βέλγιο (2,0%), Κύπρο (2,2%) και Ολλανδία (3,5%).
  4. Η Eurostat κατέγραψε και τον βαθμό ικανοποίησης των νοικοκυριών από την κατοικία τους. Σε μία κλίμακα αξιολόγησης από το 0 (καμία ικανοποίηση) μέχρι το 10 (απόλυτη ικανοποίηση) ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 7,5% με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται σε Φινλανδία (8,4%), Δανία και Αυστρία (8,3%). Αντίστοιχα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν σε Βουλγαρία (6,0%), Ελλάδα και Λετονία (6,6%).

Τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat, όσον αφορά στο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, επιβεβαιώνονται και από τα ευρήματα της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ που αφορούσε την απογραφή των κατοικιών (2011) και είχαν παρουσιασθεί σε προηγούμενο Οικονομικό Εράνισμα («Απογραφή Κατοικιών (2011)» /20.09.2014). Το μεγαλύτερο ποσοστό (73,2%) των κατοικιών είναι ιδιοκατοικούμενες ενώ οι ενοικιαζόμενες ανέρχονται στο 21,7% και το υπόλοιπο 5,1% συγκαταλέγεται σε άλλο τύπο κυριότητας, συμπεριλαμβανομένης και της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας.

Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που αφορούν στην επιφάνεια (m2) των κατοικούμενων κανονικών κατοικιών του συνόλου της χώρας, προκύπτει ότι το 62% των κανονικών κατοικιών έχει επιφάνεια μεταξύ 60 και 119 τ.μ. ενώ μόνο το 5% περίπου έχει επιφάνεια μεγαλύτερη των 150 τ.μ. Με βάση τα στοιχεία για την επιφάνεια και σε συνδυασμό με τα άτομα που κατοικούν σε αυτές κατά μέσο όρο αντιστοιχούν 34,6 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο. Επιπλέον, το 90% του συνόλου των ιδιοκτητών διαθέτει περιουσία μικρότερη των 200.000 ευρώ. Επιβεβαιώνεται, δηλαδή, με τα πλέον επίσημα στοιχεία, η απόλυτη κυριαρχία της μικρής ιδιοκτησίας.

Συμπερασματικά, η ιδιοκατοίκηση στην Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση στην Ε.Ε., αποτελείται από μικροϊδιοκτησίες και επιβαρύνει σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό (χωρίς να συνυπολογίζεται η φορολογική επιβάρυνση

 

Γιατί πρέπει να προστατευθεί η μικρή επιχείρηση

Γιατί πρέπει να προστατευθεί η μικρή επιχείρηση

     

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Οι πολύ μικρές, καθώς επίσης και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), θεωρούνται οι βασικοί συντελεστές της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), σύμφωνα με σχετικό δελτίο τύπου της Eurostat (17/11/2015). Το 2012, η συντριπτική πλειοψηφία (92,7%) των 22,3 εκατομμυρίων επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, ανήκε στην κατηγορία των πολύ μικρών επιχειρήσεων (από 0 μέχρι 9 εργαζομένους), το 7,1% ήταν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (από 10 μέχρι 249 εργαζόμενους) και μόλις το 0,2% ήταν μεγάλες επιχειρήσεις (με περισσότερους από 250 εργαζομένους).

Τα υψηλότερα ποσοστά πολύ μικρών επιχειρήσεων (μέχρι 9 εργαζόμενοι) καταγράφηκαν στην Ελλάδα (96,7%), τη Σλοβακία (96,5%), την Τσεχία (96%), την Πολωνία και την Πορτογαλία (95,2%), την Ιταλία (94,9%) και τη Γαλλία (94,8%). Το μερίδιο των μικρών επιχειρήσεων (10-49 εργαζόμενοι) ήταν μικρότερο του 10% σε όλα τα κράτη-μέλη εκτός από τη Γερμανία (14,7%), την Αυστρία (10,9%), το Λουξεμβούργο (10,6%) και τη Ρουμανία (10,2%). Σε αυτά τα τέσσερα κράτη-μέλη καταγράφηκαν και τα υψηλότερα ποσοστά μεσαίων επιχειρήσεων (50-249 εργαζόμενοι). Το ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων (τουλάχιστον 250 εργαζόμενοι) ήταν μικρότερο του 0,5% σε όλα τα κράτη-μέλη, για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία.

Στην πλειοψηφία των κρατών-μελών, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούσαν αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων. Το υψηλότερο ποσοστό (άνω του 40%) καταγράφηκε στα κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού νότου: Ελλάδα (58,6%), Ιταλία (46,4%), Πορτογαλία (42,3%) και Ισπανία (40,8%). Αντίθετα, μόλις ένας στους πέντε εργαζόμενους απασχολείτο σε πολύ μικρή επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο (17,3%), Λουξεμβούργο (18,0%) και Γερμανία (19%). Σε επίπεδο Ε.Ε., οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν οι μεγαλύτεροι εργοδότες (απασχολούσαν το 33% όλων των εργαζομένων), ακολουθούμενες από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (29,2%), τις μικρές επιχειρήσεις (20,8%) και τις μεσαίες επιχειρήσεις (17,2%).

Το 2012 δημιουργήθηκαν 2,3 εκατομμύρια νέες επιχειρήσεις στην Ε.Ε. Οι χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό νεοφυών επιχειρήσεων ήταν η Γαλλία (308.000), η Ιταλία (275.000), η Ισπανία (248.000), το Ηνωμένο Βασίλειο (242.000), η Γερμανία (238.000) και η Πολωνία (229.000). Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι νεοφυείς επιχειρήσεις δεν απασχολούσαν ούτε ένα εργαζόμενο. Το υψηλότερο ποσοστό τους καταγράφηκε στη Γαλλία (92,3%), την Πολωνία (86,9%), την Ολλανδία (86,4%) και την Τσεχία (86,1%). Μόνο σε τρία κράτη-μέλη, η πλειοψηφία των νεοφυών επιχειρήσεων απασχολούσε από έναν μέχρι τέσσερις εργαζομένους: το Ηνωμένο Βασίλειο (80,5%), την Κύπρο (67,7%) και την Κροατία (47,7%). Σε επίπεδο Ε.Ε., το 70,8% των νεοφυών επιχειρήσεων δεν απασχολούσαν ούτε ένα εργαζόμενο, το 26,4% από έναν μέχρι τέσσερις, το 1,9% από πέντε μέχρι εννέα και μόλις το 0,9% περισσότερους από δέκα εργαζομένους. Σε επίπεδο Ε.Ε., οι νεοφυείς επιχειρήσεις χωρίς κανένα εργαζόμενο αντιστοιχούσαν στο 46,9% της απασχόλησης σε αυτήν την κατηγορία των επιχειρήσεων, όσες απασχολούσαν από έναν μέχρι τέσσερις στο 31,1%, από πέντε μέχρι εννέα στο 8,3% και περισσότερους από δέκα εργαζόμενους απασχολούσε το 14,3% των νεοφυών επιχειρήσεων. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για τη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα ενώ η Eurostat δεν αναφέρει και τους κλάδους στους οποίους δημιουργούνται αυτές οι επιχειρήσεις.

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει η σπουδαιότητα των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων τόσο για την Ελλάδα όσο και για το σύνολο της Ε.Ε. (ιδιαίτερα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους απασχολούνταν σε αυτές τις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων το 2012 ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. ήταν 50%. Η σωτηρία αυτών των επιχειρήσεων, που γίνεται και πάλι επίκαιρη με τη συζήτηση για τα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια, αποκτά εξαιρετική σπουδαιότητα και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

 

Τα θύματα της κρίσης στην Ε.Ε.

Τα θύματα της κρίσης στην Ε.Ε.

       

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Μία νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο bruegel.org (The Growing Intergenerational Divide in Europe) καταγράφει τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης στους νέους και τις νέες ηλικίας 15-24 ετών της Ε.Ε.

Η ανεργία των νέων 15-24 ετών αυξήθηκε κατά 7,8 εκατοστιαίες μονάδες μεταξύ 2007 και 2013, με αποτέλεσμα ένας στους τέσσερις νέους να είναι άνεργος το 2013. Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τους νέους και τις νέες που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης. Στις χώρες που βρίσκονται σε κρίση (Κύπρος, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία και Ισπανία) ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε περισσότερο από 7 εκατοστιαίες μονάδες μεταξύ 2007 και 2013, με τον υψηλότερο δείκτη (υψηλότερο του 20%) να καταγράφεται στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Στον αντίποδα αυτής της κατάστασης, στη Γερμανία, το σχετικό ποσοστό μειώθηκε από 8,9% σε 6,3%.

Οι δείκτες υλικής στέρησης (φτώχειας) είναι, επίσης, υψηλοί. Το σχετικό ποσοστό στους νέους κάτω των 18 ετών ανέρχεται σε 20%, με τα εθνικά ποσοστά να διαφοροποιούνται σημαντικά ανά κράτος-μέλος της Ε.Ε. και να κυμαίνονται μεταξύ 10% (Δανία, Φινλανδία, Σουηδία) και 40% (Λετονία, Ουγγαρία, Πολωνία).

Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τον Σεπτέμβριο 2015, 4.540.000 νέοι και νέες (κάτω των 25 ετών) ήταν άνεργοι στην Ε.Ε., από τους οποίους 3.113.000 στην Ευρωζώνη. Ο δείκτης νεανικής ανεργίας ήταν 20,1% στην Ε.Ε. και 22,1% στην Ευρωζώνη, ελάχιστα μειωμένος σε σύγκριση με τον Σεπτέμβρη 2014. Τα χαμηλότερα ποσοστά νεανικής ανεργίας καταγράφηκαν στη Γερμανία (7%-συνολικό ποσοστό 4,5%), Αυστρία (11%-5,7%), Δανία (11,2%-6,2%) και Ολλανδία (11,5% – 6,8%) και τα υψηλότερα στην Ελλάδα (48,6%-στοιχεία Ιουλίου 2015-συνολικό ποσοστό 25%), Ισπανία (46,7%-21,6%), Κροατία (43,1%-15,4%) και Ιταλία (40,5%-11,8%).

Η αύξηση των ποσοστών ανεργίας και φτώχειας των νέων στις χώρες που υπέφεραν περισσότερο από την κρίση αλλά και γενικότερα στην Ε.Ε. είναι πολύ ανησυχητική. Η ανεργία και η φτώχεια των νέων έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και τη δυνητική ανάπτυξη. Επιπλέον, σημαδεύει τους νέους ανθρώπους για ολόκληρη τη ζωή τους, μειώνει την παραγωγικότητά τους και συχνά τους αποκλείει από την αγορά εργασίας για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απαξιώνοντας τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχουν αποκτήσει κατά την περίοδο της εκπαίδευσής τους. Ακόμη και όταν βρίσκουν κάποια θέση απασχόλησης, σπανίως αυτή συμβαδίζει με την αξιοποίηση των επιστημονικών γνώσεών τους.

Η νεανική ανεργία και φτώχεια έχει αρνητικές επιπτώσεις και στη δημογραφική εξέλιξη των κοινωνιών. Η εργασιακή και εισοδηματική ανασφάλεια και η ψυχολογική φθορά επηρεάζουν αρνητικά τις αποφάσεις των νέων σχετικά με τη δημιουργία οικογένειας.

Οι νέοι και οι νέες της Ε.Ε. είναι τα μεγαλύτερα θύματα των πολιτικών λιτότητας που ασκούνται. Η ανεργία είναι ένα από τα προϊόντα αυτών των πολιτικών, επηρεάζει όμως περισσότερο τους νέους και τις νέες από ό,τι τις υπόλοιπες ηλικιακές κατηγορίες. Απασχολούνται σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά σε μορφές άτυπης ή μερικής απασχόλησης, βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση, όταν αναζητούν εργασία, σε σύγκριση με τους άνεργους μεγαλύτερων ηλικιών που διαθέτουν εργασιακή εμπειρία και εξειδίκευση και υφίστανται και τις συνέπειες των μεταρρυθμίσεων των συνταξιοδοτικών συστημάτων που ανεβάζοντας τα όρια ηλικίας για τη συνταξιοδότηση δεν επιτρέπουν τη φυσιολογική ανανέωση του εργατικού δυναμικού.

Οι πολιτικές λιτότητας στην Ε.Ε. διογκώνουν τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών και δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε μία ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων να δει τα όνειρα και τις προσδοκίες της να καταστρέφονται. Μόνη διέξοδος εξακολουθεί να αποτελεί η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων στην κατεύθυνση παραγωγικής ανασυγκρότησης των χωρών που βρίσκονται σε κρίση, με ενίσχυση της κοινωνικής οικονομίας και των συνεταιρισμένων παραγωγών.

 

O μύθος των υψηλών δημοσίων δαπανών

O μύθος των υψηλών δημοσίων δαπανών

     

 

Την ίδια περίοδο που το ΔΝΤ θέτει, για μία ακόμη φορά, ως ένα από τα προαπαιτούμενα για τη νέα δανειακή σύμβαση, τη μείωση των δημοσίων δαπανών (EuroAreaPolicies/ July 2015), η Eurostat δημοσίευσε τα στοιχεία για την εξέλιξη των δημοσίων δαπανών στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη για το 2014 (ως σύνολο) και το 2013 (ανά κατηγορία δαπάνης).

Από τη σύγκριση των στοιχείων του 2014 για την εξέλιξη των δημοσίων δαπανών με τα αντίστοιχα του έτους 2009, προκύπτουν τα ακόλουθα (βλέπε και σχετικούς Πίνακες Ι και ΙΙ):

1. Οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται ποσοτικά στο σύνολο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης κατά το χρονικό διάστημα 2009-2014 ενώ μειώνονται οριακά ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι δημόσιες δαπάνες στη χώρα μας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, βρίσκονται στο μέσο όρο της Ευρωζώνης.

2. Στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση, εκτός της Ιταλίας, οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν σημαντικά τόσο ποσοτικά όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η μεγαλύτερη ποσοτική μείωση καταγράφηκε στη χώρα μας όπου οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν κατά 39.929 εκατ. ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠη μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στην Ιρλανδία καθώς λόγω της μεγάλης μείωσης του ελληνικού ΑΕΠη μείωση των δημόσιων δαπανών εμφανίζεται χαμηλότερη.

3. Ασφαλέστερη εικόνα για την εξέλιξη των δημοσίων δαπανών προκύπτει από τον Πίνακα ΙΙ. Η μείωση των δημοσίων δαπανών ανά κάτοικο είναι 32,2% στην Ελλάδα με την Ιρλανδία, που ακολουθεί, να καταγράφει μείωση «μόλις» 10,3%.

Οικονομικά Ερανίσματα - Πίνακες
(Κάντε κλικ και δείτε τους Πίνακες σε μεγαλύτερο μέγεθος)

 

Η μεγάλη μείωση των δημοσίων δαπανών στη χώρα μας:

1. Διαψεύδει όλους όσοι στην Ελλάδα και το εξωτερικό υποστηρίζουν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε στην αύξηση των δημοσίων εσόδων και

2. Η συγκριτικά μεγαλύτερη μείωσή τους στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες χώρες αποτελεί μία από τις αιτίες που η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση.

Εντυπωσιακά είναι και τα στοιχεία για τη διάρθρωση των δημοσίων δαπανών (2013) καθώς υπάρχουν ενδιαφέρουσες αποκλίσεις από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το υψηλότερο ποσοστό κατευθύνεται στην κοινωνική προστασία (32,4% έναντι 41% που είναι ο μ.ό. της Ευρωζώνης) διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς για σπατάλη στον συγκεκριμένο τομέα. Το ποσοστό που δαπανάται για τα επιδόματα των ανέργων ανέρχεται στο ισχνό 1,5% έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη. Απογοήτευση προκαλούν τα ποσοστά των δημοσίων δαπανών για την Υγεία (8,6% το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μετά την Κύπρο) και την Παιδεία (7,6% το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.). Το 2013 το 25% των δημοσίων δαπανών αναλώθηκε στον τομέα οικονομικών υπηρεσιών λόγω των δαπανών για την ανακεφαλαιοποίηση και εκκαθάριση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Η περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών θα έχει ως συνέπεια ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, αύξηση της φτώχειας και μετατροπή της Ελλάδας σε κράτος-παρία.