Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν την παγκόσμια οικονομία

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν την παγκόσμια οικονομία

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η πολυδιάστατη κρίση που ξέσπασε το 2008 είναι και η εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μεδ) των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Μπορεί το πρόβλημα των μεδ στην Ελλάδα να είναι εξαιρετικά οξυμένο, λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων, της ανεργίας και της κερδοσκοπικής πολιτικής των τραπεζών. Ανάλογη, όμως, είναι η κατάσταση και σε πάρα πολλές χώρες του πλανήτη.

Επιχειρήσεις και νοικοκυριά βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους λόγω της οικονομικής στασιμότητας που επέφεραν οι πολιτικές λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους και των εργασιακών σχέσεων. Η μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια οικονομία προέρχεται από τα μεδ της Κίνας που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και αντιστοιχούν στο 50% περίπου του ΑΕΠ της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών εκτοξεύθηκε από τα 9 στα 30 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε μόλις επτά χρόνια (2008-2015).

Αλλά δεν είναι μόνο η Κίνα. Στις ΗΠΑ οι εταιρίες εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους μετά την κατάρρευση των τιμών των καυσίμων ενώ διογκώνονται τα προβλήματα από τα μη εξυπηρετούμενα φοιτητικά δάνεια και τις οφειλές των πιστωτικών καρτών.

Στην Ευρώπη, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα μεδ ανέρχονται σε περίπου 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. Πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες δυσκολεύονται στη διαχείρισή τους και χρησιμοποιούν την παροχή ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όχι για να χρηματοδοτήσουν την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά για να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργούνται από τα μεδ. Πρόσφατα η κυβέρνηση της Ιταλίας ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα παροχής εγγυήσεων στις ιταλικές τράπεζες, προκειμένου να «καθαρίσουν» τους ισολογισμούς τους από τα μεδ.

Την περίοδο πριν από το 2008 επιχειρήσεις και νοικοκυριά δανείζονταν με χαμηλά επιτόκια για να υλοποιήσουν επεκτατικά επενδυτικά σχέδια ή να πραγματοποιήσουν αγορές που ελάχιστα συνδέονταν με τις πραγματικές ανάγκες τους. Η κρίση που ξέσπασε το 2008 και η συνακόλουθη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας κατέστησε από δύσκολη έως αδύνατη την αποπληρωμή αυτών των δανείων. Σύμφωνα με τη θεωρία της διεθνούς τραπεζικής, οι τράπεζες θα έπρεπε να έχουν διαγνώσει τον πιστωτικό κίνδυνο από τη χορήγηση αυτών των δανείων και να είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα (αυξημένες προβλέψεις). Όμως και σε αυτήν την περίπτωση η πράξη απείχε παρασάγγας από τη θεωρία: ο ενδοτραπεζικός ανταγωνισμός και η «ανάγκη» εμφάνισης υψηλής κερδοφορίας (ώστε να δικαιολογούνται οι τεράστιες αμοιβές των στελεχών) ήταν οι αιτίες για τη μη τήρηση των κανόνων ελέγχου των όρων παροχής τραπεζικών δανείων.

Η θεωρία καταπατήθηκε και στην περίπτωση της αντιμετώπισης των συνεπειών από τα μεδ οι τράπεζες θα έπρεπε να διαγράψουν τα μεδ από τους ισολογισμούς τους και να αναζητήσουν νέα κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών τους. Αντίθετα, προσέτρεξαν στο κράτος (αυτοί οι ορκισμένοι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού) για τη στήριξή τους με δημόσιο χρήμα, εκτοξεύοντας και τα δημόσια χρέη σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Το «παράδοξο» στην υπόθεση των μεδ είναι ότι η διευκόλυνση των δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους θα ενίσχυε την ανάκαμψη των οικονομιών καθώς θα απελευθερώνονταν εισοδήματα που θα κατευθύνονταν στην κατανάλωση ή/ και στην κάλυψη φορολογικών – ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τα εργαλεία υπάρχουν και είναι συμβατά με την τραπεζική θεωρία και πρακτική: αναδρομική μείωση επιτοκίων, άτοκη περίοδο επιμήκυνσης, χρονική περίοδο καταβολής ελάχιστης δόσης κ.ά. Όμως, η λήψη αυτών των μέτρων προϋποθέτει τον δημόσιο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος που, αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά, ότι δεν είναι ιδεολογική εμμονή αλλά αδήριτη κοινωνική αναγκαιότητα.

Advertisements

2016: «Έρχεται βροχή – Έρχεται μπόρα…»

2016: «Έρχεται βροχή – Έρχεται μπόρα…»

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Η θορυβώδης είσοδος της νέας χρονιάς επιβεβαίωσε ότι το 2016 θα είναι μία ακόμη ενδιαφέρουσα χρονιά τόσο για την Ελλάδα όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη. Μόνο σε μία μέρα, την προηγούμενη Πέμπτη, καταγράφηκαν:

  1. Tο κλείσιμο των Xρηματιστηρίων της Κίνας μετά από 29 λεπτά συναλλαγών, εξαιτίας της μεγάλης πτώσης τους (πλέον του 7%).
  2. H ανακοίνωση ότι τα συναλλαγματικά αποθεματικά της Κίνας μειώθηκαν κατά 108 δισεκατομμύρια δολάρια τον Δεκέμβριο λόγω της στήριξης του γουάν (η ετήσια μείωση ανήλθε σε 512 δισ. δολάρια).
  3. Tα ευρωπαϊκά Xρηματιστήρια και η Wall Street ακολούθησαν στην πτώση τα χρηματιστήρια της Κίνας.
  4. H τιμή του πετρελαίου βρέθηκε σε χαμηλά 12ετίας, παρά την ένταση μεταξύ Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, τον βομβαρδισμό πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη Λιβύη και τη μείωση της παραγωγής στις ΗΠΑ που σε άλλες εποχές θα είχαν εκτινάξει την τιμή του.

Όλοι οι αναλυτές συμπίπτουν στην εκτίμηση ότι το 2016 θα είναι μία ακόμη χρονιά επιβεβαίωσης της κρίσης της παγκοσμιοποίησης. Εκτιμάται ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3,3%, ελάχιστα υψηλότερα από το 2015 (3,1%) αλλά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τριετίας 2012-2014 (3,4%) ενώ το διεθνές εμπόριο θα εξακολουθήσει να αυξάνεται με αναιμικούς ρυθμούς (2,7%) σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα (8% την περίοδο 2003-2007). Το ποσοστό μεγέθυνσης του ΑΕΠ της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα είναι μόλις 1,5% και άνισα κατανεμημένο, επιτείνοντας τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα ενώ πρόσθετο κόστος θα προκύψει από τη διαχείριση των αυξημένων μεταναστευτικών ροών.

Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τις εξελίξεις είναι οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, η πτώση των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών που εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί και το 2016, η άνοδος των επιτοκίων της Fed που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων των ΗΠΑ και την απόσυρση κεφαλαίων από τις αναδυόμενες οικονομίες* και η κατάσταση στην Κίνα.

Η Κίνα έχει εισέλθει σε φάση μετάβασης από μία οικονομία που είναι προσανατολισμένη στις επενδύσεις και τις εξαγωγές σε οικονομία που στηρίζεται, κυρίως, στην εσωτερική κατανάλωση, με συνέπεια τη μείωση των ποσοστών μεγέθυνσης και της ζήτησης πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων. Η παγκοσμιοποίηση στηρίχθηκε στη λειτουργία της Κίνας ως προμηθεύτριας φθηνών προϊόντων και εισαγωγέα πρώτων υλών αλλά και μηχανημάτων και πολυτελών προϊόντων που ευνόησαν τις αναπτυγμένες οικονομίες της δύσης και κυρίως τη Γερμανία. Η σημερινή στροφή επηρεάζει αρνητικά τόσο τις αναδυόμενες οικονομίες όσο και τις αναπτυγμένες.

Στην Eυρωζώνη, η συνέχιση της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης και οι χαμηλές τιμές πετρελαίου δεν επαρκούν για την αύξηση του ΑΕΠ και τη δημιουργία θέσεων εργασίας εάν δεν συνδυαστούν με την αύξηση των δημοσίων δαπανών και επενδύσεων. Η κρίση στην Ευρωζώνη ενισχύεται και από την εντεινόμενη πολιτική διαίρεση μεταξύ των χωρών του Ευρωπαϊκού Nότου και Βορρά (με τη Γαλλία να βρίσκεται στο μέσον της διαμάχης). Όπως έδειξαν οι εκλογικές διαδικασίες που διεξήχθησαν το 2015 σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, οι λαοί του Nότου (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία) εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην ποικιλώνυμη Aριστερά, ενώ αντίθετα στις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά ενισχύονται τα ακροδεξιά κόμματα. Η ακροδεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας ήδη κινείται στην κατεύθυνση δημιουργίας μίας άτυπης συμμαχίας με τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού που θα συναντηθεί εντός της νέας χρονιάς και με τις επιδιώξεις της βρετανικής κυβέρνησης για μετατροπή της Ε.Ε. σε ζώνη ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών. Το μέλλον της Ε.Ε. ποτέ στο παρελθόν δεν φαινόταν τόσο γκρίζο και προβληματικό.

Το 2015 έφυγε διαψεύδοντας τις ελπίδες και προσδοκίες των λαών πολλών χωρών του πλανήτη. Στην αυγή της νέας χρονιάς είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι ο γερο-τυφλοπόντικας εξακολουθεί να σκάβει…

 

(*) Tέλος εποχής; Φύλλο 291/19/12/2015

 

Ένα βραβείο για προβληματισμό

Ένα βραβείο για προβληματισμό

      

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το φετινό Βραβείο Nobel για την Οικονομία αποτέλεσε μία έκπληξη. Δόθηκε στον καθηγητή του Πανεπιστημίου Princeton, Angus Deaton, που θεωρείται ειδικός για την παγκόσμια φτώχεια, τους παράγοντες που επηρεάζουν την κατανάλωση των νοικοκυριών και τις μεθόδους μέτρησής της. Τα διεθνή ΜΜΕ εστίασαν, όπως ήταν φυσικό, σε ένα από τα συμπεράσματα των μελετών του Deaton που είναι ότι στις αρχές της τρίτης χιλιετίας η ανθρωπότητα βρέθηκε στην καλύτερη κατάσταση από τότε που επικράτησε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.

Πράγματι, ο Deaton για να στηρίξει αυτήν την εκτίμηση χρησιμοποιεί ως επιχείρημα την επέκταση του προσδόκιμου βιωσιμότητας του παγκόσμιου πληθυσμού που έχει αυξηθεί κατά 50% σε σύγκριση με το 1900 και εξακολουθεί να αυξάνεται. Επιπλέον, το τμήμα του πληθυσμού που επιβιώνει με λιγότερα από 1 δολάριο την ημέρα έχει μειωθεί από το 42% (1981) στο 14% και η παγκόσμια ανισότητα έχει μειωθεί σημαντικά χάρις κυρίως στην ανάπτυξη της Ασίας και παρά την όξυνση των δεικτών ανισότητας στο εσωτερικό πολλών κρατών. Όμως, αυτό που αποσιωπάται από τα ΜΜΕ είναι ότι αυτή η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης οφείλεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στις δημόσιες επενδύσεις στην Εκπαίδευση, την Υγεία, τη δημιουργία δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης και στα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.

Ο Deaton ξεκαθαρίζει ότι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και ποιότητας ζωής είναι μία σχετικά πρόσφατη εξέλιξη. «Για χιλιάδες χρόνια», γράφει ο Deaton, «ακόμη και όσοι ήταν αρκετά τυχεροί για να αποφύγουν το θάνατο στην παιδική ηλικία, αντιμετώπιζαν συνθήκες σκληρής φτώχειας». Στο τελευταίο βιβλίο του Η Μεγάλη Απόδραση αποδεικνύει ότι μόνο με την ανάπτυξη των επιστημών και τη μείωση των θρησκευτικών προκαταλήψεων κατάφερε η ανθρωπότητα να αποδράσει από την πραγματικότητα, μίας σύντομης και επώδυνης διαβίωσης.

Ο Deaton συμπεραίνει ότι η σημαντική αύξηση του αριθμού των ατόμων που έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση αποδεικνύεται ο ισχυρότερος παράγοντας βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες σε σύγκριση με την ύπαρξη υψηλών εισοδημάτων. Ο πλούτος ενός τυπικού κατοίκου της Ινδίας ισούται με τον πλούτο ενός τυπικού Βρετανού το 1860, όμως το προσδόκιμο ζωής του ισούται με αυτό ενός τυπικού Ευρωπαίου στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Η διάχυση της γνώσης για την Υγεία, τα φάρμακα και τη διατροφή είναι η αιτία αυτής της διαφοράς.

Παρά τις παραπάνω διευκρινήσεις για τις μελέτες του Deaton, η κατάσταση εξακολουθεί να μην είναι ικανοποιητική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας (2013), περίπου 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι ήταν άποροι (επιβίωναν με λιγότερο από 1,25 δολάριο την ημέρα), το 1/3 αυτών ήταν 400 εκατομμύρια παιδιά (κάτω των 13 ετών). Είναι αλήθεια ότι ο αριθμός των ανθρώπων που επιβιώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας έχει μειωθεί κατά 721 εκατομμύρια τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Όμως, αυτή η μείωση προέκυψε από τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις δύο πιο πολυάνθρωπες χώρες του πλανήτη, την Κίνα και την Ινδία. Αντίθετα σε 35 λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (26 από τις οποίες βρίσκονται στην Αφρική) ο αριθμός των ανθρώπων που διαβιώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας αυξήθηκε κατά 103 εκατομμύρια.

Ο Deaton αναγνωρίζει ότι ο συνολικός αριθμός των φτωχών σε παγκόσμιο επίπεδο επηρεάζεται από ό,τι συμβαίνει στην Κίνα και την Ινδία. Πράγματι, στις δύο χώρες ο αριθμός των ανθρώπων που επιβιώνουν με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα έχει μειωθεί σημαντικά, όμως, λόγω της αύξησης των ενδοκρατικών ανισοτήτων, έχει αυξηθεί ο αριθμός όσων επιβιώνουν με λιγότερα από δύο δολάρια την ημέρα.

Μπορεί η ακραία φτώχεια να εξαλειφθεί στον καπιταλισμό; Ο Deaton είναι «επιφυλακτικά αισιόδοξος». Όμως, προειδοποιεί ότι η κλιματική αλλαγή, η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και οι αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες μπορούν να επιδεινώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των πιο φτωχών πληθυσμών του πλανήτη.

 

TPP: Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται…

Οικονομικά ερανίσματα: TPP: Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται…

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Μετά από πέντε χρόνια σκληρών διαπραγματεύσεων οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και άλλες δέκα χώρες (Χιλή, Περού, Μεξικό, Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία, Μπρουνέι, Σιγκαπούρη, Βιετνάμ, Μαλαισία) κατέληξαν σε συμφωνία για τη δημιουργία της ΤPP (Trans-Pacific Partnership). Τα κράτη που συμμετέχουν στην ΤPP καλύπτουν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας. Η ΤPP, αρχικά, δεν συμπεριλάμβανε τις ΗΠΑ, αλλά αποτέλεσε πρωτοβουλία της Σιγκαπούρης, της Ν. Ζηλανδίας, της Χιλής και του Μπρουνέι. Όμως οι ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να περικυκλώσουν την Κίνα και να απαντήσουν με αυτόν τον τρόπο στην αυξανόμενη κινεζική επιρροή στην περιοχή του Ειρηνικού αξιοποίησαν την πρωτοβουλία για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς.

H TPP περιλαμβάνει πολλά από τα παραδοσιακά μέτρα απορρύθμισης του διεθνούς εμπορίου –μείωση των δασμών και των μη δασμολογικών επιβαρύνσεων– και την εφαρμογή τους σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας. Οι επίσημες Αρχές των ΗΠΑ εκτιμούν ότι θα καταργηθούν περισσότεροι από 18.000 δασμοί που επιβαρύνουν τα αμερικανικά εξαγόμενα προϊόντα, μεταξύ των οποίων αυτοκίνητα, μηχανολογικός εξοπλισμός, προϊόντα πληροφορικής, αγροτικά και χημικά προϊόντα κ.λπ.

Το εμπόριο των αγροτικών προϊόντων και των υπηρεσιών θα απορρυθμιστεί πλήρως. Αντίθετα, καθιερώνεται ισχυρή προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας (αφορά κυρίως φάρμακα) και των επενδύσεων. Οι φαρμακευτικές βιομηχανίες θα έχουν το δικαίωμα να παρατείνουν τη χρονική ισχύ προστασίας των δικαιωμάτων τους σε πρωτότυπα φάρμακα, να απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά φθηνών γενόσημων και να εμποδίζουν την πρόσβαση στην αγορά βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων που ανταγωνίζονται τα δικά τους.

Οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές και είναι χαρακτηριστικό ότι η κάθε χώρα προσπάθησε να κατοχυρώσει την προστασία των δικών της προϊόντων. Η Ν. Ζηλανδία απείλησε ότι θα αποχωρήσει από τη συμφωνία εάν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά της σχετικά με το εμπόριο των γαλακτοκομικών προϊόντων. Η Αυστραλία δεν έμεινε ικανοποιημένη με τον τρόπο που ΗΠΑ και Μεξικό ρύθμισαν το εμπόριο ζάχαρης. Αλλά και οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν είναι ευχαριστημένες με τους όρους εμπορίας του ρυζιού που επέβαλε η Ιαπωνία.

Κορωνίδα της συμφωνίας αποτελεί η καθιέρωση συστήματος διακανονισμού των διενέξεων μεταξύ κρατών-επενδυτών, που εξισώνει τις πολυεθνικές με τα κυρίαρχα κράτη και δίνει το δικαίωμα στους ξένους επενδυτές να μηνύουν τα κράτη και να απαιτούν αποζημιώσεις εάν μεταβάλλεται το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους. Σε άρθρο του στο Project Syndicate ο J. Stiglitz έγραψε: «Τέτοιες ρυθμίσεις κάνουν δύσκολη την υλοποίηση των βασικών κυβερνητικών λειτουργιών – την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών, τη διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας και την προστασία του περιβάλλοντος».

Οι περιφερειακές και διμερείς συμφωνίες απέκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα τα τελευταία χρόνια λόγω της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων που διεξάγονταν στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (γύρος της Ντόχα). Σύμφωνα με τον Stiglitz: «Θα ακούσετε πολλά για τη σπουδαιότητα που έχει για το “ελεύθερο εμπόριο” η ΤPP.  Η πραγματικότητα είναι ότι πρόκειται για μία συμφωνία που διαχειρίζεται το εμπόριο και τις επενδυτικές σχέσεις των μελών της με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των πιο ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων κάθε χώρας». Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιαπωνίας για τη διατήρηση των δασμών στα ιαπωνικά αυτοκίνητα για μεγάλη χρονική περίοδο –30 χρόνια για τα φορτηγά, 25 για τα αυτοκίνητα και μέχρι 15 για ορισμένα ανταλλακτικά– επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση.

Η δήλωση του υποψηφίου για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών, B. Sanders συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο το περιεχόμενο της ΤPP: «Η Wall Street και οι μεγάλες επιχειρήσεις μόλις πέτυχαν μία μεγάλη νίκη για την προώθηση μιας καταστροφικής εμπορικής συμφωνίας. Τώρα εναπόκειται σ’ εμάς να την αποτρέψουμε από το να γίνει νόμος».

 

Η εποχή των τεράτων

Η εποχή των τεράτων

Εκρηκτικό μείγμα η επιβράδυνση στις αναδυόμενες χώρες και η στασιμότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Στις 3 Σεπτέμβρη και προκειμένου να εορτασθεί η 70η επέτειος της παράδοσης της Ιαπωνίας κατά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η κυβέρνηση της Κίνας οργάνωσε στο Πεκίνο μία παρέλαση 12.000 στρατιωτών. Είναι βέβαιο ότι απώτερος στόχος αυτής της παρέλασης ήταν να παρουσιαστεί μία εντελώς διαφορετική εικόνα της χώρας (αρμονία, τάξη και ισχύς) από αυτήν που μεταδίδουν στον υπόλοιπο πλανήτη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Από τα μέσα Ιουνίου, που ξεκίνησε η πτώση στα χρηματιστήρια της Κίνας, η απομείωση της αξίας των μετοχών ανέρχεται σε 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της κινεζικής κυβέρνησης να σταματήσει την πτώση*. Ακολούθησε, στις 11 Αυγούστου, η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος (η μεγαλύτερη μετά το 1994) που έσπειρε τον πανικό στα χρηματιστήρια όλου του πλανήτη και πυροδότησε τα σενάρια για την επάνοδο της ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την υποτίμηση του ρενμίμπι, υποτιμήθηκαν και τα νομίσματα των κυριότερων αναδυόμενων οικονομιών (Βραζιλία, Ν. Αφρική, Τουρκία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη αλλά και Αυστραλία). Την εικόνα συμπληρώνει η πτώση της τιμής των κυριοτέρων εμπορευμάτων με βασικότερη αυτήν του πετρελαίου που τροφοδοτεί αποπληθωριστικές τάσεις στις χώρες εισαγωγής και πυροδοτεί ελλείμματα και χρέη στις χώρες παραγωγούς.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Κίνα μεταβλήθηκε σε ατμομηχανή για την παγκόσμια ανάπτυξη καθώς παρείχε αφειδώς, τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αναθέρμανση της παγκόσμιας οικονομίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας τεράστιας ζήτησης για εμπορεύματα, την ανάδειξή της σε παγκόσμιο επενδυτή και μεγαλύτερο πιστωτή των ΗΠΑ. Τον Απρίλιο του 2010, το ΔΝΤ ανακοίνωσε ότι η κρίση είχε ξεπεραστεί και η παγκόσμια οικονομία θα επέστρεφε στους, προ κρίσης, ρυθμούς ανάπτυξης. Οι αναδυόμενες οικονομίες που παρήγαν εμπορεύματα παγκόσμιας ζήτησης αλλά και η Γερμανία ήταν οι κερδισμένοι αυτής της κρίσης. Παράλληλα, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και ο δανεισμός με σχεδόν μηδενικά επιτόκια δημιούργησαν μία πληθώρα κερδοσκοπικών κεφαλαίων που αναζητούσε επενδυτικές ευκαιρίες γρήγορου πλουτισμού εκτοξεύοντας στα ύψη τις χρηματιστηριακές τιμές σε αναπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες.

Όμως, η ανάκαμψη της οικονομίας των ΗΠΑ αποδείχθηκε αναιμική και η Ευρωπαϊκή Ένωση βυθίστηκε σε ένα τέλμα ύφεσης, αποπληθωρισμού και διόγκωσης του δημόσιου χρέους. Οι επιπτώσεις δεν άργησαν να φανούν. Από το τέταρτο τρίμηνο του 2013, οι αναδυόμενες οικονομίες παρουσίασαν μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης και εμφανίστηκαν οι πρώτες προβλέψεις για την επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας και τη μείωση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ της από 8-10% σε 3-5%. Το κυρίαρχο δόγμα «ο,τιδήποτε και αν συμβαίνει στις οικονομίες των αναπτυγμένων χωρών, οι αναδυόμενες οικονομίες θα μεγεθύνονται και θα αποτελούν πηγή ζήτησης τεχνολογίας και ποιοτικών και πολυτελών προϊόντων και υπηρεσιών» είχε καταρρεύσει.

Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια ήταν τα πρώτα που έσπευσαν να εγκαταλείψουν το «πλοίο». Σύμφωνα με τους Financial Times, οι καθαρές εκροές κεφαλαίων από τις 19 μεγαλύτερες αναδυόμενες οικονομίες ανήλθαν σε 940,2 δισ. δολάρια τους τελευταίους 13 μήνες, σχεδόν διπλάσιες από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης (2008-2009). Είχαν προηγηθεί οι «προβλέψεις» των γνωστών οίκων αξιολόγησης για την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης αυτών των οικονομιών και, ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η απόσυρση των κεφαλαίων οδήγησε, πράγματι, σε αυτήν την επιβράδυνση.

Επιπλέον, η πλημμυρίδα δολαρίων στην παγκόσμια αγορά είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική υποτίμηση του δολαρίου έναντι του κινέζικου νομίσματος, ενώ ανάλογες επιπτώσεις έχει και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος ήταν αναμενόμενη. Ιδιαίτερα όταν οι Κινέζοι διαπίστωσαν ότι μόνο τον Ιούλιο οι κινεζικές εξαγωγές μειώθηκαν κατά 8,3% ενώ συνολικά φέτος μειώθηκαν κατά 12,1% προς την Ε.Ε. και 10,2% προς την Ιαπωνία.

Ακολούθησε η πτώση της τιμής των κυριότερων εμπορευμάτων στα χαμηλότερα επίπεδα των έξι τελευταίων ετών με πιο σημαντική την πτώση της τιμής του πετρελαίου που, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, επηρεάζει αρνητικά τόσο τις χώρες παραγωγούς, που βλέπουν τα έσοδά τους να μειώνονται δραματικά, όσο και τις χώρες κατανάλωσης, που αντιμετωπίζουν εντεινόμενες αποπληθωριστικές πιέσεις και τον κίνδυνο ύφεσης. Ήδη 10 από τις 34 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη αντιμετώπιζαν, και πριν την πτώση της τιμής των εμπορευμάτων, αποπληθωριστικές πιέσεις.

Συμπερασματικά, σημειώνεται ότι:

  1. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες κρίσεις, η πρόσφατη οφείλεται στην επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αναδυόμενες χώρες, σε συνδυασμό πάντα με τη στασιμότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες.
  2. Οι εξαγωγές πρώτων υλών από τις αναδυόμενες χώρες θα πληγούν ακόμη περισσότερο, εξαιτίας της επιβράδυνσης των παγκόσμιων ρυθμών ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, τα νομίσματα αυτών των χωρών (πιθανότατα και της Κίνας) θα υποτιμηθούν ακόμη περισσότερο, με τελικό αποτέλεσμα την επιδείνωση της ικανότητάς τους να αποπληρώσουν τα δάνειά τους που είναι σε ξένο νόμισμα (κυρίως δολάριο).
  3. Η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας επιδεινώνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι οι κεντρικές τράπεζες των αναπτυγμένων κρατών ή ενώσεων (ΗΠΑ, Ευρωζώνη, Ιαπωνία και Μεγάλη Βρετανία) έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες παρέμβασής τους στις αγορές (μηδενικά επιτόκια, ποσοτική χαλάρωση) αλλά και της υπερχρέωσης αυτών των περιοχών.

Η παγκοσμιοποίηση καταρρέει και αφήνει πίσω της πολέμους, καταστροφές, πείνα, φτώχεια και δυστυχία. Το παλιό πεθαίνει και το νέο αργεί να γεννηθεί. Είναι, πράγματι, η εποχή των τεράτων…

 

Υ.Γ. Διαπιστώνοντας την αναταραχή που έχει προκληθεί στην παγκόσμια οικονομία, είναι μεγάλος πειρασμός η εκτίμηση/ πρόβλεψη του τι θα συνέβαινε εάν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέλεγε τη ρήξη και όχι τη συνθηκολόγηση…

 

*Βλέπε σχετικό άρθρο Τι συμβαίνει στην Κίνα; που δημοσιεύθηκε στα Οικονομικά Ερανίσματα, στο φύλλο της 11/07/2015.  http://www.e-dromos.gr/ti-sumvainei-sthn-kina/

 

Tι συμβαίνει στην Κίνα;

Tι συμβαίνει στην Κίνα;

 Του Γιώργου Τοζίδη

Εδώ και τρεις εβδομάδες, η χρηματιστηριακή αγορά της Κίνας βρίσκεται σε διαρκή πτώση με αποτέλεσμα η κεφαλαιοποίηση να έχει υποχωρήσει κατά 3,2 τρισ. (ή ποσοστό 31%) από το υψηλότερο σημείο των 10,3 τρισ. δολαρίων που είχε βρεθεί στις 12 Ιουνίου. Ακόμη και η προσωρινή (;) ανάκαμψη της αγοράς, κατά τις συνεδριάσεις της Πέμπτης και της Παρασκευής, οφείλεται στις δραστικές παρεμβάσεις της κινεζικής κυβέρνησης παρά σε πραγματικά αίτια: αναστολή διαπραγμάτευσης για το 50% περίπου των εισηγμένων εταιριών, εξάμηνη απαγόρευση πώλησης μετοχών από μετόχους που κατέχουν ποσοστό άνω του 5%, προτροπή αγοράς μετοχών από τις κρατικά ελεγχόμενες εταιρίες, διευκόλυνση πρόσβασης σε δανεισμό κ.ά.

Η κατάρρευση της χρηματιστηριακής αγοράς της Κίνας ενδιαφέρει για πολλούς λόγους:

  1. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις αναπτυγμένες χρηματιστηριακές αγορές, ένα μεγάλο ποσοστό των μετοχών των κινεζικών εταιριών (άνω του 80%) κατέχεται από ιδιώτες επενδυτές, των οποίων ο αριθμός έχει εκτοξευθεί τους τελευταίους μήνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το χρονικό διάστημα 04/05- 12/06/2015 ο αριθμός των ιδιωτών επενδυτών αυξήθηκε από 82,66 σε 88,91 εκατομμύρια (αριθμός μεγαλύτερος από τα μέλη του ΚΚΚ). Η πλειοψηφία αυτών των επενδυτών επένδυσε στο χρηματιστήριο και με κεφάλαια που δανείστηκε είτε από τις κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες είτε, κυρίως, από τη σκιώδη τραπεζική παρέχοντας, ως κάλυμμα, τις ίδιες τις μετοχές. Ήδη διατυπώνονται εκτιμήσεις ότι η μεγάλη πτώση των μετοχών θα οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή καθώς πολλοί Κινέζοι βλέπουν να χάνονται οι αποταμιεύσεις τους ή καλούνται να αποπληρώσουν τα δάνειά τους.
  2. Το συνολικό (δημόσιο και ιδιωτικό) χρέος της Κίνας έχει εκτοξευθεί στο 282% του κινεζικού ΑΕΠ (στοιχεία Ιουνίου 2014) από 158% το 2007. Πρόκειται για την ταχύτερη αύξηση χρέους σε οποιαδήποτε αναδυόμενη οικονομία και είναι διπλάσια της αντίστοιχης αύξησης που καταγράφηκε σε ΗΠΑ και Ην. Βασίλειο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Λόγω της αδιαφάνειας των τραπεζικών συναλλαγών είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Υπάρχουν μόνον ενδείξεις: οι τοπικές και περιφερειακές Διοικήσεις, που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, έχουν δανεισθεί 4 τρισ. δολάρια (ποσό ίσο με το ΑΕΠ της Γερμανίας) και ήδη καταγράφονται οι πρώτες αθετήσεις πληρωμών ακόμη και από κρατικά ελεγχόμενες εταιρίες, παρά τις αντίθετες κρατικές επιδιώξεις αλλά και τις ρυθμίσεις δανείων που ανήλθαν σε 322 δισ. δολάρια.
  3. Η χρηματιστηριακή κρίση, ακόμη και αν ελεγχθεί τελικά από την κινεζική κυβέρνηση, εκτιμάται ότι θα έχει συνέπειες στους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Αρχικά, θα πληγεί η ιδιωτική κατανάλωση η οποία στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στην κοινωνική κατηγορία που επένδυσε στην αγορά μετοχών και υφίσταται μείωση του εισοδήματός της. Η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης ανατρέπει και τον σχεδιασμό της κινεζικής κυβέρνησης για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού υποδείγματος όπου η αύξηση του ΑΕΠ θα στηρίζεται περισσότερο στην εσωτερική ζήτηση και λιγότερο στις εξαγωγές.
  4. Η κρίση στην κινεζική οικονομία θα επηρεάσει σημαντικά τις οικονομίες της Ν.Α. Ασίας και την Αυστραλία που εξάγουν σημαντικές ποσότητες πρώτων υλών και ημικατεργασμένων προϊόντων στην Κίνα. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις της κινεζικής κυβέρνησης και η διάθεση κεφαλαίων για τη στήριξη της χρηματιστηριακής αγοράς και τη ρύθμιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα στερήσει την οικονομία των ΗΠΑ από σημαντικά κεφάλαια και, πιθανότατα, θα επισπεύσει την αύξηση των επιτοκίων της FED.

O P. Krugman βρίσκει ομοιότητες στην κινεζική κρίση με την αντίστοιχη κρίση της Ιαπωνίας, που οδήγησε στη χαμένη δεκαετία του 1990 και προειδοποιεί ότι «εάν πιστεύετε ότι οι αξιωματούχοι έχουν την οικονομία -την οποιαδήποτε οικονομία- υπό έλεγχο, προετοιμάστε τον εαυτό σας για μια μεγάλη απογοήτευση».

 

Προς νέο παγκόσμιο κραχ;

Προς νέο παγκόσμιο κραχ;

Του Γιώργου Τοζίδη

     

Ενώ η ελληνική κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας προσπαθεί να πείσει τους πιστωτές της για την αποτυχία του μνημονιακού προγράμματος, σύννεφα συγκεντρώνονται πάνω από την παγκόσμια οικονομία. Είναι χαρακτηριστικά όσα δήλωσε στο Bloomberg η Ann Pettifor συγγραφέας του βιβλίου The Coming First World Debt Crisis που εκδόθηκε το 2003 και προειδοποιούσε για την κρίση του 2008: «Πρόκειται να έχουμε μία ακόμη οικονομική κρίση. Η Βραζιλία αντιμετωπίζει ήδη μεγάλα προβλήματα με την ισχυροποίηση του δολαρίου. Με τρομάζουν όσα συμβαίνουν στη Νότια Αφρική και έπειτα υπάρχει και η Μαλαισία. Επιστρέφουμε εκεί που ήμασταν και αυτό είναι, πράγματι, τρομακτικό».

Η Ann Pettifor καταγράφει ορισμένες μόνο από τις πηγές της παγκόσμιας ανησυχίας για ένα νέο κραχ. Σύμφωνα με το Bloomberg, η προβλεπόμενη αύξηση των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, που θα έχει ως συνέπεια την ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση του δολαρίου και η μείωση των εσόδων των πετρελαιοπαραγωγών χωρών αυξάνουν τους φόβους για μία νέα παγκόσμια κρίση χρέους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την οργάνωση Jubilee Debt Campaign, μόνο το 2013 το δημόσιο χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών αυξήθηκε κατά 40% και η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του συνολικού χρέους τους είναι σε δολάρια και η εξυπηρέτησή του έγινε δυσχερέστερη.

Ακόμη, η αδυναμία διαμόρφωσης ενός πλαισίου αναδιάρθρωσης των δημόσιων χρεών που συσσώρευσαν οι κυβερνήσεις, σε πολλές χώρες, προκειμένου να σώσουν τις τράπεζες, σε συνδυασμό με την υπερσυγκέντρωση του τραπεζικού κεφαλαίου, δημιουργούν ένα εύφλεκτο οικονομικό περιβάλλον όπου αρκεί μία σπίθα για να προκληθεί μία νέα έκρηξη. Αυτή η σπίθα θα μπορούσε να προέλθει από τις νέες φούσκες που δημιουργεί η ποσοτική χαλάρωση και η διοχέτευση ρευστότητας στις αγορές που δεν βρίσκει διέξοδο σε παραγωγικές επενδύσεις και τροφοδοτεί την κερδοσκοπία σε παγκόσμιο επίπεδο. Αδιάψευστος μάρτυρας η εκτόξευση των τιμών των μετοχών σε όλα τα χρηματιστήρια (εκτός από το ελληνικό).

Ο Marc Roche, οικονομικός δημοσιογράφος και συγγραφέας, αναφέρει στο τελευταίο βιβλίο του (Banksters, Εκδόσεις Μεταίχμιο): «Αλλά υπάρχουν και χρηματοπιστωτικά όπλα μαζικής καταστροφής για τα οποία ελάχιστα γίνεται λόγος και τα οποία μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο επικίνδυνα: τα φοιτητικά δάνεια στις ΗΠΑ, η σκιώδης τραπεζική στην Κίνα και τα παράγωγα προϊόντα». Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το ύψος των αμερικανικών φοιτητικών δανείων υπερβαίνει το 1 τρισ. δολάρια και η εξυπηρέτησή τους γίνεται ολοένα και πιο δυσχερής εξαιτίας της έλλειψης θέσεων αξιοπρεπούς εργασίας, με αποτέλεσμα οι παύσεις πληρωμών να είναι πολυάριθμες ειδικά μεταξύ των κατόχων διπλωμάτων κοινωνικών επιστημών. Η σκιώδης τραπεζική (δηλαδή οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες μη τραπεζικών οργανισμών) στην Κίνα αντιπροσωπεύει πάνω από το ένα δεύτερο του ΑΕΠ και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί. Αυτοί που επενδύουν στην κινεζική σκιώδη τραπεζική είναι πεπεισμένοι ότι οι δημόσιες Αρχές θα σπεύσουν να τους βοηθήσουν για να αποτρέψουν πάση θυσία την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αυτό τους ενθαρρύνει να αναλαμβάνουν ακόμη μεγαλύτερους επενδυτικούς κινδύνους. Όσον αφορά τα παράγωγα προϊόντα, ο Marc Roche ξεκαθαρίζει ότι παρά τη δημιουργία των γραφείων συμψηφισμού που υποχρέωσε τους συναλλασσόμενους να βγουν από την ανωνυμία τους, τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. «Απλώς, μια συστημική απειλή αντικαταστάθηκε από μία άλλη… Το κεφάλαιο αυτών των οργανισμών είναι ασήμαντο, σε σύγκριση με εκείνο των τραπεζών των οποίων τις συναλλαγές αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν. Σε περίπτωση που μία από αυτές τις τράπεζες καταρρεύσει, ο κίνδυνος μπορεί να μεταδοθεί στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος, μέσω των εγγυήσεων που έχουν κατατεθεί σε αυτές».

Ένας ακόμη παράγοντας που ενισχύει τις εκτιμήσεις για ένα νέο παγκόσμιο κραχ, είναι οι γεωπολιτικές εντάσεις σε συνδυασμό με την ενίσχυση των ανισοτήτων και την επέκταση της φτώχειας. Από τη Δυτική Κίνα (μειονότητα Ουϊγούρων) μέχρι τη Νιγηρία, ο σουνιτικός φονταμενταλισμός πυροδοτεί συγκρούσεις που έχουν επιπτώσεις και στις οικονομίες της περιοχής. Παράλληλα, η ουκρανική κρίση θέτει σε τροχιά σύγκρουσης την Ε.Ε. με τη Ρωσία και δημιουργεί αναχώματα στην προσπάθεια ανάκαμψης των οικονομιών τους.

Η παραπάνω καταγραφή δεν εξαντλεί τους κινδύνους που απειλούν με νέο κραχ την παγκόσμια οικονομία και καθιστούν δυσχερέστερη τη διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους πιστωτές της. «Πέλαγο μέγα πολεμά/ βαρεί το καλυβάκι…».