2016: «Έρχεται βροχή – Έρχεται μπόρα…»

2016: «Έρχεται βροχή – Έρχεται μπόρα…»

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Η θορυβώδης είσοδος της νέας χρονιάς επιβεβαίωσε ότι το 2016 θα είναι μία ακόμη ενδιαφέρουσα χρονιά τόσο για την Ελλάδα όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη. Μόνο σε μία μέρα, την προηγούμενη Πέμπτη, καταγράφηκαν:

  1. Tο κλείσιμο των Xρηματιστηρίων της Κίνας μετά από 29 λεπτά συναλλαγών, εξαιτίας της μεγάλης πτώσης τους (πλέον του 7%).
  2. H ανακοίνωση ότι τα συναλλαγματικά αποθεματικά της Κίνας μειώθηκαν κατά 108 δισεκατομμύρια δολάρια τον Δεκέμβριο λόγω της στήριξης του γουάν (η ετήσια μείωση ανήλθε σε 512 δισ. δολάρια).
  3. Tα ευρωπαϊκά Xρηματιστήρια και η Wall Street ακολούθησαν στην πτώση τα χρηματιστήρια της Κίνας.
  4. H τιμή του πετρελαίου βρέθηκε σε χαμηλά 12ετίας, παρά την ένταση μεταξύ Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, τον βομβαρδισμό πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη Λιβύη και τη μείωση της παραγωγής στις ΗΠΑ που σε άλλες εποχές θα είχαν εκτινάξει την τιμή του.

Όλοι οι αναλυτές συμπίπτουν στην εκτίμηση ότι το 2016 θα είναι μία ακόμη χρονιά επιβεβαίωσης της κρίσης της παγκοσμιοποίησης. Εκτιμάται ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3,3%, ελάχιστα υψηλότερα από το 2015 (3,1%) αλλά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τριετίας 2012-2014 (3,4%) ενώ το διεθνές εμπόριο θα εξακολουθήσει να αυξάνεται με αναιμικούς ρυθμούς (2,7%) σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα (8% την περίοδο 2003-2007). Το ποσοστό μεγέθυνσης του ΑΕΠ της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα είναι μόλις 1,5% και άνισα κατανεμημένο, επιτείνοντας τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα ενώ πρόσθετο κόστος θα προκύψει από τη διαχείριση των αυξημένων μεταναστευτικών ροών.

Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τις εξελίξεις είναι οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, η πτώση των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών που εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί και το 2016, η άνοδος των επιτοκίων της Fed που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων των ΗΠΑ και την απόσυρση κεφαλαίων από τις αναδυόμενες οικονομίες* και η κατάσταση στην Κίνα.

Η Κίνα έχει εισέλθει σε φάση μετάβασης από μία οικονομία που είναι προσανατολισμένη στις επενδύσεις και τις εξαγωγές σε οικονομία που στηρίζεται, κυρίως, στην εσωτερική κατανάλωση, με συνέπεια τη μείωση των ποσοστών μεγέθυνσης και της ζήτησης πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων. Η παγκοσμιοποίηση στηρίχθηκε στη λειτουργία της Κίνας ως προμηθεύτριας φθηνών προϊόντων και εισαγωγέα πρώτων υλών αλλά και μηχανημάτων και πολυτελών προϊόντων που ευνόησαν τις αναπτυγμένες οικονομίες της δύσης και κυρίως τη Γερμανία. Η σημερινή στροφή επηρεάζει αρνητικά τόσο τις αναδυόμενες οικονομίες όσο και τις αναπτυγμένες.

Στην Eυρωζώνη, η συνέχιση της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης και οι χαμηλές τιμές πετρελαίου δεν επαρκούν για την αύξηση του ΑΕΠ και τη δημιουργία θέσεων εργασίας εάν δεν συνδυαστούν με την αύξηση των δημοσίων δαπανών και επενδύσεων. Η κρίση στην Ευρωζώνη ενισχύεται και από την εντεινόμενη πολιτική διαίρεση μεταξύ των χωρών του Ευρωπαϊκού Nότου και Βορρά (με τη Γαλλία να βρίσκεται στο μέσον της διαμάχης). Όπως έδειξαν οι εκλογικές διαδικασίες που διεξήχθησαν το 2015 σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, οι λαοί του Nότου (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία) εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην ποικιλώνυμη Aριστερά, ενώ αντίθετα στις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά ενισχύονται τα ακροδεξιά κόμματα. Η ακροδεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας ήδη κινείται στην κατεύθυνση δημιουργίας μίας άτυπης συμμαχίας με τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού που θα συναντηθεί εντός της νέας χρονιάς και με τις επιδιώξεις της βρετανικής κυβέρνησης για μετατροπή της Ε.Ε. σε ζώνη ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών. Το μέλλον της Ε.Ε. ποτέ στο παρελθόν δεν φαινόταν τόσο γκρίζο και προβληματικό.

Το 2015 έφυγε διαψεύδοντας τις ελπίδες και προσδοκίες των λαών πολλών χωρών του πλανήτη. Στην αυγή της νέας χρονιάς είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι ο γερο-τυφλοπόντικας εξακολουθεί να σκάβει…

 

(*) Tέλος εποχής; Φύλλο 291/19/12/2015

 

Advertisements

Τo «success story» των ΗΠΑ

Τo «success story» των ΗΠΑ

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Σε άρθρο του με τον προκλητικό τίτλο Η Αμερική στο δρόμο για τον Τρίτο Κόσμο (δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Global Research, στις 30/10), ο Paul Craig Roberts παραθέτει όλα τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η οικονομία των ΗΠΑ όχι μόνο δεν έχει ανακάμψει από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αλλά έχει εισέλθει και σε φάση παρακμής.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών έχει μειωθεί, σε σύγκριση με το υψηλότερο σημείο που είχε βρεθεί τα προηγούμενα χρόνια, για όλα τα πεμπτημόρια. Για το φτωχότερο 20% η μείωση ανήλθε σε 17,1% (σε σύγκριση με το 1999), ενώ για το υψηλότερο σε μόλις 1,7% (σε σύγκριση με το 2006). Μόνο το 1% των νοικοκυριών (κυρίως το 0,1%) είδε το εισόδημα και την περιουσία του να αυξάνεται. Πρόσθετα, το 2014 το 38% των εργαζομένων στις ΗΠΑ είχε εισόδημα λιγότερο από 20.000 δολάρια, το 51% λιγότερο από 30.000 δολάρια και το 63% λιγότερο από 40.000 δολάρια. Ακόμη και η πολυδιαφημισμένη μείωση της ανεργίας οφείλεται περισσότερο στην αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας (υπολογίζονται σε 93.175.000 – αριθμός ρεκόρ) παρά στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Ο P.C. Roberts αποδίδει αυτήν τη μείωση στις συνέπειες της μεταφοράς της παραγωγής εκτός ΗΠΑ. Αναφέρει, χαρακτηριστικά, ότι κάτω από την πίεση της Wall Street και των μεγάλων αλυσίδων λιανικής πώλησης, οι μεταποιητικές εταιρίες των ΗΠΑ μετέφεραν τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό, σε χώρες όπου η χαμηλή αμοιβή της εργασίας στηρίζει την αύξηση των εταιρικών κερδών, των bonus των στελεχών και των τιμών των μετοχών.

Η μεταφορά της μεταποίησης στο εξωτερικό συνοδεύθηκε και από τη μετακίνηση των στελεχών έρευνας και ανάπτυξης λογισμικού και προϊόντων αλλά και άλλων εξειδικευμένων στελεχών (μηχανικών πληροφορικής κ.ά.). Οι καλύτερες θέσεις εργασίας που θα αντικαθιστούσαν αυτές που καταργήθηκαν λόγω της μεταφοράς στο εξωτερικό και τις οποίες υπόσχονταν οι υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης, δεν δημιουργήθηκαν ποτέ. Αντίθετα, η οικονομία των ΗΠΑ δημιουργεί θέσεις εργασίας μερικής και κακοπληρωμένης απασχόλησης ενώ συνεχίζεται η μείωση της πλήρους εργασίας.

Αυτές οι θέσεις απασχόλησης δεν αποφέρουν ικανοποιητικό εισόδημα ώστε να συντηρείται ένα νοικοκυριό, με αποτέλεσμα ένας στους δύο νέους ηλικίας 25 ετών (ποσοστό διπλάσιο σε σύγκριση με το 1999) να ζει με τους γονείς του.

Σύμφωνα με τον P.C. Roberts, οι αρνητικές συνέπειες δεν εξαντλούνται στα παραπάνω. Όταν τα παραγωγικά επαγγέλματα μεταναστεύουν, η έρευνα, η ανάπτυξη, το σχέδιο και η καινοτομία ακολουθούν. Μία οικονομία που δεν παράγει, δεν καινοτομεί. Το σύνολο της οικονομίας απαξιώνεται, όχι μόνο οι προμηθευτικές αλυσίδες.

Το τελικό συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν το χειρότερο συμβάν που συνέβη ποτέ στις ΗΠΑ. Οι δύο κυριότερες συνέπειες της σοβιετικής κατάρρευσης ήταν: 1. Η ανάδυση της νεοσυντηρητικής ύβρεως της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ, που είχε ως αποτέλεσμα 14 χρόνια πολέμων που κόστισαν 6 τρισεκατομμύρια δολάρια και 2. η αλλαγή πολιτικής στη σοσιαλιστική Ινδία και την κομμουνιστική Κίνα που απάντησαν στο «τέλος της ιστορίας» ανοίγοντας τις οικονομίες τους στο δυτικό κεφάλαιο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η αποδυνάμωση της αμερικανικής οικονομίας καθώς εκτός από την απώλεια της παραγωγικής βάσης της επιβαρύνθηκε και με τη διαχείριση του τεράστιου χρέους που συσσώρευσαν οι πόλεμοι στους οποίους οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί.

Η κατάσταση της οικονομίας των ΗΠΑ που, παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και τη μείωση της ανεργίας, έχει εισέλθει σε φάση παρακμής λόγω της μετανάστευσης της παραγωγής επιβεβαιώνει τη θέση ότι μόνο η ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας μπορεί να οδηγήσει σε έξοδο από την κρίση προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων.

 

Ποιος ωφελήθηκε από την ελληνική κρίση;

Οικονομικά ερανίσματα: Ποιος ωφελήθηκε από την ελληνική κρίση;

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Τον περασμένο Αύγουστο δημοσιεύθηκε μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Ινστιτούτου Leibniz για την Οικονομική Έρευνα (IWH) η οποία ελάχιστα σχολιάσθηκε από οικονομικούς και πολιτικούς αναλυτές, ίσως λόγω των δραματικών εξελίξεων εκείνου του μήνα (υπογραφή 3ου Μνημονίου). Η μελέτη έχει τον «προκλητικό» τίτλο Τα οφέλη της Γερμανίας από την ελληνική κρίση και οι συντάκτες της τεκμηριώνουν τη θέση τους σε δύο γεγονότα:

1. Σε περιόδους κρίσης οι επενδυτές προκρίνουν την ασφάλεια έναντι της απόδοσης των επενδύσεών τους, και

2. Στην πολιτική μείωσης των επιτοκίων που ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η οποία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ελληνική κρίση χρέους.

Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των συντακτών της μελέτης, είναι ότι η γερμανική οικονομία όχι μόνο δεν έχει επιβαρυνθεί από τη συμμετοχή της στα προγράμματα «διάσωσης» της χώρας μας (συνολικά 90 δισ. ευρώ) αλλά αντίθετα έχει αποκομίσει «κέρδη» που ανέρχονται, με συντηρητικούς υπολογισμούς, σε 100 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του πίνακα, την περίοδο της κρίσης τα επιτόκια δανεισμού του γερμανικού δημοσίου μηδενίζονται και μάλιστα φέτος έχουν μετατραπεί σε αρνητικά (τουλάχιστον για τα ομόλογα που έχουν λήξη μέχρι 5 έτη). Η συνολική ωφέλεια του γερμανικού Δημοσίου από αυτήν τη δραστική μείωση των επιτοκίων δανεισμού εκτιμάται από τους συντάκτες ότι ανήλθε σε 100 δισ. ευρώ. Όπως παραδέχονται οι συντάκτες της μελέτης, οι υπολογισμοί τους είναι συντηρητικοί καθώς στηρίζονται μόνο στις δημοπρασίες ομολόγων που έχει πραγματοποιήσει το γερμανικό Δημόσιο (αφορούν ένα ποσοστό μεταξύ 45% και 75% του συνολικού δανεισμού), ενώ δεν συμπεριλαμβάνουν και τον δανεισμό των κρατιδίων και της τοπικής αυτοδιοίκησης που επίσης ωφελήθηκαν από τη δραστική μείωση των επιτοκίων. Επιπλέον, τα οφέλη του γερμανικού Δημοσίου δεν είναι στιγμιαία αφού αυτό θα εξακολουθήσει να αποκομίζει «κέρδη» από την ελληνική κρίση μέχρι τη λήξη των συγκεκριμένων ομολόγων.

Για να τεκμηριώσουν τη θέση τους ότι τα «κέρδη» που αποκόμισε το γερμανικό Δημόσιο οφείλονται στην ελληνική κρίση, οι συντάκτες της μελέτης παραθέτουν έναν πίνακα με το πώς επηρεάζονταν τα επιτόκια δανεισμού από τις εξελίξεις της ελληνικής κρίσης. Κάθε φορά που διαφαινόταν ρήξη στις διαπραγματεύσεις, οι αποδόσεις των ομολόγων μειώνονταν (π.χ. του 10ετούς γερμανικού ομολόγου μειωνόταν κατά 1,5%) ενώ συμμετρικά αντίθετη ήταν η κίνηση όταν διαφαινόταν συμφωνία.

Σύμφωνα με την πρόβλεψη της μελέτης για το μέλλον, η επίλυση της ελληνικής κρίσης θα έχει ως αποτέλεσμα η Γερμανία να μην μπορεί να δανείζεται πλέον με ανάλογου ύψους επιτόκια. Το ερώτημα, κατά συνέπεια, που προκύπτει είναι σαφές: πόσο επηρέασε τη στάση της Γερμανίας στις διαπραγματεύσεις για την ελληνική κρίση, από το 2010 μέχρι πρόσφατα, το γεγονός ότι η επίλυση και όχι η διαιώνιση της ελληνικής κρίσης θα είχε σημαντικό κόστος για το σύνολο* της οικονομίας της;

Αντίστοιχα ερωτήματα προκύπτουν, όμως, και για την ελληνική πλευρά και κατά πόσον αυτή ανέδειξε, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το γεγονός ότι η Γερμανία είχε συμφέρον να μην επιλυθεί η ελληνική κρίση;

0

* Μία σημαντική παράλειψη της μελέτης είναι ότι δεν αναφέρεται στην ανάλογη μείωση των επιτοκίων δανεισμού των γερμανικών επιχειρήσεων που προσέθεσε ένα ακόμη πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό τους με τις ομοειδείς επιχειρήσεις σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

 

Μια επίκαιρη επέτειος

Οικονομικά ερανίσματα: Μια επίκαιρη επέτειος

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Στις 15 Σεπτέμβρη 2008 η πτώχευση της Lehman Brothers αποτέλεσε την απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που εξακολουθεί να βαθαίνει. Μετά την κατάρρευση της Lehman, η αμερικανική κυβέρνηση έσπευσε να διασώσει με εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια όλα τα μεγάλα ονόματα της Wall Street: Citigroup, Bank of America, Merrill Lynch, Morgan Stanley, Goldman Sachs αλλά και η ασφαλιστική American International Group (AIG) διασώθηκαν με χρήματα των φορολογουμένων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολούθησε ασμένως. Μέχρι τον Μάρτιο του 2009 το σύνολο των εγγυήσεων προς τις τράπεζες, που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε προς τα κράτη-μέλη, ανήλθε στο ιλιγγιώδες ποσό των 2.300 δισ. ευρώ (σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις σε 3.000 δισ. ευρώ). Το ίδιο χρονικό διάστημα, τα κεφάλαια που απαιτήθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση ορισμένων ευρωπαϊκών τραπεζών ανήλθαν σε 275 δισ. ευρώ. Πώς ανταποκρίθηκαν οι τράπεζες; Με τον περιορισμό στη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη διεύρυνση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων και την κατάργηση δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας (200.000 στην Ε.Ε., 14,4 χιλ. στην Ελλάδα την πενταετία 2009-2013).

Το πρώτο συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Χωρίς την παρέμβαση των κυβερνήσεων, ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα είχε καταρρεύσει στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Όμως, ταυτόχρονα, προκύπτει και το ερώτημα: τι θα συνέβαινε εάν οι κυβερνήσεις επέτρεπαν την πτώχευση των τραπεζών και διέθεταν στην πραγματική οικονομία το σύνολο των κεφαλαίων που απαιτήθηκαν για τη διάσωσή τους;

Για να μη δοθεί απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δημιουργήθηκαν δύο μύθοι: 1. Η διάσωση δεν αφορούσε στη διάσωση των τραπεζών αλλά στη διάσωση της οικονομίας και 2. Η κατάρρευση των τραπεζών και γενικότερα η οικονομική κρίση είναι πολύπλοκες καταστάσεις που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον μέσο πολίτη.

Η επόμενη κίνηση των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών ήταν η διοχέτευση φθηνού χρήματος (μόνο η FED έχει διοχετεύσει, μέχρι σήμερα, το ποσό των 4 τρισ. δολαρίων) για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης. Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθούν η κερδοσκοπία και ο παρασιτισμός του χρηματοοικονομικού συστήματος και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επόμενη οικονομική καταστροφή. Τα πρώτα σημάδια έχουν, ήδη, φανεί: μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης των αναδυόμενων και αναιμικά ποσοστά ανάπτυξης των αναπτυγμένων οικονομιών, πτώση των τιμών των μετοχών και των εμπορευμάτων και ανταγωνιστικές υποτιμήσεις των νομισμάτων.

Άλλωστε, καμία από τις αιτίες που οδήγησαν στην κρίση του 2008 δεν έχει αντιμετωπισθεί. Αντίθετα, τα μέτρα που έχουν ληφθεί τα τελευταία επτά χρόνια ενέτειναν τα προβλήματα. Η συσσώρευση πλούτου, σε πλήρη αναντιστοιχία με την παραγωγική διαδικασία και η ανισότητα στη διανομή του έχουν μεγεθυνθεί σε δυσθεώρητα ύψη, ενώ η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα. Ακόμη, η τεράστια αύξηση του δημόσιου χρέους στις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη (ως αποτέλεσμα και της διάσωσης των χρηματοπιστωτικών εταιριών), η μη αντιμετώπιση των κινδύνων από τη δράση των «too big to fail» τραπεζών (που το μέγεθός τους αυξήθηκε αντί να μειωθεί), τα διψήφια ποσοστά ανεργίας και η επιβολή λιτότητας, σε συνδυασμό με την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων και την κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών στην Eκπαίδευση, την Yγεία και την πρόνοια είναι τα αποτελέσματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε το 2008.

Όμως, η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της κρίσης είναι η αμφισβήτηση των δημοκρατικών θεσμών και της δυνατότητας των λαών να αμφισβητούν τις καθεστωτικές πολιτικές και να ορίζουν τις τύχες τους, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Το ελληνικό παράδειγμα είναι η απόδειξη…

 

Η εποχή των τεράτων

Η εποχή των τεράτων

Εκρηκτικό μείγμα η επιβράδυνση στις αναδυόμενες χώρες και η στασιμότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Στις 3 Σεπτέμβρη και προκειμένου να εορτασθεί η 70η επέτειος της παράδοσης της Ιαπωνίας κατά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η κυβέρνηση της Κίνας οργάνωσε στο Πεκίνο μία παρέλαση 12.000 στρατιωτών. Είναι βέβαιο ότι απώτερος στόχος αυτής της παρέλασης ήταν να παρουσιαστεί μία εντελώς διαφορετική εικόνα της χώρας (αρμονία, τάξη και ισχύς) από αυτήν που μεταδίδουν στον υπόλοιπο πλανήτη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Από τα μέσα Ιουνίου, που ξεκίνησε η πτώση στα χρηματιστήρια της Κίνας, η απομείωση της αξίας των μετοχών ανέρχεται σε 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της κινεζικής κυβέρνησης να σταματήσει την πτώση*. Ακολούθησε, στις 11 Αυγούστου, η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος (η μεγαλύτερη μετά το 1994) που έσπειρε τον πανικό στα χρηματιστήρια όλου του πλανήτη και πυροδότησε τα σενάρια για την επάνοδο της ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την υποτίμηση του ρενμίμπι, υποτιμήθηκαν και τα νομίσματα των κυριότερων αναδυόμενων οικονομιών (Βραζιλία, Ν. Αφρική, Τουρκία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη αλλά και Αυστραλία). Την εικόνα συμπληρώνει η πτώση της τιμής των κυριοτέρων εμπορευμάτων με βασικότερη αυτήν του πετρελαίου που τροφοδοτεί αποπληθωριστικές τάσεις στις χώρες εισαγωγής και πυροδοτεί ελλείμματα και χρέη στις χώρες παραγωγούς.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Κίνα μεταβλήθηκε σε ατμομηχανή για την παγκόσμια ανάπτυξη καθώς παρείχε αφειδώς, τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αναθέρμανση της παγκόσμιας οικονομίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας τεράστιας ζήτησης για εμπορεύματα, την ανάδειξή της σε παγκόσμιο επενδυτή και μεγαλύτερο πιστωτή των ΗΠΑ. Τον Απρίλιο του 2010, το ΔΝΤ ανακοίνωσε ότι η κρίση είχε ξεπεραστεί και η παγκόσμια οικονομία θα επέστρεφε στους, προ κρίσης, ρυθμούς ανάπτυξης. Οι αναδυόμενες οικονομίες που παρήγαν εμπορεύματα παγκόσμιας ζήτησης αλλά και η Γερμανία ήταν οι κερδισμένοι αυτής της κρίσης. Παράλληλα, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και ο δανεισμός με σχεδόν μηδενικά επιτόκια δημιούργησαν μία πληθώρα κερδοσκοπικών κεφαλαίων που αναζητούσε επενδυτικές ευκαιρίες γρήγορου πλουτισμού εκτοξεύοντας στα ύψη τις χρηματιστηριακές τιμές σε αναπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες.

Όμως, η ανάκαμψη της οικονομίας των ΗΠΑ αποδείχθηκε αναιμική και η Ευρωπαϊκή Ένωση βυθίστηκε σε ένα τέλμα ύφεσης, αποπληθωρισμού και διόγκωσης του δημόσιου χρέους. Οι επιπτώσεις δεν άργησαν να φανούν. Από το τέταρτο τρίμηνο του 2013, οι αναδυόμενες οικονομίες παρουσίασαν μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης και εμφανίστηκαν οι πρώτες προβλέψεις για την επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας και τη μείωση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ της από 8-10% σε 3-5%. Το κυρίαρχο δόγμα «ο,τιδήποτε και αν συμβαίνει στις οικονομίες των αναπτυγμένων χωρών, οι αναδυόμενες οικονομίες θα μεγεθύνονται και θα αποτελούν πηγή ζήτησης τεχνολογίας και ποιοτικών και πολυτελών προϊόντων και υπηρεσιών» είχε καταρρεύσει.

Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια ήταν τα πρώτα που έσπευσαν να εγκαταλείψουν το «πλοίο». Σύμφωνα με τους Financial Times, οι καθαρές εκροές κεφαλαίων από τις 19 μεγαλύτερες αναδυόμενες οικονομίες ανήλθαν σε 940,2 δισ. δολάρια τους τελευταίους 13 μήνες, σχεδόν διπλάσιες από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης (2008-2009). Είχαν προηγηθεί οι «προβλέψεις» των γνωστών οίκων αξιολόγησης για την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης αυτών των οικονομιών και, ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η απόσυρση των κεφαλαίων οδήγησε, πράγματι, σε αυτήν την επιβράδυνση.

Επιπλέον, η πλημμυρίδα δολαρίων στην παγκόσμια αγορά είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική υποτίμηση του δολαρίου έναντι του κινέζικου νομίσματος, ενώ ανάλογες επιπτώσεις έχει και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος ήταν αναμενόμενη. Ιδιαίτερα όταν οι Κινέζοι διαπίστωσαν ότι μόνο τον Ιούλιο οι κινεζικές εξαγωγές μειώθηκαν κατά 8,3% ενώ συνολικά φέτος μειώθηκαν κατά 12,1% προς την Ε.Ε. και 10,2% προς την Ιαπωνία.

Ακολούθησε η πτώση της τιμής των κυριότερων εμπορευμάτων στα χαμηλότερα επίπεδα των έξι τελευταίων ετών με πιο σημαντική την πτώση της τιμής του πετρελαίου που, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, επηρεάζει αρνητικά τόσο τις χώρες παραγωγούς, που βλέπουν τα έσοδά τους να μειώνονται δραματικά, όσο και τις χώρες κατανάλωσης, που αντιμετωπίζουν εντεινόμενες αποπληθωριστικές πιέσεις και τον κίνδυνο ύφεσης. Ήδη 10 από τις 34 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη αντιμετώπιζαν, και πριν την πτώση της τιμής των εμπορευμάτων, αποπληθωριστικές πιέσεις.

Συμπερασματικά, σημειώνεται ότι:

  1. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες κρίσεις, η πρόσφατη οφείλεται στην επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αναδυόμενες χώρες, σε συνδυασμό πάντα με τη στασιμότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες.
  2. Οι εξαγωγές πρώτων υλών από τις αναδυόμενες χώρες θα πληγούν ακόμη περισσότερο, εξαιτίας της επιβράδυνσης των παγκόσμιων ρυθμών ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, τα νομίσματα αυτών των χωρών (πιθανότατα και της Κίνας) θα υποτιμηθούν ακόμη περισσότερο, με τελικό αποτέλεσμα την επιδείνωση της ικανότητάς τους να αποπληρώσουν τα δάνειά τους που είναι σε ξένο νόμισμα (κυρίως δολάριο).
  3. Η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας επιδεινώνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι οι κεντρικές τράπεζες των αναπτυγμένων κρατών ή ενώσεων (ΗΠΑ, Ευρωζώνη, Ιαπωνία και Μεγάλη Βρετανία) έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες παρέμβασής τους στις αγορές (μηδενικά επιτόκια, ποσοτική χαλάρωση) αλλά και της υπερχρέωσης αυτών των περιοχών.

Η παγκοσμιοποίηση καταρρέει και αφήνει πίσω της πολέμους, καταστροφές, πείνα, φτώχεια και δυστυχία. Το παλιό πεθαίνει και το νέο αργεί να γεννηθεί. Είναι, πράγματι, η εποχή των τεράτων…

 

Υ.Γ. Διαπιστώνοντας την αναταραχή που έχει προκληθεί στην παγκόσμια οικονομία, είναι μεγάλος πειρασμός η εκτίμηση/ πρόβλεψη του τι θα συνέβαινε εάν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέλεγε τη ρήξη και όχι τη συνθηκολόγηση…

 

*Βλέπε σχετικό άρθρο Τι συμβαίνει στην Κίνα; που δημοσιεύθηκε στα Οικονομικά Ερανίσματα, στο φύλλο της 11/07/2015.  http://www.e-dromos.gr/ti-sumvainei-sthn-kina/

 

To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;


To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;

    

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την αποδοχή του νέου μνημονίου είναι ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η συνακόλουθη καταστροφή της οικονομίας. Είτε πρόκειται για συγγνωστή ή ασύγγνωστη πλάνη, τα αποτελέσματα και του νέου μνημονίου θα είναι μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια και ολοκλήρωση της μετατροπής της χώρας σε τουριστικό θέρετρο, φθηνό γηροκομείο και οικόπεδο για τη διακίνηση εισαγόμενων προϊόντων και ενεργειακών πόρων. Εάν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, δεν θα έχει σημασία εάν η χώρα βρίσκεται εντός ή εκτός της ευρωζώνης…

Τα προηγούμενα μνημόνια στηρίχθηκαν στο παρακάτω τρίπτυχο:

  1. Δανεισμός για την αποπληρωμή δανείων. Το ορατό αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του δημόσιου χρέους και του σχετικού δείκτη (χρέος/ ΑΕΠ) στο 177% το 2014. Το νέο πρόγραμμα θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος με ένα επιπλέον 25% του ΑΕΠ με αποτέλεσμα να εκτιμάται ότι, μετά από δύο χρόνια, θα προσεγγίζει, σε ονομαστικούς όρους, το 200% του ΑΕΠ.
  2. Προσήλωση στην αυστηρή λιτότητα (δραστική μείωση μισθών και συντάξεων) και τη σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή με στόχο την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα μείωση κατά 25% του ΑΕΠ πρωτοφανή ανεργία και φτώχεια.
  3. Δομικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική ασφάλιση, στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με κοινό παρονομαστή την κατάργηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και την απορρύθμιση των αγορών ώστε να κτυπηθεί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Στο παραπάνω τρίπτυχο στηρίζεται και το νέο μνημόνιο. Όμως είναι ο ορισμός της βλακείας να πιστεύεις ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική, που τα πέντε προηγούμενα χρόνια παρήγαγε ύφεση, ανεργία και φτώχεια, τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά (ανάπτυξη και ευημερία) επειδή τα μέτρα θα υλοποιούνται από μία «αριστερή» κυβέρνηση. Άλλωστε τα πρώτα μέτρα ήταν ενδεικτικά για το τι πρόκειται να επακολουθήσει: ο ΦΠΑ αυξήθηκε σε προϊόντα και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης και όχι π.χ. σε προϊόντα και υπηρεσίες πολυτελείας, οι τράπεζες αναγορεύθηκαν σε προνομιακούς δανειστές σε βάρος του δημοσίου, των ασφαλιστικών ταμείων και των εργαζομένων και από τη νομοθετική υιοθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τις τράπεζες αφαιρέθηκαν οι διατάξεις για τον σεβασμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την τήρηση των υποχρεώσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την ανάγκη ουσιαστικής διαβούλευσης με τα σωματεία των εργαζομένων.

Η ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς τεκμηριώνει την εκτίμηση για την αποτυχία του προγράμματος. Δεν υπάρχει προηγούμενο παράδειγμα βελτίωσης της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τη διευκόλυνση των τραπεζών να προχωρούν σε πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων σε μία αγορά που έχει καταρρεύσει. Αντίθετα, οι συνέπειες θα είναι αρνητικές για τις τράπεζες καθώς τα έσοδα από τους πλειστηριασμούς θα υπολείπονται σημαντικά των ενυπόθηκων αξιών που είναι εγγεγραμμένες στα χαρτοφυλάκιά τους με αποτέλεσμα οι ζημίες τους να αυξάνονται και να αναγκάζονται σε πρόσθετες προβλέψεις και επί των εξυπηρετούμενων δανείων.

Ιδιωτικοποιήσεις

Η αμφισβήτηση για την επιτυχία του νέου προγράμματος επεκτείνεται και στο νέο ταμείο για τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακόμη και οπαδοί των ιδιωτικοποιήσεων εκτιμούν ότι ζητείται από την Ελλάδα να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις «με το πιστόλι στον κρόταφο», αμφισβητούν την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ενώ επισημαίνουν και τον κίνδυνο των εξευτελιστικών τιμών ενώ στηλιτεύουν και το γεγονός ότι το 75% των εσόδων θα κατευθυνθεί άμεσα ή έμμεσα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύγλωττα. Πώς θα εκτιμηθεί η παρούσα αξία υποδομών (όπως ο σιδηρόδρομος και τα λιμάνια) που μπορούν να αξιοποιήσουν ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξή τους αφού έχουν, ήδη, ενταχθεί στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών; Πώς θα συμβάλλουν οι ιδιωτικοποιήσεις στην ανάπτυξη όταν, μέχρι τώρα, η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ) αλλά και από την εξαφάνισή τους από την αγορά (π.χ. Εμπορική Τράπεζα);

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει ήδη υλοποιήσει μέτρα σκληρής λιτότητας, το ΑΕΠ έχει καταρρεύσει και έχει εισέλθει σε έναν κύκλο χρέους – αποπληθωρισμού. Στη θεωρία, το αντίδοτο είναι η αναθέρμανση της οικονομίας για να διαρραγεί αυτός ο κύκλος και να επανέλθει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης. Αντί για την αναθέρμανση, το νέο μνημόνιο επιβάλλει τη λήψη και άλλων μέτρων λιτότητας και απορρύθμισης των αγορών. Για να μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις, τα μέτρα που απαιτεί το ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης (ώστε να εκπληρωθεί ο σχετικός όρος που προβλέπεται στο άρθρο 13 του καταστατικού του ΕΜΣ) είναι σαφή: Όχι κατάργηση των προηγούμενων αντεργατικών ρυθμίσεων για τον βασικό μισθό, τη διαιτησία, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και λήψη επιπλέον μέτρων για τις ομαδικές απολύσεις και την κήρυξη απεργιών. Ακόμη το ΔΝΤ ζητά την περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών όταν, σύμφωνα με την Eurostat, το 2014 μειώθηκαν κατά 10,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης στην Ε.Ε.-28).

Πέρα, όμως, από την αποτυχία ή επιτυχία του νέου προγράμματος, το πρόβλημα είναι η ίδια η δημοκρατία. Το ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχει καμία εξουσία να νομοθετεί χωρίς την έγκριση των δανειστών αλλά μόνο να εφαρμόζει τα θελήματά τους. Όπως έγραψε ο P. Mason: «Εάν η δημοκρατία δεν μπορεί να εκφράσει ψευδαισθήσεις και τρελές ελπίδες· εάν δεν μπορεί να εμπεριέχει αφηγήσεις συναισθημάτων και ιδανικών, πεθαίνει». Θα αφήσουμε τη δημοκρατία να πεθάνει στην πατρίδα μας;

 

*** Continue reading

O μύθος των υψηλών δημοσίων δαπανών

O μύθος των υψηλών δημοσίων δαπανών

     

 

Την ίδια περίοδο που το ΔΝΤ θέτει, για μία ακόμη φορά, ως ένα από τα προαπαιτούμενα για τη νέα δανειακή σύμβαση, τη μείωση των δημοσίων δαπανών (EuroAreaPolicies/ July 2015), η Eurostat δημοσίευσε τα στοιχεία για την εξέλιξη των δημοσίων δαπανών στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη για το 2014 (ως σύνολο) και το 2013 (ανά κατηγορία δαπάνης).

Από τη σύγκριση των στοιχείων του 2014 για την εξέλιξη των δημοσίων δαπανών με τα αντίστοιχα του έτους 2009, προκύπτουν τα ακόλουθα (βλέπε και σχετικούς Πίνακες Ι και ΙΙ):

1. Οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται ποσοτικά στο σύνολο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης κατά το χρονικό διάστημα 2009-2014 ενώ μειώνονται οριακά ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι δημόσιες δαπάνες στη χώρα μας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, βρίσκονται στο μέσο όρο της Ευρωζώνης.

2. Στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση, εκτός της Ιταλίας, οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν σημαντικά τόσο ποσοτικά όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η μεγαλύτερη ποσοτική μείωση καταγράφηκε στη χώρα μας όπου οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν κατά 39.929 εκατ. ευρώ. Ως ποσοστό του ΑΕΠη μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στην Ιρλανδία καθώς λόγω της μεγάλης μείωσης του ελληνικού ΑΕΠη μείωση των δημόσιων δαπανών εμφανίζεται χαμηλότερη.

3. Ασφαλέστερη εικόνα για την εξέλιξη των δημοσίων δαπανών προκύπτει από τον Πίνακα ΙΙ. Η μείωση των δημοσίων δαπανών ανά κάτοικο είναι 32,2% στην Ελλάδα με την Ιρλανδία, που ακολουθεί, να καταγράφει μείωση «μόλις» 10,3%.

Οικονομικά Ερανίσματα - Πίνακες
(Κάντε κλικ και δείτε τους Πίνακες σε μεγαλύτερο μέγεθος)

 

Η μεγάλη μείωση των δημοσίων δαπανών στη χώρα μας:

1. Διαψεύδει όλους όσοι στην Ελλάδα και το εξωτερικό υποστηρίζουν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε στην αύξηση των δημοσίων εσόδων και

2. Η συγκριτικά μεγαλύτερη μείωσή τους στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες χώρες αποτελεί μία από τις αιτίες που η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση.

Εντυπωσιακά είναι και τα στοιχεία για τη διάρθρωση των δημοσίων δαπανών (2013) καθώς υπάρχουν ενδιαφέρουσες αποκλίσεις από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το υψηλότερο ποσοστό κατευθύνεται στην κοινωνική προστασία (32,4% έναντι 41% που είναι ο μ.ό. της Ευρωζώνης) διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς για σπατάλη στον συγκεκριμένο τομέα. Το ποσοστό που δαπανάται για τα επιδόματα των ανέργων ανέρχεται στο ισχνό 1,5% έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη. Απογοήτευση προκαλούν τα ποσοστά των δημοσίων δαπανών για την Υγεία (8,6% το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μετά την Κύπρο) και την Παιδεία (7,6% το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.). Το 2013 το 25% των δημοσίων δαπανών αναλώθηκε στον τομέα οικονομικών υπηρεσιών λόγω των δαπανών για την ανακεφαλαιοποίηση και εκκαθάριση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Η περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών θα έχει ως συνέπεια ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, αύξηση της φτώχειας και μετατροπή της Ελλάδας σε κράτος-παρία.