Στο ίδιο έργο θεατές(;)

Στο ίδιο έργο θεατές(;)

     

Σκίτσο: Ανελκυστήρας σε ελεύθερη πτώση του Β. Παπαβασιλείου

 

Η Deutsche Bank «σέρνει το χορό» της κρίσης του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Άρκεσε ένας μήνας για να επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις ότι το 2016 θα είναι το έτος που η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον εφιάλτη μιας ύφεσης χειρότερης από αυτήν του 2008. Πρωταγωνίστριες και πάλι οι παγκόσμιες τράπεζες που, αφού διασώθηκαν το 2008-2009 ,επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος με τρισεκατομμύρια, βρίσκονται και πάλι στο κατώφλι της κατάρρευσης.

Η ανακοίνωση της Deutsche Bank (D.B.) ότι το 2015 κατέγραψε ζημίες συνολικού ύψους 6,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήταν η αφορμή για να κατρακυλήσει η μετοχή της και να βρεθεί στο χαμηλότερο σημείο από το 2008. Οι αγορές ανησυχούν για το μέλλον της τράπεζας και οι ανησυχίες τους προέρχονται από το γεγονός ότι η κεφαλαιοποίηση της τράπεζας ανέρχεται σε μόλις 21 δισεκατομμύρια ευρώ (μειωμένη κατά 58% σε σύγκριση με την υψηλότερη τιμή του 2015), τα κεφάλαιά της ανέρχονται σε 52 δισεκατομμύρια ενώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια λήγουν ομόλογα έκδοσής της, συνολικού ύψους 54 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ανησυχία γίνεται τρόμος εάν συνυπολογισθεί η έκθεση της τράπεζας σε παράγωγα που ανέρχεται σε 64 τρισεκατομμύρια δολάρια όταν το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι 3,9 τρισεκατομμύρια δολάρια και της ευρωζώνης 13,2 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Οι αγορές ανησυχούν για τη D.B. και για έναν ακόμη λόγο. Τα τελευταία χρόνια η τράπεζα βρέθηκε αναμεμειγμένη σε πολλά τραπεζικά σκάνδαλα. Τον Νοέμβριο, η D.B. συμφώνησε με τις αρχές των ΗΠΑ να πληρώσει πρόστιμο 258 εκατ. δολαρίων για παραβίαση του αμερικανικού εμπάργκο στις συναλλαγές με χώρες όπως το Ιράν, η Λιβύη, η Συρία και το Σουδάν. Είχε προηγηθεί, τον Απρίλιο, η πληρωμή προστίμου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου, ενώ εκκρεμούν ακόμη οι υποθέσεις για τη χειραγώγηση των συναλλαγματικών τιμών διαφόρων νομισμάτων. Οι ανησυχίες των αγορών αποτυπώνονται στην αύξηση κατά 150% της τιμής των ασφαλίστρων έναντι του κινδύνου πτώχευσης της μεγαλύτερης τράπεζας της Γερμανίας με αποτέλεσμα να υπολείπονται ελάχιστα από το 2011 που ξέσπασε η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρώπη. Μια πιθανή πτώχευση της D.B. θα έκανε την πτώχευση της Lehman Brothers να μοιάζει με παιδική γιορτή.

 

Παγκόσμιο «φαινόμενο»

Αλλά δεν είναι μόνο η D.B. που αντιμετωπίζει προβλήματα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν προβλήματα από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που επηρεάζουν αρνητικά την κερδοφορία τους, την πτώση των τιμών του πετρελαίου, τη «στασιμότητα» της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών και την απουσία επενδυτικών «ευκαιριών», παρά τα αρνητικά επιτόκια, λόγω των ισχνών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Από την αρχή του έτους οι τιμές των μετοχών των μεγαλύτερων τραπεζών μειώθηκαν από 15% μέχρι 42% και δεν φαίνονται σημάδια ανάκαμψης.

Για παράδειγμα, την περασμένη Τρίτη, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo και JPMorgan Chase ανακοίνωσαν αυξημένες προβλέψεις έναντι των ζημιών τους κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2015. Η αιτία αυτής της αρνητικής εξέλιξης εντοπίζεται στη μείωση της τιμής του πετρελαίου και στα προβλήματα ρευστότητας που προκάλεσε στις πετρελαιοπαραγωγές εταιρίες.

Όσο διαρκούσαν οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, οι αμερικανικές τράπεζες εισέπρατταν δισεκατομμύρια από προμήθειες και τόκους των δανείων που χορήγησαν. Χρηματοδότησαν όλα τα στάδια διακίνησης του πετρελαίου, από την εξόρυξη και την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση. Όμως η πτώση της τιμής του πετρελαίου ανέστρεψε πλήρως την κατάσταση. Για παράδειγμα, η Bank of America ανακοίνωσε ότι το 33% των δανείων συνολικού ύψους 8,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που χορηγήθηκαν σε εταιρίες του ενεργειακού κλάδου δεν εξυπηρετούνται. Αντίστοιχα, η Wells Fargo ανακοίνωσε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της έκθεσής της στον ίδιο κλάδο (συνολικού ύψους 17 δις δολαρίων) αντιμετωπίζει τον υψηλό κίνδυνο μη αποπληρωμής. Ανάλογη είναι η κατάσταση για τη Citibank αλλά και για περιφερειακές τράπεζες των ΗΠΑ.

Αξίζει να αναφερθεί ότι για την αντιμετώπιση των ζημιών τους οι μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη ανακοίνωσαν ότι θα προσφύγουν και πάλι στην προσφιλή τους λύση των μαζικών απολύσεων εργαζομένων. Παρά το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν από τις τράπεζες μετά την κρίση του 2008, προγραμματίζονται δεκάδες χιλιάδες απολύσεις και για την επόμενη διετία (2016-2017). Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πρωταγωνίστριες. Η HSBC σχεδιάζει να απολύσει 50.000 εργαζόμενους ώστε να μειώσει τα έξοδά της κατά 5 δις δολάρια. Ανάλογα, η D.B. ανακοίνωσε ότι η τράπεζα θα απολύσει 35.000 εργαζόμενους φέτος. Ο κατάλογος είναι μακρύς και περιλαμβάνει τις τράπεζες Unicredit, Standard Chartered, Barclays, Lloyds, Credit Suisse κ.ά.

 

Απόδειξη αποτυχίας

Τα προβλήματα των τραπεζών είναι μία ακόμη απόδειξη της αποτυχίας των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης και των χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησαν οι κεντρικές τράπεζες των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και τελευταία η Ευρωζώνη). Η διοχέτευση τεράστιων ποσοτήτων φθηνού χρήματος στις τράπεζες απέτυχε να ενισχύσει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Χρησιμοποιήθηκε από τις τράπεζες για την ενίσχυση των αποθεματικών τους, την αγορά κρατικών ομολόγων ή ίδιων μετοχών και όχι για παραγωγικές επενδύσεις. Όπως αναφέρει ο J. Stiglitz σε ένα πρόσφατο άρθρο του*, «το να κρατάς τα επιτόκια σε μηδενικά επίπεδα δεν οδηγεί αναγκαστικά σε υψηλότερα επίπεδα τις πιστώσεις και τις επενδύσεις. Όταν οι τράπεζες έχουν την ελευθερία να επιλέγουν, τότε επιλέγουν τα χωρίς κίνδυνο κέρδη ή ακόμη και τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, έναντι του δανεισμού που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ευρύτερο στόχο της οικονομικής ανάπτυξης».

Στη συνέχεια ο J. Stiglitz αναφέρεται και σε μία ακόμη παρενέργεια των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης. «Μία μη σκοπούμενη, αλλά όχι μη αναμενόμενη, συνέπεια της ποσοτικής χαλάρωσης ήταν οι μεγάλες αυξήσεις στις διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων. Οι συνολικές κεφαλαιακές εισροές στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξήθηκαν από 20 δισ. το 2008 σε περισσότερα από 600 δισ. δολάρια το 2010. Ελάχιστα από αυτά τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν σε επενδύσεις. Αυτή τη χρονιά, οι αναπτυσσόμενες χώρες, συνολικά, εκτιμάται ότι θα καταγράψουν την πρώτη καθαρή εκροή κεφαλαίων -συνολικού ύψους 615 δις δολαρίων- από το 2006». Τα αποτελέσματα είναι, ήδη, εμφανή στη δραστική μείωση των ρυθμών ανάπτυξης αυτών των χωρών που, όμως, είχαν λειτουργήσει ως ατμομηχανές κατά την κρίση του 2008. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι οικονομολόγοι του ΟΗΕ μείωσαν την τελική εκτίμησή τους για το ποσοστό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας το 2015 από 2,8% σε 2,4% όταν το μέσο ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης, πριν από την κρίση του 2008, ήταν 4-5%. Η εκτίμησή τους για το 2016 είναι ότι το ποσοστό ανάπτυξης θα είναι ελάχιστα υψηλότερο (2,9%). Μια εκτίμηση που θεωρείται αισιόδοξη καθώς οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά αβέβαιες και οι γενικότεροι κίνδυνοι αυξάνονται: συνεχιζόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών, άτακτη προσαρμογή στην Κίνα και επιδείνωση κρίσιμων μακροοικονομικών μεγεθών στις ΗΠΑ (μειωμένη μεταποιητική παραγωγή, πτώση των εταιρικών κερδών) που σε συνδυασμό με την πιθανή περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, θα μπορούσε να προκαλέσει διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να πλήξει ακόμη περισσότερο τις ευάλωτες αναδυόμενες οικονομίες.

 

Και γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Η συνέχιση των χαμηλών τιμών του πετρελαίου θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες και εκτιμάται ότι θα μειώσει περαιτέρω τη ζήτηση για τις εξαγωγές των αναπτυγμένων χωρών. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η γεωπολιτική αναταραχή που απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη.

Η πρόταση-απάντηση του J. Stiglitz στην παρούσα κρίση είναι η καθοδήγηση των τραπεζών στη χρηματοδότηση επενδύσεων και καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών και «οι μεγάλες δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές, την εκπαίδευση και την τεχνολογία» που θα χρηματοδοτηθούν από την αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων και των μονοπωλίων. Όμως, ποια καπιταλιστική κυβέρνηση σε Ανατολή και Δύση θα υλοποιήσει την παραπάνω πρόταση που θα την φέρει σε άμεση σύγκρουση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου;

 

* J. Stiglitz and Hamid Rashid: “What’s holding back the world economy?”, theguardian, 08.02.2016.

 

Advertisements

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν την παγκόσμια οικονομία

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπονομεύουν την παγκόσμια οικονομία

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η πολυδιάστατη κρίση που ξέσπασε το 2008 είναι και η εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μεδ) των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Μπορεί το πρόβλημα των μεδ στην Ελλάδα να είναι εξαιρετικά οξυμένο, λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων, της ανεργίας και της κερδοσκοπικής πολιτικής των τραπεζών. Ανάλογη, όμως, είναι η κατάσταση και σε πάρα πολλές χώρες του πλανήτη.

Επιχειρήσεις και νοικοκυριά βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους λόγω της οικονομικής στασιμότητας που επέφεραν οι πολιτικές λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους και των εργασιακών σχέσεων. Η μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια οικονομία προέρχεται από τα μεδ της Κίνας που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και αντιστοιχούν στο 50% περίπου του ΑΕΠ της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών εκτοξεύθηκε από τα 9 στα 30 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε μόλις επτά χρόνια (2008-2015).

Αλλά δεν είναι μόνο η Κίνα. Στις ΗΠΑ οι εταιρίες εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου βρίσκονται σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους μετά την κατάρρευση των τιμών των καυσίμων ενώ διογκώνονται τα προβλήματα από τα μη εξυπηρετούμενα φοιτητικά δάνεια και τις οφειλές των πιστωτικών καρτών.

Στην Ευρώπη, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα μεδ ανέρχονται σε περίπου 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. Πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες δυσκολεύονται στη διαχείρισή τους και χρησιμοποιούν την παροχή ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όχι για να χρηματοδοτήσουν την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά για να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργούνται από τα μεδ. Πρόσφατα η κυβέρνηση της Ιταλίας ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα παροχής εγγυήσεων στις ιταλικές τράπεζες, προκειμένου να «καθαρίσουν» τους ισολογισμούς τους από τα μεδ.

Την περίοδο πριν από το 2008 επιχειρήσεις και νοικοκυριά δανείζονταν με χαμηλά επιτόκια για να υλοποιήσουν επεκτατικά επενδυτικά σχέδια ή να πραγματοποιήσουν αγορές που ελάχιστα συνδέονταν με τις πραγματικές ανάγκες τους. Η κρίση που ξέσπασε το 2008 και η συνακόλουθη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας κατέστησε από δύσκολη έως αδύνατη την αποπληρωμή αυτών των δανείων. Σύμφωνα με τη θεωρία της διεθνούς τραπεζικής, οι τράπεζες θα έπρεπε να έχουν διαγνώσει τον πιστωτικό κίνδυνο από τη χορήγηση αυτών των δανείων και να είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα (αυξημένες προβλέψεις). Όμως και σε αυτήν την περίπτωση η πράξη απείχε παρασάγγας από τη θεωρία: ο ενδοτραπεζικός ανταγωνισμός και η «ανάγκη» εμφάνισης υψηλής κερδοφορίας (ώστε να δικαιολογούνται οι τεράστιες αμοιβές των στελεχών) ήταν οι αιτίες για τη μη τήρηση των κανόνων ελέγχου των όρων παροχής τραπεζικών δανείων.

Η θεωρία καταπατήθηκε και στην περίπτωση της αντιμετώπισης των συνεπειών από τα μεδ οι τράπεζες θα έπρεπε να διαγράψουν τα μεδ από τους ισολογισμούς τους και να αναζητήσουν νέα κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών τους. Αντίθετα, προσέτρεξαν στο κράτος (αυτοί οι ορκισμένοι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού) για τη στήριξή τους με δημόσιο χρήμα, εκτοξεύοντας και τα δημόσια χρέη σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Το «παράδοξο» στην υπόθεση των μεδ είναι ότι η διευκόλυνση των δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους θα ενίσχυε την ανάκαμψη των οικονομιών καθώς θα απελευθερώνονταν εισοδήματα που θα κατευθύνονταν στην κατανάλωση ή/ και στην κάλυψη φορολογικών – ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τα εργαλεία υπάρχουν και είναι συμβατά με την τραπεζική θεωρία και πρακτική: αναδρομική μείωση επιτοκίων, άτοκη περίοδο επιμήκυνσης, χρονική περίοδο καταβολής ελάχιστης δόσης κ.ά. Όμως, η λήψη αυτών των μέτρων προϋποθέτει τον δημόσιο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος που, αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά, ότι δεν είναι ιδεολογική εμμονή αλλά αδήριτη κοινωνική αναγκαιότητα.

H «σωτηρία» των τραπεζών βλάπτει σοβαρά την οικονομία

     

Του Γιώργου Τοζίδη

Την ώρα που γράφεται το σημερινό εράνισμα (Πέμπτη βράδυ) δεν έχει κατατεθεί το νομοσχέδιο για τη νέα ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (Εθνική, Πειραιώς, Alpha, Eurobank) ενώ το προσεχές Σάββατο θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα των νέων ελέγχων αντοχής (stress tests) που θα καθορίζουν το ύψος των κεφαλαιακών αναγκών τους. Είναι χρήσιμο για την αξιολόγηση των επικείμενων εξελίξεων να καταγραφούν οι εξελίξεις που υπήρξαν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα μετά πρώτη ανακεφαλαιοποίηση.

  1. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), το συνολικό κόστος ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ανήλθε στο ποσό των 24,428 δισ. ευρώ ενώ, 17,6 δισ. ευρώ ήταν το κόστος εξυγίανσης για τις μη συστημικές τράπεζες (ΑΤΕ, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Proton, συνεταιριστικές τράπεζες). Συνολικά το δημόσιο χρέος επιβαρύνθηκε με περίπου 42 δισ. ευρώ.
  2. Η θέση των τραπεζών έναντι των δανειοληπτών ενισχύθηκε με τις τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που τις κατατάσσει πλέον σε προνομιακή θέση κατά τη διανομή του προϊόντος των πλειστηριασμών. Οι τράπεζες θα λαμβάνουν πλέον το 65% του ποσού και η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους θα προηγείται σε σύγκριση με τις αντίστοιχες απαιτήσεις των εργαζομένων, των ασφαλιστικών ταμείων και του δημοσίου.
  3. Επιπλέον, τα έσοδα των τραπεζών θα ενισχυθούν και λόγω των πρόσφατων μέτρων προώθησης της ηλεκτρονικής τραπεζικής και της επέκτασης της χρήσης των καρτών στις καθημερινές συναλλαγές. Οι μισθωτοί και συνταξιούχοι που πληρώνονται μέσω των τραπεζών δεν θα προβαίνουν σε αναλήψεις όλου του ποσού του μισθού ή της σύνταξής τους προκειμένου να πραγματοποιούν αγορές με τις χρεωστικές κάρτες τους και αντίστοιχα θα αυξηθούν και τα υπόλοιπα των καταθετικών λογαριασμών των επιχειρήσεων. Ακόμη τα έσοδα των τραπεζών θα ενισχυθούν και λόγω της είσπραξης προμηθειών για τις συναλλαγές με τη χρήση καρτών.

Όμως, παρά τη συνεχή κεφαλαιακή και θεσμική ενίσχυση της θέσης των τραπεζών, η ανταπόδοσή τους στην ελληνική οικονομία ήταν αρνητική:

  1. Η απασχόληση μειώθηκε σημαντικά καθώς την περίοδο 2008-2014 καταργήθηκαν περίπου 20.000 θέσεις εργασίας ενώ έκλεισαν 1.326 καταστήματα.
  2. Ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, τα μέσα σταθμισμένα επιτόκια καταθέσεων μειώθηκαν σημαντικά (Δεκ. 2012: 2,87%-Αύγ.2015: 0,80%), τα αντίστοιχα επιτόκια δανείων μειώθηκαν ελάχιστα (Δεκ. 2012: 5,81%-Αύγ. 2015: 5,06%) με αποτέλεσμα το καθαρό επιτοκιακό κέρδος να αυξηθεί σημαντικά (Δεκ. 2012: 2,94%-Αύγ. 2015: 4,26%).

Οι νέες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα προκύψουν από τη συνεχιζόμενη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μ.ε.δ.) που οφείλεται στη συνεχή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και στη μη λήψη ουσιαστικών μέτρων ανακούφισής τους αλλά και στη συνεχιζόμενη ύφεση της οικονομίας. Σημειώνεται ότι οι τράπεζες θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε ρύθμιση αυτών των δανείων με την ενεργοποίηση των εργαλείων που έχουν στη διάθεσή τους (π.χ. αναδρομική μείωση των επιτοκίων, επιμήκυνση με μείωση επιτοκίου, άτοκη περίοδο χάριτος κ.ά.). Αντίθετα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι τράπεζες μείωσαν ελάχιστα τα επιτόκια δανεισμού παρά τη σημαντική μείωση των επιτοκίων καταθέσεων.

Ανεξάρτητα από τον τρόπο κάλυψης των νέων κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, είναι βέβαιο ότι χωρίς τη δραστική αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, δεν θα υπάρξει ούτε ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών στοιχείων των τραπεζών. Ακόμη και η πώληση των μ.ε.δ. σε κερδοσκοπικά κεφάλαια θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων αναγκών σε κεφάλαια, καθώς η τιμή αγοράς θα υπολείπεται των προβλέψεων που έχουν πραγματοποιήσει οι τράπεζες. Μόνο ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών θα επιτρέψει την ουσιαστική χρήση των εργαλείων ρύθμισης αυτών των δανείων που περιεγράφηκαν παραπάνω ώστε να διευκολυνθούν και προστατευθούν οι δανειολήπτες αλλά και να δημιουργηθούν ουσιαστικές προϋποθέσεις ανάκαμψης της οικονομίας.

 

Μια επίκαιρη επέτειος

Οικονομικά ερανίσματα: Μια επίκαιρη επέτειος

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Στις 15 Σεπτέμβρη 2008 η πτώχευση της Lehman Brothers αποτέλεσε την απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που εξακολουθεί να βαθαίνει. Μετά την κατάρρευση της Lehman, η αμερικανική κυβέρνηση έσπευσε να διασώσει με εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια όλα τα μεγάλα ονόματα της Wall Street: Citigroup, Bank of America, Merrill Lynch, Morgan Stanley, Goldman Sachs αλλά και η ασφαλιστική American International Group (AIG) διασώθηκαν με χρήματα των φορολογουμένων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολούθησε ασμένως. Μέχρι τον Μάρτιο του 2009 το σύνολο των εγγυήσεων προς τις τράπεζες, που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε προς τα κράτη-μέλη, ανήλθε στο ιλιγγιώδες ποσό των 2.300 δισ. ευρώ (σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις σε 3.000 δισ. ευρώ). Το ίδιο χρονικό διάστημα, τα κεφάλαια που απαιτήθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση ορισμένων ευρωπαϊκών τραπεζών ανήλθαν σε 275 δισ. ευρώ. Πώς ανταποκρίθηκαν οι τράπεζες; Με τον περιορισμό στη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη διεύρυνση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων και την κατάργηση δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας (200.000 στην Ε.Ε., 14,4 χιλ. στην Ελλάδα την πενταετία 2009-2013).

Το πρώτο συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα. Χωρίς την παρέμβαση των κυβερνήσεων, ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα είχε καταρρεύσει στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Όμως, ταυτόχρονα, προκύπτει και το ερώτημα: τι θα συνέβαινε εάν οι κυβερνήσεις επέτρεπαν την πτώχευση των τραπεζών και διέθεταν στην πραγματική οικονομία το σύνολο των κεφαλαίων που απαιτήθηκαν για τη διάσωσή τους;

Για να μη δοθεί απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δημιουργήθηκαν δύο μύθοι: 1. Η διάσωση δεν αφορούσε στη διάσωση των τραπεζών αλλά στη διάσωση της οικονομίας και 2. Η κατάρρευση των τραπεζών και γενικότερα η οικονομική κρίση είναι πολύπλοκες καταστάσεις που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον μέσο πολίτη.

Η επόμενη κίνηση των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών ήταν η διοχέτευση φθηνού χρήματος (μόνο η FED έχει διοχετεύσει, μέχρι σήμερα, το ποσό των 4 τρισ. δολαρίων) για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης. Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθούν η κερδοσκοπία και ο παρασιτισμός του χρηματοοικονομικού συστήματος και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επόμενη οικονομική καταστροφή. Τα πρώτα σημάδια έχουν, ήδη, φανεί: μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης των αναδυόμενων και αναιμικά ποσοστά ανάπτυξης των αναπτυγμένων οικονομιών, πτώση των τιμών των μετοχών και των εμπορευμάτων και ανταγωνιστικές υποτιμήσεις των νομισμάτων.

Άλλωστε, καμία από τις αιτίες που οδήγησαν στην κρίση του 2008 δεν έχει αντιμετωπισθεί. Αντίθετα, τα μέτρα που έχουν ληφθεί τα τελευταία επτά χρόνια ενέτειναν τα προβλήματα. Η συσσώρευση πλούτου, σε πλήρη αναντιστοιχία με την παραγωγική διαδικασία και η ανισότητα στη διανομή του έχουν μεγεθυνθεί σε δυσθεώρητα ύψη, ενώ η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα. Ακόμη, η τεράστια αύξηση του δημόσιου χρέους στις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη (ως αποτέλεσμα και της διάσωσης των χρηματοπιστωτικών εταιριών), η μη αντιμετώπιση των κινδύνων από τη δράση των «too big to fail» τραπεζών (που το μέγεθός τους αυξήθηκε αντί να μειωθεί), τα διψήφια ποσοστά ανεργίας και η επιβολή λιτότητας, σε συνδυασμό με την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων και την κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών στην Eκπαίδευση, την Yγεία και την πρόνοια είναι τα αποτελέσματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε το 2008.

Όμως, η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της κρίσης είναι η αμφισβήτηση των δημοκρατικών θεσμών και της δυνατότητας των λαών να αμφισβητούν τις καθεστωτικές πολιτικές και να ορίζουν τις τύχες τους, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Το ελληνικό παράδειγμα είναι η απόδειξη…

 

To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;


To νέο μνημόνιο θα αποτύχει! Η Αριστερά;

    

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για την αποδοχή του νέου μνημονίου είναι ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η συνακόλουθη καταστροφή της οικονομίας. Είτε πρόκειται για συγγνωστή ή ασύγγνωστη πλάνη, τα αποτελέσματα και του νέου μνημονίου θα είναι μεγαλύτερη ανεργία και φτώχεια και ολοκλήρωση της μετατροπής της χώρας σε τουριστικό θέρετρο, φθηνό γηροκομείο και οικόπεδο για τη διακίνηση εισαγόμενων προϊόντων και ενεργειακών πόρων. Εάν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα, δεν θα έχει σημασία εάν η χώρα βρίσκεται εντός ή εκτός της ευρωζώνης…

Τα προηγούμενα μνημόνια στηρίχθηκαν στο παρακάτω τρίπτυχο:

  1. Δανεισμός για την αποπληρωμή δανείων. Το ορατό αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του δημόσιου χρέους και του σχετικού δείκτη (χρέος/ ΑΕΠ) στο 177% το 2014. Το νέο πρόγραμμα θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος με ένα επιπλέον 25% του ΑΕΠ με αποτέλεσμα να εκτιμάται ότι, μετά από δύο χρόνια, θα προσεγγίζει, σε ονομαστικούς όρους, το 200% του ΑΕΠ.
  2. Προσήλωση στην αυστηρή λιτότητα (δραστική μείωση μισθών και συντάξεων) και τη σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή με στόχο την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα μείωση κατά 25% του ΑΕΠ πρωτοφανή ανεργία και φτώχεια.
  3. Δομικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική ασφάλιση, στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με κοινό παρονομαστή την κατάργηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και την απορρύθμιση των αγορών ώστε να κτυπηθεί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Στο παραπάνω τρίπτυχο στηρίζεται και το νέο μνημόνιο. Όμως είναι ο ορισμός της βλακείας να πιστεύεις ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική, που τα πέντε προηγούμενα χρόνια παρήγαγε ύφεση, ανεργία και φτώχεια, τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά (ανάπτυξη και ευημερία) επειδή τα μέτρα θα υλοποιούνται από μία «αριστερή» κυβέρνηση. Άλλωστε τα πρώτα μέτρα ήταν ενδεικτικά για το τι πρόκειται να επακολουθήσει: ο ΦΠΑ αυξήθηκε σε προϊόντα και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης και όχι π.χ. σε προϊόντα και υπηρεσίες πολυτελείας, οι τράπεζες αναγορεύθηκαν σε προνομιακούς δανειστές σε βάρος του δημοσίου, των ασφαλιστικών ταμείων και των εργαζομένων και από τη νομοθετική υιοθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τις τράπεζες αφαιρέθηκαν οι διατάξεις για τον σεβασμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την τήρηση των υποχρεώσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την ανάγκη ουσιαστικής διαβούλευσης με τα σωματεία των εργαζομένων.

Η ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς τεκμηριώνει την εκτίμηση για την αποτυχία του προγράμματος. Δεν υπάρχει προηγούμενο παράδειγμα βελτίωσης της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τη διευκόλυνση των τραπεζών να προχωρούν σε πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων σε μία αγορά που έχει καταρρεύσει. Αντίθετα, οι συνέπειες θα είναι αρνητικές για τις τράπεζες καθώς τα έσοδα από τους πλειστηριασμούς θα υπολείπονται σημαντικά των ενυπόθηκων αξιών που είναι εγγεγραμμένες στα χαρτοφυλάκιά τους με αποτέλεσμα οι ζημίες τους να αυξάνονται και να αναγκάζονται σε πρόσθετες προβλέψεις και επί των εξυπηρετούμενων δανείων.

Ιδιωτικοποιήσεις

Η αμφισβήτηση για την επιτυχία του νέου προγράμματος επεκτείνεται και στο νέο ταμείο για τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακόμη και οπαδοί των ιδιωτικοποιήσεων εκτιμούν ότι ζητείται από την Ελλάδα να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις «με το πιστόλι στον κρόταφο», αμφισβητούν την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ενώ επισημαίνουν και τον κίνδυνο των εξευτελιστικών τιμών ενώ στηλιτεύουν και το γεγονός ότι το 75% των εσόδων θα κατευθυνθεί άμεσα ή έμμεσα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύγλωττα. Πώς θα εκτιμηθεί η παρούσα αξία υποδομών (όπως ο σιδηρόδρομος και τα λιμάνια) που μπορούν να αξιοποιήσουν ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξή τους αφού έχουν, ήδη, ενταχθεί στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών; Πώς θα συμβάλλουν οι ιδιωτικοποιήσεις στην ανάπτυξη όταν, μέχρι τώρα, η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ) αλλά και από την εξαφάνισή τους από την αγορά (π.χ. Εμπορική Τράπεζα);

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει ήδη υλοποιήσει μέτρα σκληρής λιτότητας, το ΑΕΠ έχει καταρρεύσει και έχει εισέλθει σε έναν κύκλο χρέους – αποπληθωρισμού. Στη θεωρία, το αντίδοτο είναι η αναθέρμανση της οικονομίας για να διαρραγεί αυτός ο κύκλος και να επανέλθει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης. Αντί για την αναθέρμανση, το νέο μνημόνιο επιβάλλει τη λήψη και άλλων μέτρων λιτότητας και απορρύθμισης των αγορών. Για να μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις, τα μέτρα που απαιτεί το ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης (ώστε να εκπληρωθεί ο σχετικός όρος που προβλέπεται στο άρθρο 13 του καταστατικού του ΕΜΣ) είναι σαφή: Όχι κατάργηση των προηγούμενων αντεργατικών ρυθμίσεων για τον βασικό μισθό, τη διαιτησία, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και λήψη επιπλέον μέτρων για τις ομαδικές απολύσεις και την κήρυξη απεργιών. Ακόμη το ΔΝΤ ζητά την περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών όταν, σύμφωνα με την Eurostat, το 2014 μειώθηκαν κατά 10,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης στην Ε.Ε.-28).

Πέρα, όμως, από την αποτυχία ή επιτυχία του νέου προγράμματος, το πρόβλημα είναι η ίδια η δημοκρατία. Το ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχει καμία εξουσία να νομοθετεί χωρίς την έγκριση των δανειστών αλλά μόνο να εφαρμόζει τα θελήματά τους. Όπως έγραψε ο P. Mason: «Εάν η δημοκρατία δεν μπορεί να εκφράσει ψευδαισθήσεις και τρελές ελπίδες· εάν δεν μπορεί να εμπεριέχει αφηγήσεις συναισθημάτων και ιδανικών, πεθαίνει». Θα αφήσουμε τη δημοκρατία να πεθάνει στην πατρίδα μας;

 

*** Continue reading

ΞΥΠΟΛΗΤΟΙ ΣΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ…

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Το χειρότερο μήνυμα που στάλθηκε με την υπογραφή του νέου μνημονίου ήταν η «επιβεβαίωση», και μάλιστα από μία αριστερή κυβέρνηση, του θεμελιώδους δόγματος του νεοφιλελευθερισμού ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Η επιχειρηματολογία που συνόδευσε αυτό το μήνυμα ήταν εξίσου τρομοκρατική με αυτήν των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων στην Ελλάδα. Στο εράνισμα της προηγούμενης εβδομάδας καταγράφηκαν οι δύο βασικοί μύθοι στους οποίους στηρίχθηκε η κυβέρνηση με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην αποτυχία. Στο σημερινό εράνισμα θα επισημανθούν τα επιπλέον τακτικά λάθη και παραλείψεις που επιδείνωσαν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας κάνοντας αναπόφευκτο το νέο μνημόνιο.

Σε μία σειρά άρθρων σε αυτήν την εφημερίδα* είχε επισημανθεί ότι ο δημόσιος έλεγχος του τραπεζικού συστήματος αποτελούσε προϋπόθεση για την επιτυχία του σχεδίου εξόδου από την κρίση. Αυτή η επισήμανση απόκτησε τραγική επικαιρότητα μετά τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου και την απόφαση της Ε.Κ.Τ. να περικόψει την παρεχόμενη ρευστότητα προς τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Την ίδια περίοδο βρισκόταν στην κορύφωσή της η ανάληψη καταθέσεων και η επιδείνωση των προβλημάτων ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας. Από την 30η.11.2014 μέχρι την 28η.02.2015 το σύνολο των καταθέσεων είχε μειωθεί κατά 23,8 δισεκ. ευρώ και το 85% προερχόταν από προθεσμιακές καταθέσεις.

Συμπερασματικά, στα τέλη Φεβρουαρίου ήταν πλέον ολοφάνερο το σχέδιο της τρόικας να οδηγήσει τη χώρα σε πιστωτική ασφυξία (επαναλαμβάνοντας το παράδειγμα της Κύπρου) και να εκβιάσει τη νέα κυβέρνηση να αποδεχθεί ένα νέο μνημόνιο (η διαρροή καταθέσεων συνεχίστηκε και μέχρι την 31η.05.2015 είχαν αναληφθεί επιπλέον 10,5 δισεκ. ευρώ). Η εκούσια ή ακούσια αδράνεια που επιδείχθηκε τότε καθόρισε και το τελικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Τι θα μπορούσε να είχε γίνει;

  1. Η επιδιωκόμενη πιστωτική ασφυξία μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε μεγάλο βαθμό με τη γενίκευση της χρήσης του υπαρκτού «παράλληλου νομίσματος» που δεν ήταν άλλο από τις χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες και την ηλεκτρονική τραπεζική για τις συναλλαγές των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Η επέκταση της χρήσης των καρτών και των ηλεκτρονικών συναλλαγών θα μπορούσε να επιβληθεί στις τράπεζες, με την υιοθέτηση ρυθμίσεων όπως η επιβολή τέλους για τις αναλήψεις εκτός ΑΤΜ. Αυτά τα μέτρα θα αιτιολογούνταν με το επιχείρημα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής ώστε να αποφευχθεί ένας ακόμη μεγαλύτερος πανικός από την πλευρά των καταθετών.
  2. Η διαρροή των καταθέσεων θα μπορούσε, επίσης, να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους. Είναι γνωστό, σε όσους έχουν στοιχειώδεις γνώσεις τραπεζικής, ότι τα στελέχη των τραπεζών γνωρίζουν τους καταθέτες που διατηρούν προθεσμιακές καταθέσεις με τα μικρά ονόματά τους… Άρα έπρεπε να ασκηθούν πιέσεις στις διοικήσεις των τραπεζών να αποθαρρύνουν τους πελάτες τους και, παράλληλα, να επιβληθούν διοικητικά μέτρα όπως η υποχρέωση προσκόμισης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και η απειλή έκτακτου φορολογικού ελέγχου όσων προέβαιναν σε ανάληψη των καταθέσεών τους.

Η λήψη αυτών των μέτρων αφενός θα απομάκρυνε το ενδεχόμενο εκβιασμού με όπλο την πιστωτική ασφυξία και αφετέρου θα έστελνε το μήνυμα στην ελληνική κοινωνία (που στην πλειοψηφία της δεν έχει ούτε ένα ευρώ προθεσμιακή κατάθεση) ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να πολεμήσει ως το τέλος για την υλοποίηση του προγράμματός της. Σήμερα, αυτοί που ποτέ δεν εμπιστεύτηκαν το αντιστασιακό φρόνημα του ελληνικού λαού και ευθύνονται για το γεγονός ότι κανένα μέτρο δεν ελήφθη για την ισχυροποίηση της κυβερνητικής θέσης έναντι των δανειστών, προ(σ)καλούν, υποκριτικά, όποιον έχει εναλλακτική πρόταση να την καταθέσει. Αιδώς Αργείοι…

 

 

 

*Βλέπε ενδεικτικά «Τράπεζες: Ο διάβολος και οι «λεπτομέρειες» (07.02.2015) και «Επιλογή ή αναγκαίος όρος η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος;» (08.09.2014).

Τράπεζες: O μεγάλος ασθενής

Τράπεζες: O μεγάλος ασθενής
Του Γιώργου Τοζίδη

     

Η δημοσίευση των οικονομικών αποτελεσμάτων για τη χρήση 2014 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (Εθνική, Πειραιώς, Alpha, Eurobank) επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγάλο ασθενή της ελληνικής οικονομίας και ο δημόσιος έλεγχός του είναι αναγκαιότητα και όχι επιλογή.

Πώς εξελίχθηκαν τα βασικά μεγέθη των τεσσάρων τραπεζών (σε επίπεδο ομίλων);

1. Καταθέσεις: Το σύνολο των καταθέσεων ανήλθε σε 203,5 δισ. ευρώ, στα ίδια περίπου επίπεδα με το 2013 (αύξηση 1%). Όμως το δίμηνο Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου 2015 η εκροή καταθέσεων ανήλθε σε 23,2 δισ. ευρώ δημιουργώντας προβλήματα ρευστότητας.

2. Δάνεια: Συνεχίστηκε η απομείωση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τεσσάρων τραπεζών, με εξαίρεση την Εθνική (μηδενική μεταβολή). Το σύνολο των δανείων ανήλθε σε 220,1 δισ. και ήταν μειωμένο κατά 8,2 δισ. σε σύγκριση με το 2013. Η συνεχιζόμενη μείωση των δανείων δεν οφείλεται μόνο σε λόγους ρευστότητας αλλά και στην κακή οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων και στην έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος.

3. Ενεργητικό: Η υπερσυγκέντρωση του τραπεζικού κεφαλαίου στην Ελλάδα φαίνεται από τον δείκτη Ενεργητικό προς ΑΕΠ που είναι 1,94% που σημαίνει ότι το συνολικό ενεργητικό των τεσσάρων τραπεζών (353 δισ. ευρώ περίπου) είναι διπλάσιο του ΑΕΠ. Πρόκειται για τον υψηλότερο δείκτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και καθιστά αναγκαίο τον δημόσιο έλεγχο των τεσσάρων τραπεζών.

4. Μη εξυπηρετούμενα δάνεια (μ.ε.δ.): Συνεχίσθηκε η αύξησή τους με αποτέλεσμα ο σχετικός δείκτης (επί του συνόλου των δανείων) να κυμαίνεται μεταξύ 31,9% (Εθνική) και 38,8% (Πειραιώς). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τράπεζα Πειραιώς παρά τη σκανδαλώδη ενίσχυσή της με υγιή χαρτοφυλάκια άλλων τραπεζών, παρουσιάζει σήμερα τον υψηλότερο δείκτη μ.ε.δ. Υπενθυμίζεται ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν έγινε μόνο για την κάλυψη των απωλειών που είχαν από το PSI+ αλλά και για τις ζημίες από τα μ.ε.δ. εσωτερικού και εξωτερικού(!).

5. Οι προβλέψεις που έχουν διενεργηθεί για την κάλυψη των μ.ε.δ. κυμαίνονται ως ποσοστό μεταξύ 62% (Alpha) και 56,3% (Eurobank) και έχουν επιβαρύνει τα αποτελέσματα. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι εάν διαγραφούν τα μ.ε.δ. στο ύψος των προβλέψεων δεν θα υπάρξει καμία περαιτέρω επιβάρυνση των αποτελεσμάτων.

6. Καθαρά αποτελέσματα: Εκτός από την Εθνική που παρουσίασε καθαρά κέρδη (66 εκατ.) λόγω της θυγατρικής Finansbank (Τουρκία), οι υπόλοιπες τράπεζες κατέγραψαν σημαντικές ζημίες: Πειραιώς (1,97 δισ.), Eurobank (1,21 δισ.), Alpha (329 εκατ.). Τα ζημιογόνα αποτελέσματα προέκυψαν παρά την αύξηση του επιτοκιακού περιθωρίου λόγω της μείωσης του κόστους χρήματος (μείωση επιτοκίου προθεσμιακών καταθέσεων και φθηνότερη χρηματοδότηση από την ΕΚΤ) και της σημαντικής μείωσης των δαπανών προσωπικού (μείωση μισθών, εθελούσιες έξοδοι που είχαν ως αποτέλεσμα μόνο στην Alpha και την Πειραιώς να καταργηθούν περίπου 3.500 θέσεις εργασίας).

Τα παραπάνω στοιχεία τεκμηριώνουν την ασθένεια των τεσσάρων συστημικών τραπεζών και τη συνεχιζόμενη βλάβη που εξακολουθούν να προκαλούν στο σύνολο της οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας επιχειρήσεων και νοικοκυριών και αποπληθωρισμού (που επιβαρύνει τα επιτόκια δανεισμού) όλες οι τράπεζες επιλέγουν να αυξήσουν την εκμετάλλευση των δανειοληπτών τους με τη διεύρυνση του επιτοκιακού περιθωρίου και μάλιστα καυχώνται για την αύξηση των εσόδων από τόκους που κατέγραψαν στους ισολογισμούς τους. Ακόμη συνεχίζουν να καταργούν θέσεις εργασίας μειώνοντας τις προοπτικές απασχόλησης της νεολαίας.

Είναι βέβαιο ότι χωρίς τη δραστική αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (μετά την ουσιαστική ρύθμιση των οφειλών στο δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία), δεν θα υπάρξει ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών στοιχείων των τραπεζών αλλά και ανάκαμψη της οικονομίας. Ο δημόσιος έλεγχος των τεσσάρων τραπεζών θα επιτρέψει την ουσιαστική χρήση εργαλείων ρύθμισης αυτών των δανείων, τα οποία έχουν στη διάθεσή τους οι τράπεζες (από την αναδρομική μείωση επιτοκίων μέχρι τη μερική ή ολική διαγραφή δανείων) ώστε να διευκολυνθούν οι δανειολήπτες αλλά και να προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον.

 

ΥΓ. Η επιστροφή του ποσού 1,2 δισ. ευρώ από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας επαναφέρει το παλαιό ερώτημα «ανίκανοι ή συνένοχοι;» για τον κ. Στουρνάρα και την κ. Σακελλαρίου. Πόση επιπλέον ζημία πρέπει να προκαλέσουν για να αντικατασταθούν;