Στο ίδιο έργο θεατές(;)

Στο ίδιο έργο θεατές(;)

     

Σκίτσο: Ανελκυστήρας σε ελεύθερη πτώση του Β. Παπαβασιλείου

 

Η Deutsche Bank «σέρνει το χορό» της κρίσης του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος

Του Γιώργου Τοζίδη

 

Άρκεσε ένας μήνας για να επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις ότι το 2016 θα είναι το έτος που η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον εφιάλτη μιας ύφεσης χειρότερης από αυτήν του 2008. Πρωταγωνίστριες και πάλι οι παγκόσμιες τράπεζες που, αφού διασώθηκαν το 2008-2009 ,επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος με τρισεκατομμύρια, βρίσκονται και πάλι στο κατώφλι της κατάρρευσης.

Η ανακοίνωση της Deutsche Bank (D.B.) ότι το 2015 κατέγραψε ζημίες συνολικού ύψους 6,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήταν η αφορμή για να κατρακυλήσει η μετοχή της και να βρεθεί στο χαμηλότερο σημείο από το 2008. Οι αγορές ανησυχούν για το μέλλον της τράπεζας και οι ανησυχίες τους προέρχονται από το γεγονός ότι η κεφαλαιοποίηση της τράπεζας ανέρχεται σε μόλις 21 δισεκατομμύρια ευρώ (μειωμένη κατά 58% σε σύγκριση με την υψηλότερη τιμή του 2015), τα κεφάλαιά της ανέρχονται σε 52 δισεκατομμύρια ενώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια λήγουν ομόλογα έκδοσής της, συνολικού ύψους 54 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ανησυχία γίνεται τρόμος εάν συνυπολογισθεί η έκθεση της τράπεζας σε παράγωγα που ανέρχεται σε 64 τρισεκατομμύρια δολάρια όταν το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι 3,9 τρισεκατομμύρια δολάρια και της ευρωζώνης 13,2 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Οι αγορές ανησυχούν για τη D.B. και για έναν ακόμη λόγο. Τα τελευταία χρόνια η τράπεζα βρέθηκε αναμεμειγμένη σε πολλά τραπεζικά σκάνδαλα. Τον Νοέμβριο, η D.B. συμφώνησε με τις αρχές των ΗΠΑ να πληρώσει πρόστιμο 258 εκατ. δολαρίων για παραβίαση του αμερικανικού εμπάργκο στις συναλλαγές με χώρες όπως το Ιράν, η Λιβύη, η Συρία και το Σουδάν. Είχε προηγηθεί, τον Απρίλιο, η πληρωμή προστίμου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου, ενώ εκκρεμούν ακόμη οι υποθέσεις για τη χειραγώγηση των συναλλαγματικών τιμών διαφόρων νομισμάτων. Οι ανησυχίες των αγορών αποτυπώνονται στην αύξηση κατά 150% της τιμής των ασφαλίστρων έναντι του κινδύνου πτώχευσης της μεγαλύτερης τράπεζας της Γερμανίας με αποτέλεσμα να υπολείπονται ελάχιστα από το 2011 που ξέσπασε η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρώπη. Μια πιθανή πτώχευση της D.B. θα έκανε την πτώχευση της Lehman Brothers να μοιάζει με παιδική γιορτή.

 

Παγκόσμιο «φαινόμενο»

Αλλά δεν είναι μόνο η D.B. που αντιμετωπίζει προβλήματα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν προβλήματα από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που επηρεάζουν αρνητικά την κερδοφορία τους, την πτώση των τιμών του πετρελαίου, τη «στασιμότητα» της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών και την απουσία επενδυτικών «ευκαιριών», παρά τα αρνητικά επιτόκια, λόγω των ισχνών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Από την αρχή του έτους οι τιμές των μετοχών των μεγαλύτερων τραπεζών μειώθηκαν από 15% μέχρι 42% και δεν φαίνονται σημάδια ανάκαμψης.

Για παράδειγμα, την περασμένη Τρίτη, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo και JPMorgan Chase ανακοίνωσαν αυξημένες προβλέψεις έναντι των ζημιών τους κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2015. Η αιτία αυτής της αρνητικής εξέλιξης εντοπίζεται στη μείωση της τιμής του πετρελαίου και στα προβλήματα ρευστότητας που προκάλεσε στις πετρελαιοπαραγωγές εταιρίες.

Όσο διαρκούσαν οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, οι αμερικανικές τράπεζες εισέπρατταν δισεκατομμύρια από προμήθειες και τόκους των δανείων που χορήγησαν. Χρηματοδότησαν όλα τα στάδια διακίνησης του πετρελαίου, από την εξόρυξη και την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση. Όμως η πτώση της τιμής του πετρελαίου ανέστρεψε πλήρως την κατάσταση. Για παράδειγμα, η Bank of America ανακοίνωσε ότι το 33% των δανείων συνολικού ύψους 8,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που χορηγήθηκαν σε εταιρίες του ενεργειακού κλάδου δεν εξυπηρετούνται. Αντίστοιχα, η Wells Fargo ανακοίνωσε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της έκθεσής της στον ίδιο κλάδο (συνολικού ύψους 17 δις δολαρίων) αντιμετωπίζει τον υψηλό κίνδυνο μη αποπληρωμής. Ανάλογη είναι η κατάσταση για τη Citibank αλλά και για περιφερειακές τράπεζες των ΗΠΑ.

Αξίζει να αναφερθεί ότι για την αντιμετώπιση των ζημιών τους οι μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη ανακοίνωσαν ότι θα προσφύγουν και πάλι στην προσφιλή τους λύση των μαζικών απολύσεων εργαζομένων. Παρά το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν από τις τράπεζες μετά την κρίση του 2008, προγραμματίζονται δεκάδες χιλιάδες απολύσεις και για την επόμενη διετία (2016-2017). Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πρωταγωνίστριες. Η HSBC σχεδιάζει να απολύσει 50.000 εργαζόμενους ώστε να μειώσει τα έξοδά της κατά 5 δις δολάρια. Ανάλογα, η D.B. ανακοίνωσε ότι η τράπεζα θα απολύσει 35.000 εργαζόμενους φέτος. Ο κατάλογος είναι μακρύς και περιλαμβάνει τις τράπεζες Unicredit, Standard Chartered, Barclays, Lloyds, Credit Suisse κ.ά.

 

Απόδειξη αποτυχίας

Τα προβλήματα των τραπεζών είναι μία ακόμη απόδειξη της αποτυχίας των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης και των χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησαν οι κεντρικές τράπεζες των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και τελευταία η Ευρωζώνη). Η διοχέτευση τεράστιων ποσοτήτων φθηνού χρήματος στις τράπεζες απέτυχε να ενισχύσει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Χρησιμοποιήθηκε από τις τράπεζες για την ενίσχυση των αποθεματικών τους, την αγορά κρατικών ομολόγων ή ίδιων μετοχών και όχι για παραγωγικές επενδύσεις. Όπως αναφέρει ο J. Stiglitz σε ένα πρόσφατο άρθρο του*, «το να κρατάς τα επιτόκια σε μηδενικά επίπεδα δεν οδηγεί αναγκαστικά σε υψηλότερα επίπεδα τις πιστώσεις και τις επενδύσεις. Όταν οι τράπεζες έχουν την ελευθερία να επιλέγουν, τότε επιλέγουν τα χωρίς κίνδυνο κέρδη ή ακόμη και τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, έναντι του δανεισμού που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ευρύτερο στόχο της οικονομικής ανάπτυξης».

Στη συνέχεια ο J. Stiglitz αναφέρεται και σε μία ακόμη παρενέργεια των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης. «Μία μη σκοπούμενη, αλλά όχι μη αναμενόμενη, συνέπεια της ποσοτικής χαλάρωσης ήταν οι μεγάλες αυξήσεις στις διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων. Οι συνολικές κεφαλαιακές εισροές στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξήθηκαν από 20 δισ. το 2008 σε περισσότερα από 600 δισ. δολάρια το 2010. Ελάχιστα από αυτά τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν σε επενδύσεις. Αυτή τη χρονιά, οι αναπτυσσόμενες χώρες, συνολικά, εκτιμάται ότι θα καταγράψουν την πρώτη καθαρή εκροή κεφαλαίων -συνολικού ύψους 615 δις δολαρίων- από το 2006». Τα αποτελέσματα είναι, ήδη, εμφανή στη δραστική μείωση των ρυθμών ανάπτυξης αυτών των χωρών που, όμως, είχαν λειτουργήσει ως ατμομηχανές κατά την κρίση του 2008. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι οικονομολόγοι του ΟΗΕ μείωσαν την τελική εκτίμησή τους για το ποσοστό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας το 2015 από 2,8% σε 2,4% όταν το μέσο ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης, πριν από την κρίση του 2008, ήταν 4-5%. Η εκτίμησή τους για το 2016 είναι ότι το ποσοστό ανάπτυξης θα είναι ελάχιστα υψηλότερο (2,9%). Μια εκτίμηση που θεωρείται αισιόδοξη καθώς οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά αβέβαιες και οι γενικότεροι κίνδυνοι αυξάνονται: συνεχιζόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών, άτακτη προσαρμογή στην Κίνα και επιδείνωση κρίσιμων μακροοικονομικών μεγεθών στις ΗΠΑ (μειωμένη μεταποιητική παραγωγή, πτώση των εταιρικών κερδών) που σε συνδυασμό με την πιθανή περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, θα μπορούσε να προκαλέσει διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να πλήξει ακόμη περισσότερο τις ευάλωτες αναδυόμενες οικονομίες.

 

Και γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Η συνέχιση των χαμηλών τιμών του πετρελαίου θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες και εκτιμάται ότι θα μειώσει περαιτέρω τη ζήτηση για τις εξαγωγές των αναπτυγμένων χωρών. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η γεωπολιτική αναταραχή που απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη.

Η πρόταση-απάντηση του J. Stiglitz στην παρούσα κρίση είναι η καθοδήγηση των τραπεζών στη χρηματοδότηση επενδύσεων και καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών και «οι μεγάλες δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές, την εκπαίδευση και την τεχνολογία» που θα χρηματοδοτηθούν από την αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων και των μονοπωλίων. Όμως, ποια καπιταλιστική κυβέρνηση σε Ανατολή και Δύση θα υλοποιήσει την παραπάνω πρόταση που θα την φέρει σε άμεση σύγκρουση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου;

 

* J. Stiglitz and Hamid Rashid: “What’s holding back the world economy?”, theguardian, 08.02.2016.

 

Το γερμανικό οικονομικό «θαύμα»

Το γερμανικό οικονομικό «θαύμα»

Γιώργου Τοζίδη

 

Το σκάνδαλο της Volkswagen (στα γερμανικά σημαίνει «το αυτοκίνητο του λαού») προσέθεσε ακόμη ένα καρφί στο φέρετρο της προτεσταντικής ηθικής της Γερμανίας ενώ, ταυτόχρονα, εξέθεσε για μία ακόμη φορά τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που προγραμματίζουν να αρχίσουν ανάλογους ελέγχους το 2017).

Η αποκάλυψη* των αρμόδιων Αρχών των ΗΠΑ ότι η VW χρησιμοποιούσε ένα λογισμικό με το οποίο μείωνε τις εκπομπές καυσαερίων των πετρελαιοκίνητων οχημάτων που κατασκευάζει ήρθε να προστεθεί στα σκάνδαλα της Deutsche Bank (χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου), της Siemens και της Hochtief (καταβολή προμηθειών σε πολιτικούς και κυβερνητικά στελέχη), των γερμανικών εταιριών εξοπλισμών (Ferrostaal κ.ά.) κ.λπ. Ένα-ένα τα πετράδια του στέμματος της Γερμανίας αποδεικνύονται φτιαγμένα από κάρβουνο που λερώνουν όσους τα πλησιάζουν…

Ποια είναι, όμως, η VW; Ιδρύθηκε το 1937, δηλαδή σε περίοδο απόλυτης κυριαρχίας του ναζισμού, από το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας που ήταν η ναζιστική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων (η μόνη νόμιμη) με έδρα το Wolfsburg, στην Κάτω Σαξονία. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας και η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο (μετά την Toyota) και στον όμιλο περιλαμβάνονται ακόμη οι αυτοκινητοβιομηχανίες Audi, Porsche, Seat, Skoda και Lamborghini. Ο κύκλος εργασιών ανήλθε το 2012 σε 103,942 δισ. και τα κέρδη σε 21,7 δισ. ευρώ. Μόνο στο Wolfsburg (μία πόλη των 125.000 κατοίκων) η VW απασχολεί 72.000 εργαζομένους και η προβλεπόμενη, μετά το σκάνδαλο, μείωση πωλήσεων και κερδών εκτιμάται ότι μπορεί να μετατρέψει την περιοχή στο Detroit της Γερμανίας.

Το σκάνδαλο: Οι μηχανικοί της VW, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους αυξημένους περιορισμούς που ισχύουν στις ΗΠΑ, ως προς τις εκπομπές καυσαερίων των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων, εγκατέστησαν ένα λογισμικό το οποίο «αισθάνεται» εάν το αυτοκίνητο βρίσκεται υπό έλεγχο και μειώνει, προσωρινά, τις εκπομπές. Με αυτόν τον τρόπο η VW εξασφάλισε την επιδότηση της αγοράς πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου που ισχύει στις ΗΠΑ και την κυριαρχία της σε παγκόσμιο επίπεδο: σύμφωνα με την παραδοχή της εταιρίας έχουν πωληθεί 11.000.000 «πειραγμένα» αυτοκίνητα σε όλο τον κόσμο. Μέσα σε δύο ημέρες η τιμή της μετοχής της VW μειώθηκε κατά 34% και η χρηματιστηριακή αξία της κατά 25 δισ. ευρώ καθώς βρίσκεται, πλέον, αντιμέτωπη με την επιβολή προστίμου που μόνο στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθει στο ποσό των 18 δισ. δολαρίων.

Το πλήγμα για τη γερμανική οικονομία αναμένεται να είναι μεγάλο καθώς εκτιμάται ότι ανάλογα προβλήματα θα αντιμετωπίσουν και οι BMW και Daimler. Ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας αντιστοιχεί στο 17% των γερμανικών εξαγωγών ενώ μία πτώση των πωλήσεων αυτοκινήτων θα έχει συνέπειες την κατάργηση χιλιάδων θέσεων εργασίας και την οικονομική καταστροφή μικρομεσαίων επιχειρήσεων που λειτουργούν ως υπεργολάβοι των αυτοκινητοβιομηχανιών.

Όμως οι επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα είναι ευρύτερες καθώς αμαυρώνεται συνολικά το «Made in Germany», ενώ ξεθωριάζει και το γερμανικό οικονομικό «θαύμα» που προβάλλεται, μάλιστα, ως παράδειγμα προς μίμηση, από τις γερμανικές πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ. Αλήθεια, όταν ο κ. Σόιμπλε προτείνει στους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Γερμανίας, αναφέρεται στη VW, τη Deutsche Bank ή τη Siemens;

Το σκάνδαλο της VW θα πρέπει να προβληματίσει και όλους εκείνους που σπεύδουν, σε κάθε ευκαιρία και με συμπλεγματικό τρόπο, να καταγγείλουν τον ελληνικό επαρχιωτισμό και καλούν τους Έλληνες να υιοθετήσουν τον ευρωπαϊκό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς.

Τέλος, η κρίση του γερμανικού οικονομικού υποδείγματος, που στηρίζεται στις εξαγωγές, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.

 

* Αξίζει να σημειωθεί ότι εάν ίσχυαν οι ρυθμίσεις της ΤΤΙΡ, οι αρχές των ΗΠΑ δεν θα είχαν δικαίωμα να ελέγξουν τα αυτοκίνητα της VW, αφού θα είχαν εξασφαλίσει άδεια κυκλοφορίας στην Ευρώπη